Επιχειρησεις

Κωνσταντίνος Κίντζιος: «Όταν παραμένεις σε μια εργασία που σε υποτιμά, υποτιμάς την αξιοπρέπειά σου»

Ο σύμβουλος επιχειρήσεων μιλάει στην ATHENS VOICE για όσα πληγώνουν κι όσα βελτιώνουν την εργασιακή μας ζωή

Χριστίνα Γαλανοπούλου
ΤΕΥΧΟΣ 983
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Κωνσταντίνος Κίντζιος σε μία συνέντευξη για όλα: Τις επιχειρήσεις, το εργασιακό χάος στην Ελλάδα, το επιτυχημένο business podcast και τη σκόνη που σηκώθηκε με τη συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη

Πρακτικά είναι αδύνατον να έχεις έστω και έναν λογαριασμό στα social media και να μην έχεις κοντοσταθεί σε κάποιο βίντεό του. Αν μάλιστα βρίσκεσαι σε περίοδο εργασιακού διλήμματος ή προβλήματος, έχεις ήδη κάνει follow τον Κωνσταντίνο Κίντζιο, περιμένοντας το νέο επεισόδιο του κορυφαίου business podcast στο ελληνικό έδαφος, το «Θα σας Ειδοποιήσουμε», που παρουσιάζει μαζί με τον Σπύρο Ανδριανό. Στην περίπτωσή του τα στατιστικά βγαίνουν εύκολα, καθώς όσο περίμενε τη σειρά του για να μιλήσει στο πλαίσιο του 2ου Forum της ATHENS VOICE για την Ανθεκτικότητα στην Εργασιακή Ζωή, κάποιος/α τον σταματούσε να τον ευχαριστήσει για μια συμβουλή που άλλαξε ή έστω βελτίωσε τη ζωή του στο γραφείο ή γενικότερα στην αγορά εργασίας.

Σύμβουλος επιχειρήσεων, δημόσιος ομιλητής, εμψυχωτής ανθρώπινου δυναμικού, ο Κίντζιος τα τελευταία χρόνια ανατέμνει με πυγμή και ευγένεια τα κακώς κείμενα της σύγχρονης εργασιακής ζωής στην Ελλάδα, εξηγώντας και εν τέλει επιλύοντας όσα μας κρατούν πίσω ως εργαζόμενους, αλλά κυρίως ως ανθρώπους με όνειρα που πολύ συχνά αφανίζονται από αντιεπαγγελματικές συμπεριφορές.
Μας μίλησε για όλα αυτά, αλλά και για την πρόσφατη σκόνη που σήκωσε η απόφασή τους από κοινού με τον Ανδριανό να φιλοξενήσουν στο podcast τους και πολιτικούς αρχηγούς, μια απόφαση με μικροκόστος και μακρο-όφελος, όπως λέει και ο ίδιος.

— Γιατί μπαίνουμε στην αγορά εργασίας με μηδενική εργασιακή παιδεία;

Από τα 22 και μετά, πρακτικά μας λείπει το στάδιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που έχει να κάνει με τη διασύνδεση μεταξύ πανεπιστημίου και αγοράς εργασίας, αυτά τα περίφημα γραφεία διασύνδεσης είναι αυτά τα οποία θα έπρεπε –όπως γίνεται σε πάρα πολλές χώρες του εξωτερικού και γι’ αυτό χρηματοδοτούνται κιόλας με ευρωπαϊκά χρήματα– να δημιουργούν υγιείς γέφυρες μεταξύ της αποφοίτησης ενός πτυχιούχου και της ένταξής του στην ενεργή εργασιακή ζωή – είτε αυτή αφορά τη μισθωτή εργασία είτε την αυτοαπασχόληση και το επιχειρείν. Δυστυχώς έχουμε μείνει πάρα πολύ πίσω στο κομμάτι του πώς δημιουργούνται οι εγκύκλιοι σπουδών στα πανεπιστήμια, με αποτέλεσμα τα παιδιά να κατέχουν την επιστημοσύνη, αλλά όχι τις δεξιότητες και τη γνώση που θα τους κάνουν ενεργούς πολίτες την ημέρα που θα βγουν από το πανεπιστήμιο.

