Κοινωνια

Γέρε χρόνε φύγε τώρα, ήρθε ο νέος με τα δώρα

Οι επιλογές για το νέο έτος είναι πραγματικά ευφάνταστες και ανεξάντλητες

Αριστοτέλης Σταμούλας
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γέρε χρόνε φύγε τώρα, ήρθε ο νέος με τα δώρα: Πώς ο νέος χρόνος καλείται να ανταποκριθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή επιτυχία στην ευόδωση των σχεδιασμών που χαράσσουν εκατομμύρια άνθρωποι ανά τον κόσμο

Γέρε χρόνε φύγε τώρα, πάει η δική σου η σειρά, ήρθε ο νέος με τα δώρα, με τραγούδια με χαρά

Σίγουρα, ένα από τα πιο γνωστά πρωτοχρονιάτικα τραγούδια, που παρότι έχει καθιερωθεί ανάμεσα στα πρώτα που μαθαίνουν από νωρίς τα παιδιά για να το μοιράζονται με τη ζεστή φωνούλα τους σε σχολικές χορωδίες, κάλαντα και οικογενειακά γιορτινά τραπέζια, αντηχεί με την ίδια ζέση και χαρά στα χείλη και κάθε ενήλικα που προϋπαντεί τον ερχομό του νέου έτους. Χωρίς να είναι με ακρίβεια γνωστά η ιστορική προέλευση και ο δημιουργός του, θεωρείται ότι διαμορφώθηκε προφορικά μέσα από τη λαϊκή παράδοση, πιθανότατα τον 19ο αιώνα, αποτελώντας πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής Πρωτοχρονιάς σαν μουσικό σύμβολο μετάβασης από το παλιό στο νέο.

Το νοηματικό περιεχόμενο του τραγουδιού, μέσα στην απλότητα του ρυθμού και των στίχων του, φαίνεται εκ πρώτης να εκφράζει μία χαλαρή αποχαιρετιστήρια διάθεση προς τον απερχόμενο χρόνο, σε συνδυασμό με την αισιοδοξία για χαρά και ευημερία που ευελπιστούμε να φέρει ο καινούργιος που τον αντικαθιστά. Αν το καλοσκεφτούμε, όμως, τα μηνύματα που μπορούν να αντληθούν είναι πολύ περισσότερα.

Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από διαρκή ορόσημα και τομές για να οργανώνει τη ζωή του, ενώ είναι και φύσει ένα προοδευτικό ον. Όχι κατ’ ανάγκη στο επίπεδο των ατομικών δοξασιών και πεποιθήσεων. Εκεί μπορούμε να μιλούμε μέχρι και για συντηρητισμό, υπό την έννοια ότι ο ηθικο-αξιακός κόσμος που κουβαλά ο καθένας μέσα του είναι μερικές φορές τόσο δυσκίνητος έως εντελώς αμετακίνητος, σε σημείο να επηρεάζεται λίγο ή καθόλου από τον εορτασμό συμβολικών χωρο-χρονικών μεταβάσεων, όπως της Πρωτοχρονιάς. Ο περί ου ο λόγος προοδευτισμός ακουμπά πιο πολύ στο πλαίσιο μίας, νομοτελειακά, εξελικτικής πορείας στη βάση διαρκώς νέων ανακαλύψεων και επιτευγμάτων, που με τη δύναμη και την ορμή τους συμπαρασύρουν χωρίς επιστροφή προς τον κόσμο του μέλλοντος ολόκληρη την ανθρωπότητα, των οπισθοδρομικών ή πιο προσκολλημένων στην παράδοση συμπολιτών μας μη εξαιρουμένων.

Είναι, επομένως, απολύτως λογικό να αντιμετωπίζουμε τη νέα χρονιά όχι απλώς ως μία ημερολογιακή αλλαγή, αλλά ως συμβολική ευκαιρία για ελπίδα και ανανέωση. Να την ταυτίζουμε λίγο-πολύ με τη θεμιτή προσδοκία ενός βηματισμού, ο οποίος με ποικίλη ένταση σε διαφορετικούς τομείς της ζωής θα μας πηγαίνει μόνο μπροστά και θα μας φέρνει, όλους μαζί σαν κοινωνία και τον καθένα ξεχωριστά στην προσωπική του ύπαρξη, εγγύτερα σε πραγματοποιήσιμους στόχους ή ακόμα και σε επιδιώξεις, τις οποίες περισσότερο ονειρευόμαστε ή ευχόμαστε με κάποιον μαγικό τρόπο να συμβούν.

