- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Εταιρεία Δολοφόνων: Η συμμορία που δολοφονούσε ηλικιωμένους και κληρονομούσε τα σπίτια τους
Η σκοτεινή επιχείρηση θανάτου στη δεκαετία του ’80
Τα εγκλήματα της Εταιρείας Δολοφόνων που δολοφονούσε με διαθήκες: Εγκέφαλος ο Χρήστος Παπαδόπουλος, ήταν δικηγόρος, πρώην δήμαρχος και αξιοσέβαστος πολίτης
Η υπόθεση της «Εταιρείας Δολοφόνων» αποτελεί μία από τις πιο ανατριχιαστικές και πολυσύνθετες σελίδες της ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας. Δεν επρόκειτο απλώς για μια σειρά δολοφονιών, αλλά για ένα οργανωμένο συνδικάτο εγκλήματος που έδρασε στην Αθήνα τη δεκαετία του 1980, με κίνητρο την οικονομική εξαπάτηση και την οικειοποίηση περιουσιών μοναχικών ηλικιωμένων.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, πίσω από κλειστές πόρτες, σε διαμερίσματα με βαριά έπιπλα και κορνιζαρισμένες φωτογραφίες άλλων εποχών, εξελισσόταν μια από τις πιο κυνικές υποθέσεις εγκλήματος που γνώρισε ποτέ η χώρα. Ο Τύπος θα της έδινε ένα όνομα που έμοιαζε σχεδόν αδιανόητο για τα ελληνικά δεδομένα: «Εταιρεία Δολοφόνων». Όχι, μεταφορικά. Κυριολεκτικά. Μια επιχείρηση που λειτουργούσε με οργάνωση, ρόλους και στόχο το κέρδος, με πρώτη ύλη τον ανθρώπινο θάνατο. Στον πυρήνα της βρισκόταν ένας άνθρωπος που κανείς δεν θα υποψιαζόταν: ο Χρήστος Παπαδόπουλος, δικηγόρος, πρώην δήμαρχος Νέας Χαλκηδόνας, στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, πατέρας τριών παιδιών, κοινωνικά καταξιωμένος, με δημόσιο λόγο και προφίλ «αξιοσέβαστου πολίτη».
Τα πρώτα περιστατικά περνούν σχεδόν απαρατήρητα. Ηλικιωμένοι πεθαίνουν από «φυσικά αίτια». Άνθρωποι μόνοι, συχνά χωρίς στενούς συγγενείς. Οι διαθήκες τους εμφανίζονται έτοιμες, τακτοποιημένες, νομικά άψογες. Τα περιουσιακά στοιχεία -σπίτια, οικόπεδα, καταθέσεις- αλλάζουν χέρια χωρίς θόρυβο. Κανείς δεν μιλάει για φόνο. Ποιος να αμφισβητήσει έναν θάνατο 80χρονου; Ποιος να υποψιαστεί ότι πίσω από τη «ηρεμία» κρύβεται σχέδιο; Κι όμως, από το 1981 έως τα μέσα της δεκαετίας, το μοτίβο επαναλαμβάνεται με ανησυχητική ακρίβεια.
Η οργάνωση στόχευε σε εύπορους, μοναχικούς ηλικιωμένους με σκοπό την οικειοποίηση της περιουσίας τους. Το σχέδιο περιελάμβανε πλαστογραφία (δημιουργία ψεύτικων διαθηκών και πληρεξουσίων για τη μεταβίβαση ακινήτων και καταθέσεων) και δολοφονίες (η «Εταιρεία» ευθύνεται για οκτώ επιβεβαιωμένες δολοφονίες. Οι δράστες χρησιμοποιούσαν μεθόδους που δεν κινούσαν υποψίες, όπως στραγγαλισμούς ή ενέσεις ινσουλίνης, ώστε οι θάνατοι να αποδίδονται σε παθολογικά αίτια). Το 1987, η σύλληψη των μελών αποκάλυψε σοκαριστικές λεπτομέρειες, όπως πτώματα θαμμένα σε αυλές και υπόγεια.
Η Εταιρεία Δολοφόνων δεν λειτουργούσε με ωμή βία. Δεν υπήρχαν πιστόλια σε σκοτεινά σοκάκια. Υπήρχε εμπιστοσύνη. Υπήρχαν «καλοί άνθρωποι» που βοηθούσαν ηλικιωμένους στις δουλειές τους, τους πήγαιναν στον γιατρό, τους κρατούσαν συντροφιά. Όταν το θύμα ένιωθε ασφαλές, έμπαινε στο παιχνίδι το πραγματικό όπλο της οργάνωσης: ο νόμος. Διαθήκες συντάσσονταν ή «διορθώνονταν», υπογραφές πλαστογραφούνταν με επαγγελματική ακρίβεια, νομικές διαδικασίες καλύπτονταν με σχολαστικότητα. Και μετά ερχόταν ο θάνατος. Όχι, θεατρικός, όχι θορυβώδης. Υπερδοσολογίες φαρμάκων, «ατυχήματα», επιδείνωση υγείας. Οι ιατροδικαστικές υπηρεσίες της εποχής σπάνια αμφισβητούσαν τέτοιους θανάτους. Η δολοφονία παρουσιαζόταν ως φυσικό τέλος. Και το κράτος, ανυποψίαστο ή αδύναμο, επικύρωνε τη μεταβίβαση της περιουσίας.