Από το πιο απλό, που είναι το πώς θα φτιάξω το βιογραφικό μου και πώς θα παρουσιάσω τον εαυτό μου σε μια συνέντευξη, ώστε να είναι ελκυστικό το αφήγημά μου για να μπορέσω να συνδεθώ και να δημιουργήσω εμπιστοσύνη με τον απέναντί μου και όχι απλώς να πω ότι φοίτησα εκεί. Με δεδομένο ότι οι εγκύκλιοι ανανεώνονται όλο και πιο αραιά πλέον και δεν ακολουθούν τις τεχνολογικές εξελίξεις, καθιστούν τους ανθρώπους οριακά άβουλα όντα, που στέλνουν άκριτα βιογραφικά και τελικά μπαίνει η εταιρεία στη διαδικασία να τους επιλέξει και όχι το αντίστροφο. Το αποτέλεσμα είναι αυτοί οι άνθρωποι να ξεκινούν μια καριέρα με βάση όχι τα θέλω τους, αλλά την τυχαιότητα και τη συγκυρία.

© Τάσος Ανέστης

— Τελικά, για εσένα –και για την αγορά εργασίας– τι μετράει; Το πτυχίο ή τα softskills;

Το ότι έχω φτάσει στο σημείο να θέλει πολύς κόσμος να ακολουθήσει το αφήγημά μου είναι γιατί διαφέρω από τον μέσο εργοδότη ή το μέσο στέλεχος το οποίο θα επιλέξει έναν άνθρωπο ώστε να επιτελέσει μια εργασία μόνο με βάση την ακαδημαϊκή του κατάρτιση. Δεν θυμάμαι ποτέ να δίνω έμφαση στην ακαδημαϊκή κατάρτιση, αν αυτή δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί και να επιρρωθεί μέσω των λόγων και των πράξεων ενός ανθρώπου. Το πτυχίο παραμένει ένα άψυχο στοιχείο στη ζωή μας, αν αυτό δεν μπορεί να μετουσιωθεί σε έργο, παραγωγικότητα, κερδοφορία μέσω του ανθρώπου που το κατέκτησε. Μάθαμε να οριζόμαστε από το πτυχίο που έχουμε και ξεχάσαμε να εξελίξουμε το ανθρώπινο είδος, τον χαρακτήρα, τη νοοτροπία μας.

Ξεχάσαμε να ικανοποιήσουμε τα θέλω μας, γιατί σκεφτόμασταν τι θα πει ο κόσμος αν φοιτήσω σε ένα ΤΕΙ και όχι στο Μετσόβειο ή στο Καποδιστριακό. Πώς θα φανεί αυτό στην κυρία Μαρίκα; Μήπως μας πει αποτυχημένους επειδή πήγαμε σε ΙΕΚ; Ξεχάσαμε να ορίσουμε την πραγματική επιτυχία, που πολλές φορές ορίζει και το κομμάτι της ευτυχίας και αφορά το τι πραγματικά θέλει η καρδιά μου να κάνω, ποιες είναι οι κλίσεις μου, ποιος είμαι μέσα από αυτό που κάνω και όχι πώς αυτό που κάνω ορίζει το ποιος είμαι. Εγώ θέτω ένα δίλημμα, με το οποιο καλώ τον κόσμο να σκεφτεί αν είναι αυτό που κάνει ή κάνει αυτό που είναι. Αυτό είναι υπαρξιακό, δεν αφορά το πτυχίο, αλλά την ωρίμανση του ανθρώπου, το ποσοστό και τον βαθμό αυτεκπλήρωσης που έχεις προσπαθήσει να φτάσεις.

— Τι είδους εργαζόμενος ήσουν εσύ; Ρωτώ για να γίνει σαφής η μεταπήδησή σου από το πόστο του υπαλλήλου σε εκείνο του εργοδότη/συμβούλου επιχειρήσεων...