Οι επιλογές είναι πραγματικά ευφάνταστες και ανεξάντλητες: Να αλλάξουμε δουλειά, να κάνουμε ταξίδια, να κόψουμε το κάπνισμα, να αδυνατίσουμε, να τελειώσουμε τις σπουδές μας, να κάνουμε νέες γνωριμίες, να φύγουμε από τα μνημόνια, να καλυτερέψουν τα οικονομικά μας, να κερδίσουμε ένα λαχείο, να αγοράσουμε νέο σπίτι ή αμάξι, να πάρουμε προαγωγή, να λύσουμε παρεξηγήσεις, να θεραπευτούν δύσκολες ασθένειες, να τελειώσουν οι πόλεμοι, να σώσουμε τη φύση από την κλιματική αλλαγή, να βελτιώσουμε τον χαρακτήρα μας, να μάθουμε μία ξένη γλώσσα, να κάνουμε οικογένεια, να μετακομίσουμε, να σταματήσουμε να ξοδεύουμε αλόγιστα, να συμφιλιωθούμε με τους εχθρούς μας, να γίνουμε διάσημοι, να αποπληρώσουμε το δάνειο, να κάνουμε εκείνο το laser μυωπίας, να αποτοξινωθούμε από τα social media, να επισκευάσουμε το πατρικό στο χωριό, να βάλουμε μαλλιά, να μάθουμε επιτέλους αν υπάρχει θεός ή εξωγήινοι, να πάμε κάποια στιγμή στο διάστημα…

Και κάπως έτσι, ο νέος χρόνος καλείται να ανταποκριθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή επιτυχία στην ευόδωση των σχεδιασμών που χαράσσουν εκατομμύρια άνθρωποι ανά τον κόσμο και που όλοι μαζί στριμώχνονται για να πάρουν προτεραιότητα στα στενά όρια ενός ολίγιστου, αναλογικά, δωδεκάμηνου. Όχι, όμως, με σκοπό να αντικαταστήσει το μέγεθος και την ένταση της ατομικής μας προσπάθειας, αυτή είναι δεδομένο ότι πρέπει να καταβληθεί, αλλά για να την περιβάλει με τη ζωογόνα δύναμη και τα θετικά vibes που η νέα χρονιά, ως μία άλλη οντότητα με αστείρευτες υπερδυνάμεις, μπορεί να εκπέμψει για να μας κινητροδοτήσει. Στην πραγματικότητα, ερχόμενοι αντιμέτωποι με τη φθαρτότητα, το πέρασμα της ζωής και την ανεπίστρεπτη παρέλευση του χρόνου που συμβολικά σηματοδοτεί η Πρωτοχρονιά, οι άνθρωποι νιώθουμε υποσυνείδητα την ανάγκη να στοχοθετούμε το μέλλον, έχοντας στο πλευρό μας όσο πιο πολλές δυνάμεις, υπαρκτές ή φαντασιακές, μπορούμε να επιστρατεύσουμε.

Ουσιαστικά, βέβαια, στον νέο χρόνο επιθυμούμε να βιώσουμε, να γευτούμε ή να πετύχουμε όλα όσα δεν μπορέσαμε να καταφέρουμε στη διάρκεια του παλιού και, από αυτή την άποψη, μέσα στην αισιόδοξη προσμονή του καινούριου ξεκινήματος που έρχεται, κρύβεται μία απογοήτευση - αλλού μικρότερη, αλλού μεγαλύτερη - για το παλιό που ολοκληρώνεται. Ωσάν το αποτέλεσμα μίας εσωτερικής ενδοσκόπησης, ενός απολογισμού με αρνητικό πρόσημο λαθών, δυσκολιών και δυσάρεστων στιγμών που βρέθηκαν στο διάβα μας και μας συντάραξαν. Η ισορροπία μεταξύ των δύο δεν είναι πάντα τέλεια και, έτσι, δεν είναι ξεκάθαρο τι είναι αυτό που υπερτερεί στη συναισθηματική μας παλέτα, η χαρά ή η λύπη. Και αυτό ασχέτως του βάρους μίας έξωθεν επιβεβλημένης πρωτοχρονιάτικης ευδαιμονίας, που μας πλασάρεται ασταμάτητα από παντού και πριμοδοτεί τεχνηέντως μόνο τη χαρά.