Ο Χρήστος Παπαδόπουλος δεν ήταν ο εκτελεστής. Ήταν ο αρχιτέκτονας. Ένας άνδρας με σπουδές, πείρα στη δημόσια διοίκηση, καλή φήμη, και -όπως πολλοί από τους συνεργούς του- κανένα ποινικό παρελθόν. Τον καιρό της αποκάλυψης, ο ίδιος ήταν περίπου 51 ετών, δικηγόρος, πρώην δήμαρχος, γνωστός στα δημοτικά γραφεία και στα τοπικά καφενεία. Κανείς δεν μπορούσε να συνδέσει τον «κοινωνικά επιτυχημένο» αυτόν άνδρα με τις δολοφονίες που συγκλόνιζαν την κοινή γνώμη, μέχρι την άνοιξη του 1987, όταν η υπόθεση βγήκε στο φως.
Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, η συμμορία λειτουργούσε στιβαρά και συστηματικά για περίπου 6–7 χρόνια, από το 1981 έως το 1987. Γνώριζε πώς λειτουργεί η Δικαιοσύνη, πού κοιτά και πού όχι. Ήξερε πώς να κρύβεται πίσω από σφραγίδες και άρθρα νόμου. Η ιδέα του ήταν απλή και φρικτή: αν ελέγχεις τα έγγραφα, ελέγχεις την πραγματικότητα. Ο θάνατος γινόταν απλώς το τελευταίο στάδιο μιας διαδικασίας. Αυτό ήταν που σόκαρε περισσότερο την κοινωνία όταν αποκαλύφθηκε η υπόθεση, ότι το έγκλημα δεν φορούσε κουκούλα. Φορούσε κοστούμι.
Προς τα μέσα της δεκαετίας, οι συμπτώσεις αρχίζουν να γίνονται πολλές. Οι ίδιοι άνθρωποι εμφανίζονται σε διαφορετικές διαθήκες. Συγγενείς δεύτερου βαθμού διαμαρτύρονται. Κάποιοι ηλικιωμένοι είχαν εκφράσει φόβο πριν πεθάνουν, αλλά κανείς δεν πήρε τα λόγια τους στα σοβαρά όσο ζούσαν. Η καθοριστική στιγμή έρχεται όταν μια ύποπτη διαθήκη εξετάζεται πιο προσεκτικά. Η πλαστογραφία αποκαλύπτεται. Και μαζί της αποκαλύπτεται ένα πλέγμα σχέσεων, ονομάτων και περιουσιών που οδηγεί στον ίδιο άνθρωπο.
Το 1987, η υπόθεση σκάει στον Τύπο. Ο όρος «Εταιρεία Δολοφόνων» γίνεται πρωτοσέλιδο. Η κοινή γνώμη παγώνει.Οι προφυλακίσεις που ακολουθούν το 1988 προκαλούν σοκ. Ο Παπαδόπουλος, ο πρώην δήμαρχος, ο δικηγόρος, οδηγείται στη φυλακή. Μαζί και οι συνεργοί του, άνθρωποι μορφωμένοι, μέχρι χθες κοινωνικοί και αγαπητοί στον περίγυρό τους. Οι καταθέσεις μιλούν για δεκάδες θύματα. Ο ακριβής αριθμός δεν ξεκαθαρίζει ποτέ πλήρως. Κάποιοι θάνατοι δεν αποδείχθηκαν δικαστικά. Άλλοι έμειναν για πάντα στην γκρίζα ζώνη.
Η δίκη ξεκινάει μέσα σε ασφυκτικό κλίμα. Δημοσιογράφοι γεμίζουν την αίθουσα. Το κοινό παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα. Οι λεπτομέρειες είναι ανατριχιαστικές: πλαστά έγγραφα, χειραγωγημένοι ηλικιωμένοι, θάνατοι που δεν έπρεπε να συμβούν. Ο Παπαδόπουλος υπερασπίζεται τον εαυτό του με νομική ψυχραιμία. Αρνείται τον ρόλο του εγκεφάλου. Το δικαστήριο όμως βλέπει το μοτίβο. Η καταδίκη του σε βαριά ποινή κάθειρξης κλείνει τυπικά την υπόθεση. Όχι, όμως και το τραύμα.
