Κοινωνια

Η Λόρα αρνήθηκε να συναντήσει τον πατέρα της - Βρίσκεται σε δομή στο Βερολίνο

Στην Πάτρα επέστρεψε ο πατέρας της 16χρονης

Newsroom
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Η 16χρονη Λόρα αρνήθηκε να συναντήσει τον πατέρα της μετά τον εντοπισμό της στη Γερμανία

Η 16χρονη Λόρα παραμένει σε δομή στο Βερολίνο από τις 26 Φεβρουαρίου, την ημέρα που εμφανίστηκε στις αρχές. Η ανήλικη αρνήθηκε να δει τον πατέρα της, ο οποίος επέστρεψε πλέον στην Πάτρα. 

Σύμφωνα με το gnomip.gr, η Λόρα ξεκαθάρισε ότι δεν επιθυμεί να δει τους δικούς της, ακόμη κι αν η συνάντηση γινόταν παρουσία κοινωνικού λειτουργού, όπως προβλέπεται. Όπως σημειώνει η τοπική ιστοσελίδα, παραμένει άγνωστο αν έχει εξηγήσει στις Αρχές γιατί έφυγε από την Ελλάδα και γιατί δεν θέλει επικοινωνία με την οικογένειά της.

Σε δηλώσεις του μετά τον εντοπισμό της, ο πατέρας της 16χρονης είχε αναφέρει: «Πρέπει πρώτα να βρει την ηρεμία της. Πρέπει να συναντηθώ μαζί της και να μιλήσουμε. Αν μου επιτραπεί, μπορώ ανά πάσα στιγμή να μιλήσω μαζί της, αλλά το κορίτσι πρέπει πρώτα να συνέλθει. Θα πρέπει να καθίσουμε και να βρούμε μία λύση. Να δούμε αν θα θελήσει να μείνει στην Ελλάδα, όπου η εμπειρία της ήταν τόσο δύσκολη, κάτι που το καταλαβαίνω, με τη γλώσσα και το σχολείο. Είχε τεράστια προβλήματα με το σχολείο. Εκεί είχε πρόβλημα, στην οικογένεια ήταν όλα καλά».

Λόρα: Τι προβλέπει ο νόμος στη Γερμανία για το δικαίωμα επικοινωνίας

Σύμφωνα με το γερμανικό Αστικό Κώδικα (Bürgerliches Gesetzbuch-BGB) και το άρθρο 1684, το δικαίωμα επικοινωνίας (Umgangsrecht) αποτελεί τόσο δικαίωμα όσο και υποχρέωση του γονέα, αλλά και δικαίωμα του παιδιού. Αν ένα ανήλικο παιδί δηλώσει ότι δεν θέλει επαφή μ’ ένα γονέα, η άρνησή του δεν οδηγεί αυτομάτως σε διακοπή της επικοινωνίας.
Τα οικογενειακά δικαστήρια εξετάζουν κάθε περίπτωση, με βάση το συμφέρον του παιδιού (Kindeswohl). Η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη, ιδιαίτερα όσο μεγαλώνει και θεωρείται πιο ώριμο, αλλά δεν είναι από μόνη της καθοριστική πριν από την ενηλικίωση.

Εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι -όπως κακοποίηση, παραμέληση ή ψυχολογική επιβάρυνση-, το δικαστήριο μπορεί να περιορίσει ή ακόμη και ν’ απαγορεύσει την επαφή.
Συνήθως, προηγείται παρέμβαση της αρμόδιας υπηρεσίας νεότητας (Jugendamt), η οποία αξιολογεί την κατάσταση και προσπαθεί να βρεθεί λύση προς όφελος του παιδιού.
Αν, για παράδειγμα, ένας έφηβος αρνείται επίμονα να δει τον έναν γονέα επικαλούμενος φόβο ή σοβαρή ψυχική πίεση, το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει γνωμάτευση ειδικού και ν’ αποφασίσει είτε εποπτευόμενη επικοινωνία είτε προσωρινή αναστολή της επαφής. Σε κάθε περίπτωση, το βασικό κριτήριο παραμένει η προστασία και η ευημερία του παιδιού.