- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Η αόρατη αυτορρύθμιση της γυναικείας φωνής
Τα καλά κορίτσια δεν παίρνουν το γωνιακό γραφείο...
Με αφορμή την Ημέρα της Γυναίκας ίσως αξίζει να ξαναδούμε τη δημόσια παρουσία μας και την αυτολογοκρισία
Καθόμασταν στο πίσω μέρος του μπαρ, γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι, με ένα ποτό στο χέρι. Η πρόσκληση είχε απευθυνθεί σε πετυχημένες γυναίκες από διάφορους επαγγελματικούς χώρους για να γνωριστούν και να μοιραστούν τις εμπειρίες τους. Κι εμένα μου είχε ανατεθεί να συντονίσω τη συζήτηση. Στον πρώτο κύκλο ζήτησα από κάθε γυναίκα να μοιραστεί μια επιτυχία της. Να μιλήσει για μια στιγμή για την οποία ένιωσε περήφανη.
Κάποιες χαμογέλασαν αμήχανα. Άλλες ξεκίνησαν με σχόλια. «Δεν είναι κάτι σπουδαίο…». «Δεν ξέρω αν είναι επιτυχία…». Οι ιστορίες επιτυχίας σχεδόν πάντα συνοδεύονταν από σχόλια που φανέρωναν μετριοφροσύνη. Στον δεύτερο κύκλο ζήτησα να μιλήσουν για μια αποτυχία τους. Εκεί δεν υπήρχαν δισταγμοί. Οι λέξεις έβγαιναν αβίαστα, τα περιστατικά περιγράφονταν με λεπτομέρεια.
Μέσα σε λίγη μόνον ώρα, η εικόνα ήταν ξεκάθαρη. Η συζήτηση για την αποτυχία ήταν πιο εύκολη, ακόμα και ανάμεσα σε πετυχημένες γυναίκες. Η επιτυχία δυσκόλευε.
Το ζήτημα δεν ήταν ότι οι καλεσμένες μας δεν είχαν επιτεύγματα να μοιραστούν. Ήταν ότι υποβάλλονταν αυτόματα σε κάποια μορφή αυτολογοκρισίας. Σαν να δυσκολεύονταν να περιγράψουν αυτά που κατάφεραν χωρίς να τα μικρύνουν και να τα υπομνηματίσουν. Σαν να όφειλαν να διευκρινίσουν ότι δεν ήταν μόνο δική τους η επιτυχία ή δεν ήταν δα και τόσο σημαντική, ακόμα κι όταν αυτό δεν ίσχυε. Έβλεπες λοιπόν μια προβεβλημένη πολιτικό να δυσκολεύεται να ξεχωρίσει μια επιτυχία και μια βιολόγο να αποδίδει τη δική της επιστημονική κατάκτηση σε άλλους.
Δεν μου είναι ξένη αυτή η εικόνα. Έχω πιάσει κι εγώ τον εαυτό μου να υποβαθμίζει μια επιτυχία περιγράφοντάς την. Να αποδίδει το αποτέλεσμα στην τύχη, στον χρονισμό ή στην καίρια συμβολή των άλλων. Το φαινόμενο, λοιπόν, είναι καταγεγραμμένο. Και συνδέεται κυρίως με τις γυναίκες.
Η ψυχολόγος Lois Frankel, συγγραφέας του πολυδιαβασμένου «Nice Girls Don’t Get the Corner Office», έχει αναδείξει εδώ και χρόνια την τάση των γυναικών να υποβαθμίζουν τις επιτυχίες τους και να αποφεύγουν την αυτοπροβολή. Δεν συμβαίνει επειδή δεν πιστεύουν στην αξία αυτού που κάνουν per se. Συμβαίνει επειδή συγχέουν τη θαρρετή παρουσίαση του έργου τους με την αλαζονεία και τη σιωπή με τη μετριοφροσύνη. Αν μιλήσουν για τις επιτυχίες τους με θάρρος και ενθουσιασμό, κινδυνεύουν να θεωρηθούν υπερφίαλες. Έτσι προτιμούν να σωπάσουν.