Ο Χρήστος Παπαδόπουλος, ο «ιθύνων νους» και βασικός οργανωτής της συμμορίας καταδικάστηκε αρχικά σε 8 φορές ποινή θανάτου και 25 χρόνια κάθειρξη, ποινές οι οποίες στη συνέχεια μετατράπηκαν σε ισόβια κάθειρξη. Εξέτισε το μεγαλύτερο μέρος της ποινής του στη φυλακή, έλαβε άδεια το 2001 αλλά δεν επέστρεψε άμεσα, εντοπίστηκε και επανακρατήθηκε. Τελικά, αποφυλακίστηκε το 2008 μετά από αίτηση, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα. Μετά την αποφυλάκισή του, συνελήφθη ξανά το 2011 για απαγωγή γυναίκας και πέρασε νέο διάστημα στη φυλακή. Ο «εγκέφαλος» της οργάνωσης πέθανε στις 18 Νοεμβρίου 2020, σε ηλικία 82 ετών, σε νοσοκομείο της Νέας Ιωνίας.
- Ο Νικόλαος Πέππας ήταν από τα πιο ενεργά μέλη του κυκλώματος και ενεπλάκη άμεσα στα σχέδια εξαπάτησης και εκμετάλλευσης των θυμάτων. Καταδικάστηκε σε δις ισόβια και 13,5 χρόνια κάθειρξη.
- Ο Βασίλειος Πλατανιώτης ήταν δικαστικός επιμελητής, ρόλος που του επέτρεπε να εμφανίζεται στα σπίτια των θυμάτων και να χτίζει εμπιστοσύνη, πολύτιμο στοιχείο για την εκτέλεση του εγκλήματος. Καταδικάστηκε σε 22,5 χρόνια κάθειρξη. Σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιεύματα, πέθανε στη φυλακή.
- Ο Ιωάννης Πάμπρης είχε πιο πρακτικό ρόλο στην οργάνωση, ανάμεσα στις δραστηριότητες που του αποδίδονται ήταν και αυτές που σχετίζονται με την «εξαφάνιση» των πτωμάτων ή την κάλυψη της δραστηριότητας μετά τη δολοφονία. Καταδικάστηκε σε 17 χρόνια κάθειρξη.
- Η Γεωργία Παπανικολάου, σύζυγος του δικαστικού επιμελητή Πλατανιώτη, καταδικάστηκε και αυτή για τη συμμετοχή της στη συμμορία, με βάση τη δικαστική απόφαση σε 15,5 χρόνια κάθειρξη.
- Ο Γιώργος Ξανθόπουλος ήταν «τσιλιαδόρος» της Εταιρείας, είχε πιο «χαμηλό προφίλ ρόλου» μέσα στη συμμορία, εμφανιζόταν ως θύλακας πληροφοριών και υποστήριξης στις επιχειρήσεις των άλλων μελών. Καταδικάστηκε σε 12 χρόνια κάθειρξη. Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι αυτοκτόνησε μέσα στο κελί του κατά τη διάρκεια της φυλάκισης.
Εκτός από τα παραπάνω «βασικά μέλη», κατά την έρευνα και τη δίκη προέκυψαν και άλλες εμπλοκές με συμβολαιογράφους, επιτηρητές, γραφολόγους και ψευδομάρτυρες, που συνέβαλαν στις πλαστογραφίες των διαθηκών και στη νομική κάλυψη των πράξεων. Ωστόσο, οι συγκεκριμένοι πέντε συνεργοί είναι αυτοί που εμφανίζονται ξεκάθαρα ως κατηγορούμενοι και καταδικασμένοι στα δημοσιευμένα στοιχεία. Τα περισσότερα μέλη της οργάνωσης ήταν άτομα με λευκό ποινικό μητρώο πριν την αποκάλυψη της υπόθεσης, κάτι που είχε σοκάρει την κοινή γνώμη την εποχή.
Η υπόθεση παραμένει μέχρι σήμερα ορόσημο στην ελληνική εγκληματολογία, έχοντας εμπνεύσει βιβλία, ρεπορτάζ και την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία του Φίλιππου Φίνα με πρωταγωνιστή τον Κώστα Καζάκο.
Οι άνθρωποι που χάθηκαν δεν έγιναν ποτέ πρωτοσέλιδα με φωτογραφίες. Δεν υπήρξαν διαδηλώσεις. Ήταν ηλικιωμένοι, μόνοι που πέθαναν αθόρυβα. Η Εταιρεία Δολοφόνων δεν τους είδε ποτέ ως ανθρώπους. Τους είδε ως ακίνητα, ως καταθέσεις, ως αράδες σε ένα χαρτί.
Μετά το 1989, η Ελλάδα άλλαξε. Οι διαθήκες άρχισαν να ελέγχονται πιο αυστηρά. Οι οικογένειες έγιναν πιο καχύποπτες. Και η κοινωνία κατάλαβε κάτι οδυνηρό: το κακό δεν είναι πάντα βίαιο. Μπορεί να είναι ήσυχο, μορφωμένο και απολύτως «νόμιμο».
→ Ακούστε εδώ τα Podcast Criminal minds | Διάσημα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα και τον κόσμο