Όχι σπάνια, η απογοήτευση κάπου-κάπου φέρνει μαζί της και μία ενεργητική προσκόλληση στη λήθη, έναντι όλων εκείνων που το προηγούμενο διάστημα μας σημάδεψαν με την παρουσία ή την απουσία τους. Ή -γιατί όχι;- και μία εμμονή σε ένα δημιουργικό πείσμα, προς μελλοντική επίτευξη όλων όσα μας ξέφυγαν τη χρονιά που μας αποχαιρετά. Και πάλι εδώ, όμως, τα όρια ως προς το τι ακριβώς υπερτερεί γίνονται δυσδιάκριτα πάνω στη γιορτινή ώρα της Πρωτοχρονιάς και μάλλον χρειάζεται να διανύσουμε λίγους μήνες μέσα στο νέο έτος για να αντιληφθούμε βαθύτερα πού γέρνει η πλάστιγγα, ώστε να μπορέσουμε να θέσουμε κατόπιν σωστές προτεραιότητες και να οργανώσουμε μεθοδικότερα την πορεία μας.

Μήπως, από την άλλη, η νοσταλγία για το έτος που φεύγει -διότι και αυτό μπορεί να νιώθουν μερικοί ακριβώς την ώρα της Πρωτοχρονιάς- μπορεί να θεωρηθεί ως ένα καλύτερο συναίσθημα; Αν περιορίζεται απλώς στο βάρος ενός έντονου, αλλά παροδικού συγκινησιακού φορτίου, τότε μάλλον ναι. Αλλά εάν είναι τόσο επίμονο και ισχυρό, ώστε να επικαλύπτει τη δύναμη της προσμονής και την αξία της ελπίδας για το τι μπορεί να φέρει το αύριο, τότε μάλλον εναρμονίζεται σε μία ανίερη συμμαχία με τις «σκοτεινές δυνάμεις» του άγχους και της απαισιοδοξίας. Όχι και τα καλύτερα εφόδια στις αποσκευές μας για μία νέα πορεία που ευθύς μπροστά μας ξεκινά, σωστά;

Πάντως, για να μην ξεχνιόμαστε, το παιδικό τραγουδάκι μέσα στη χαρμόσυνη αφέλειά του λέει και κάτι άλλο για τον νέο χρόνο. Ότι έρχεται με δώρα, ωσάν τα τραγούδια και η χαρά από μόνα τους να μην αρκούν για να τον καλωσορίσουμε και για να μας πείσουν να κλείσουμε οριστικά την πόρτα στον παλιό. Ότι, με λίγα λόγια, καλός ο ρομαντισμός, αλλά χρειάζονται και τα υλικά αγαθά για να σέρνουν που και που το κάρο των αλλαγών στη ζωή. Λέτε να πρόκειται για λάθος άποψη του θυμόσοφου λαού; Σε καμία περίπτωση, αφού όταν αρμονικά συνυπάρχουν και τα δύο αυτά απαραίτητα στοιχεία, είναι γεμάτες όχι μόνο οι τσέπες, αλλά και η ψυχή μας, σε ένα ιδανικό και ισορροπημένο μπουκέτο ευτυχίας (που αγγίζει το τέλειο, όταν συνοδεύεται και από το υπέρτερο αγαθό της υγείας).

Πόσα, αλήθεια, ποικίλα αισθήματα και βαθιές σκέψεις μπορούν να χωρέσουν ανάμεσα στους στίχους ενός παραδοσιακού τραγουδιού και, δη, παιδικού που εξυμνεί και συμβολίζει μία και μόνο χρονική στιγμή, την Πρωτοχρονιά; Που, επίσης, στον κρυφό του επίλογο μας καλεί όχι απλώς να αφήσουμε πίσω μας τον χρόνο που φεύγει, αλλά στην ουσία να τον συγχαρούμε με μία σφιχτή και ένθερμη χειραψία; Διότι ασχέτως της θετικής ή αρνητικής συνισταμένης των πεπραγμένων του για καθένα από εμάς ξεχωριστά, το σίγουρο είναι ότι επιπλέον πρόσθεσε κάτι εξαιρετικά πολύτιμο και αναντικατάστατο στη ζωή μας: Γνώση και εμπειρία, με τα οποία να πορευτούμε στο άγνωστο, αλλά πάντα πολλά υποσχόμενο μέλλον!