Κι αυτή δεν είναι η μόνη συνθήκη στην οποία οι γυναίκες από μόνες «χαμηλώνουν» τη φωνή τους. Μια πρόσφατη μελέτη για τη γλώσσα στις επιστημονικές δημοσιεύσεις εξέτασε το ίδιο φαινόμενο από άλλη σκοπιά. Η μελέτη ανέλυσε επιστημονικά άρθρα σε οικονομικά περιοδικά σε δύο διαφορετικά στάδια - την αρχική εκδοχή και την τελική πριν τη δημοσίευση - αναζητώντας διαφορές στο ύφος ανάλογα με το φύλο των συγγραφέων. Διαπίστωσε πως ενώ στην αρχική εκδοχή δεν υπήρχαν ουσιαστικές διαφοροποιήσεις, στην τελική υπήρχε μια εμφανής μετατόπιση. Στα άρθρα που γράφονταν από γυναίκες ο τόνος ήταν πιο προσεκτικός και οι διατυπώσεις λιγότερο κατηγορηματικές, σαν η φωνή να έχει περάσει από ένα φίλτρο πριν φτάσει στη δημοσίευση. Αντίθετα, στα άρθρα των ανδρών συγγραφέων δεν παρατηρούνταν μεταβολή από τη μία εκδοχή στην άλλη.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει στην καθημερινή μας επικοινωνία. Στα email που γράφουμε και ξαναγράφουμε για να βεβαιωθούμε πως είναι σωστός ο τόνος και δεν φοβίζει ούτε προκαλεί. Στις ερωτήσεις που κάνουμε για να βεβαιωθούμε πως δεν λέμε «καμιά βλακεία». Στις σχεδόν αυτόματες ρυθμίσεις του τόνου προς το ηπιότερο – όταν το «διαφωνώ» γίνεται «ίσως να δούμε και μια άλλη οπτική» ή όταν η αποφασιστική τελεία γίνεται ερωτηματικό. Η επεξεργασία αυτού του είδους δεν μοιάζει και τόσο σημαντική. Τη θεωρούμε γλωσσική ή τυπογραφική επιμέλεια, μα συχνά η ρίζα της είναι κοινωνική. Η καθαρή άποψη και η δυνατή φωνή τρομάζουν.
Συζητάμε συχνά για την ισότητα με αριθμούς. Καταγράφουμε πόσες γυναίκες καταλαμβάνουν θέσεις ευθύνης, πόσες συμμετέχουν σε διοικητικά συμβούλια, πόσες παίρνουν μέρος σε δημόσιες συζητήσεις και πάνελ. Μετράμε τις ευκαιρίες. Όμως μας απασχολεί λιγότερο πώς ακούγεται μια γυναίκα όταν τελικά πάρει τον λόγο. Πόσο σίγουρη, πόσο απελευθερωμένη, πόσο θαρρετή είναι. Και δεν αναρωτιόμαστε πόσο έχει αυτορυθμιστεί πριν φτάσει στο μικρόφωνο ή πατήσει το send στον υπολογιστή.
Η αυτολογοκρισία δεν είναι πάντοτε σημάδι φόβου. Συχνά είναι μια αυτόματη προσαρμογή. Μια προσπάθεια να προβλέψεις την αντίδραση πριν καν υπάρξει. Να μαλακώσεις τον τόνο πριν χαρακτηριστεί επιθετικός. Να προσθέσεις ένα ψήγμα επιφύλαξης πριν κατηγορηθείς για βεβαιότητα.
Με αφορμή την Ημέρα της Γυναίκας ίσως αξίζει να ξαναδούμε τους δείκτες που μετράμε. Δεν αρκεί να μας απασχολεί μόνο το πόσες γυναίκες μιλούν, πόσες έχουν δημόσια παρουσία. Χρειάζεται να μας νοιάζει και πόσες μπορούν να μιλήσουν χωρίς υπερβολική αυτολογοκρισία. Χωρίς να χρειάζεται να αποδείξουν πρώτα ότι δεν είναι υπερβολικές, ότι δεν είναι ανταγωνιστικές, δεν είναι ανησυχητικά σίγουρες για την άποψή τους.
Δίπλα στην πρόσβαση στον δημόσιο λόγο υπάρχει ένα αόρατο εμπόδιο: η αυτόματη προσαρμογή του τόνου της φωνής. Το χαμήλωμά της. Κι αυτό δεν μετριέται στις στατιστικές.