- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Από τη Σάρον Καμπ στη Μαρία Καρυστιανού: Η αυτοδιάθεση των γυναικών στο στόχαστρο
Πώς η ρητορική της “διαβούλευσης” μετατρέπει ένα κεκτημένο δικαίωμα σε διαπραγματεύσιμο ζήτημα.
Από τη νομοθετική οπισθοδρόμηση στις ΗΠΑ έως τις ευρωπαϊκές «ήπιες» αμφισβητήσεις. Η κανονικοποίηση της αμφιβολίας γύρω από την άμβλωση είναι το πρώτο βήμα αποδυνάμωσης της αυτοδιάθεσης.
Υπάρχουν φράσεις που μοιάζουν ήπιες, σχεδόν συμφιλιωτικές, αλλά φέρουν εντός τους έναν υφέρποντα κίνδυνο. Όταν λέγεται ότι οι αμβλώσεις είναι «θέμα δημόσιας διαβούλευσης» και «ας αποφασίσει η κοινωνία», η γλώσσα ακούγεται δημοκρατική, σχεδόν καθησυχαστική. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι η στιγμή που ένα δικαίωμα παύει να λογίζεται ως αυτονόητο και, από κεκτημένο, μετατρέπεται σε αντικείμενο αμφισβήτησης. Και αυτό, ιστορικά, είναι πάντα το πρώτο ρήγμα.
Η κανονικοποίηση της αμφιβολίας: Το σώμα ως πεδίο πολιτικής διαπραγμάτευσης
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό σε τέτοιες δηλώσεις: η κανονικοποίηση της αμφιβολίας. Δεν χρειάζεται να απαγορεύσεις κάτι για να το αποδυναμώσεις, αρκεί να το παρουσιάσεις ως ανοιχτό ζήτημα, ως ηθικό δίλημμα που «χρήζει συζήτησης». Από τη στιγμή που ένα δικαίωμα περιγράφεται ως αμφισβητήσιμο, αρχίζει να λειτουργεί υπό όρους. Και τα δικαιώματα υπό όρους παύουν να είναι δικαιώματα και γίνονται παραχωρήσεις.
Αυτός ο λόγος δεν απευθύνεται μόνο στις γυναίκες. Απευθύνεται στο κοινωνικό σώμα συνολικά και το εκπαιδεύει να σκέφτεται ότι ορισμένες ζωές, ορισμένα σώματα, ορισμένες αποφάσεις μπορούν να τεθούν υπό συλλογικό έλεγχο. Αν σήμερα τεθεί συζήτηση για την άμβλωση, αύριο θα είναι για την αντισύλληψη. Μεθαύριο θα είναι η ίδια η σεξουαλική αυτονομία.
Η αυτοδιάθεση του σώματος των γυναικών δεν γεννήθηκε από συναίνεση ούτε χαρίστηκε από κάποια πλειοψηφία. Κατακτήθηκε μέσα από συγκρούσεις, κοινωνικούς αγώνες και σιωπηλές τραγωδίες. Το να παρουσιάζεται σήμερα ως κάτι που μπορεί να τεθεί εκ νέου στο τραπέζι, σαν να μην έχει προηγηθεί τίποτα, δεν είναι απλώς άγνοια, είναι αναθεώρηση της ίδιας της ιστορικής μνήμης. Γιατί τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν λειτουργούν όπως οι πολιτικές επιλογές. Δεν αναστέλλονται, δεν «επανεξετάζονται», δεν τίθενται σε δημοψήφισμα χωρίς να ακυρωθεί η ίδια η έννοια της δημοκρατίας.
Όταν οι αμβλώσεις μεταφέρονται στο πεδίο της παρανομίας ή της ηθικής διαπραγμάτευσης, το αποτέλεσμα δεν είναι περισσότερη ζωή, αλλά περισσότερος θάνατος. Οι γυναίκες δεν παύουν να διακόπτουν ανεπιθύμητες κυήσεις, απλώς το κάνουν μόνες, αβοήθητες, σε συνθήκες επικίνδυνες. Αυτό το γνωρίσαμε και στην Ελλάδα, πριν από τη νομιμοποίηση. Το βλέπουμε ακόμη σήμερα σε χώρες που επιλέγουν να γυρίσουν τον χρόνο πίσω. Η ιστορία δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας, μόνο πολιτική υποκρισία.
Η επίκληση μιας δήθεν σύγκρουσης ανάμεσα στα δικαιώματα της γυναίκας και του εμβρύου λειτουργεί ως ρητορικό τέχνασμα. Στο πλαίσιο των νόμιμων αμβλώσεων, όπως έχει διαμορφωθεί στον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό, δεν υφίσταται τέτοια σύγκρουση. Δεν υπάρχει στάθμιση, γιατί δεν υπάρχουν δύο ισοδύναμα νομικά υποκείμενα που ανταγωνίζονται. Η γυναίκα δεν είναι μέσο, ούτε δοχείο. Η γυναίκα είναι φυσικό πρόσωπο με πλήρη δικαιώματα. Κάθε απόπειρα να εξισωθούν αυτά τα επίπεδα ανοίγει τον δρόμο για περιορισμούς που βαφτίζονται «ηθικοί» για να γίνουν πολιτικά αποδεκτοί.
Αυτή η τακτική δεν είναι καινούργια. Τη βλέπουμε να επανεμφανίζεται και στην Ευρώπη, μέσα από φαινομενικά αθώες πρωτοβουλίες, όπως ψηφίσματα που μιλούν για τα «δικαιώματα του αγέννητου παιδιού». Είναι νομοσχέδια επικίνδυνα, όχι γιατί απαγορεύουν άμεσα, αλλά γιατί προετοιμάζουν το έδαφος για μια σταδιακή αποδόμηση του δικαιώματος στην άμβλωση. Δημιουργούν ένα νέο λεξιλόγιο, ένα νέο νομικό φαντασιακό, στο οποίο η αυτοδιάθεση της γυναίκας παύει να είναι δεδομένη και μετατρέπεται σε εξαίρεση.
Όταν η ρητορική γίνεται νόμος
Το ίδιο μοτίβο παρακολουθήσαμε με δραματικό τρόπο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η νομιμοποίηση που οδήγησε ορισμένες πολιτείες να απαγορεύσουν σχεδόν ολοκληρωτικά τις αμβλώσεις και να αμφισβητήσουν ακόμη και την πρόσβαση στο χάπι της επόμενης ημέρας. Οργανώσεις όπως το PEN America, επίσημο παράρτημα του PEN International στην Αμερική, προειδοποίησαν ότι αυτή η εξέλιξη δεν αφορά μόνο τις γυναίκες, αλλά το σύνολο των ελευθεριών: λόγου, σώματος, σκέψης. Όταν το κράτος διεκδικεί εξουσία πάνω στο σώμα, αργά ή γρήγορα τη διεκδικεί και πάνω στη φωνή. Το PEN Greece έχει καταδικάσει απερίφραστα την καταπάτηση της θεμελιώδους ελευθερίας εκατομμυρίων γυναικών στην Αμερική για το δικαίωμα στη σωματική τους αυτοδιάθεση και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει αυτή η απόφαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Το 2025 έφυγε από τη ζωή η Σάρον Καμπ, μια γυναίκα που συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοση του χαπιού της επόμενης ημέρας, του Plan B. Ο θάνατός της λειτουργεί σχεδόν συμβολικά: την ώρα που η επιστήμη έχει προσφέρει ένα εργαλείο αυτονομίας, πολιτικές δυνάμεις αγωνίζονται να το μετατρέψουν σε απειλή. Η πρόοδος από τη μία, η οπισθοδρόμηση από την άλλη. Ανάμεσά τους το γυναικείο σώμα ως πεδίο ιδεολογικής μάχης.
Όταν, λοιπόν, ακούμε να μιλούν για «διαβούλευση» επί του ζητήματος των αμβλώσεων δεν βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ανοιχτό διάλογο. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια προσεκτικά διατυπωμένη υποχώρηση. Και η ιστορία μάς έχει δείξει επανειλημμένα ότι τα δικαιώματα δεν καταργούνται απότομα, σταδιακά διαβρώνονται, υπονομεύονται μέσα από λεκτικές μετατοπίσεις, έως ότου καταλήξουν να φαίνονται «ξένα» ακόμη και σε όσους κάποτε τα θεωρούσαν δεδομένα.
Όσο αυτές οι ιδέες επανέρχονται, τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται ότι η μάχη είναι βαθιά πολιτική και πολιτισμική. Είναι μάχη για το ποιος αποφασίζει, για ποιον και με ποιο κόστος. Είναι μάχη ανάμεσα σε μια κοινωνία που αναγνωρίζει το άτομο ως φορέα αξιοπρέπειας και σε μια κοινωνία που το αντιμετωπίζει ως μέσο για ιδεολογικούς σκοπούς.
Γι’ αυτό και κάθε φράση που ακούγεται «μετριοπαθής» χρειάζεται να διαβάζεται προσεκτικά. Γιατί πίσω από τις λέξεις «διάλογος» και «κοινωνική απόφαση» μπορεί να κρύβεται η πιο παλιά μορφή βίας: η αποστέρηση της επιλογής, η κατάργησή της. Και όταν αυτή η κατάργηση γίνεται σταδιακά, σχεδόν αθόρυβα, το τίμημα συνήθως γίνεται αντιληπτό μόνο όταν είναι ήδη αργά.