Ευσυνείδητος, φιλότιμος, σκεπτόμενος το καλό της εταιρείας και μετά το καλό το δικό μου. Κάθε φορά που πήγαινα να ζητήσω αύξηση, σκεφτόμουν το πώς αυτό που ζητάω για εμένα, πέντε βήματα αργότερα θα ωφελήσει την ίδια την εταιρεία, όχι την τσέπη μου. Αν δεν ωφεληθεί η εταιρεία, θα έρθει η στιγμή που θα καταλάβει ότι μου δίνει πολλά περισσότερα από αυτά που πραγματικά αξίζω. Και για να απαντήσω και στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σου, σχετικά γρήγορα κατάλαβα ότι είμαι μειοψηφία και αποφάσισα ότι στόχος μου είναι να αυξήσω τους ανθρώπους που αντιλαμβάνονται την εργασία όχι ως αναγκαίο κακό, αλλά ως μέσο παραγωγικότητας και νοηματοδότησης της ίδιας τους της ζωής. Δυσκολεύομαι να κατανοήσω τους ανθρώπους που βλέπουν την εργασία ως αναγκαίο κακό, τους συμπονώ και τους συναισθάνομαι μέχρι του σημείου που αναγνωρίζουν ότι δεν έχουν κάνει ό,τι χρειάζεται για να ψάξουν τα επόμενα δύο στάδια της εργασίας, που είναι η παραγωγικότητα και η νοηματοδότηση. Έχουν μείνει στο αναγκαίο κακό, γιατί βολεύτηκαν εκεί. Γιατί σταμάτησαν να ονειρεύονται. Γιατί δεν μπήκαν στη διαδικασία να αμφισβητήσουν, ότι αυτό που κάνουν σήμερα δεν χρειάζεται να είναι αυτό που θα κάνουν για πάντα...

Γιατί τους έχει κυριεύσει ο φόβος, η ανασφάλεια και η περιοριστική πεποίθηση ότι επειδή κάποιος τους προσέλαβε, δεν έχουν τη δυνατότητα και την επιλογή –και εκεί είναι που ποντάρω πάρα πολύ– να κάνουν κάτι άλλο στη ζωή τους, το οποίο να τους είναι πιο ευχάριστο, στο οποίο να νιώθουν πιο καλά με τον εαυτό τους, στο οποίο να αγαπούν περισσότερο την εκδοχή του εαυτού τους σε αυτή την εργασία. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν είναι περήφανοι βλέποντας τον εαυτό τους να σύρεται σε έναν οργανισμό και παραμένουν εκεί μόνο και μόνο για τις 30 του μηνός που θα μπει ο μισθός. Και ρισκάρω να πω ότι είναι πιο σημαντικό να είσαι περήφανος για την εκδοχή του εαυτού σου σε ένα οικοσύστημα, μια σχέση, ένα σπίτι, μια οικογένεια, οπουδήποτε, παρά να περιμένεις την 30ή του μηνός. Γιατί σε κάθε περίπτωση, αν θέλεις να δουλέψεις, η δουλειά θα βρεθεί. Το θέμα είναι ότι έχεις δημιουργήσει μία επίπλαστη πραγματικότητα στο μυαλό σου που λέει «παντού σκατά είναι». Και έρχομαι εγώ να σου πω ότι αυτή είναι μια πολύ βολική, ψευδεπίγραφη αλήθεια που λες στον εαυτό σου –και την έχω πει κι εγώ, οπότε αντιλαμβάνομαι γιατί το κάνεις– αλλά, αν δεν ξεκινήσεις να κάνεις κάτι σήμερα, του χρόνου θα συζητάς για το ίδιο πρόβλημα, και μάλιστα θα έχει διογκωθεί. Δεν θα γίνει πιο εύκολο. Εσύ χρειάζεται να γίνεις πιο δυνατός.

© Τάσος Ανέστης

— Δέχεσαι ότι ως podcast απευθύνεστε σε κάπως πιο προνομιούχους ανθρώπους;

Όχι, καθόλου. Ακριβώς το αντίθετο. Σε αυτόν που έχει κάνει ήδη 10 βήματα και έχει απολαύσει το όφελος και τη χαρά της εξέλιξης της ζωής του, του είναι πολύ πιο εύκολη η αλλαγή, γιατί έχει ήδη ωραίες μνήμες από αυτά τα βήματα. Έμαθε κάτι μέσα από αυτά. Ο άνθρωπος που δεν έχει κάνει ούτε ένα βήμα ή έχει κάνει ένα και μάλιστα αποτυχημένο, οπότε σου λέει «φτάνει, μέχρι εδώ αντέχω», ε, σε αυτόν ποντάρω, σε αυτόν που δεν έχει κάνει τίποτα και τον παρακινώ να ξεκουνηθεί. Ή σε εκείνον που δεν του βγήκε, είμαι εδώ για να του πω ότι ο νόμος λέει πως στις δέκα απόπειρες, η μία πετυχαίνει. Είναι ένας αέναος αγώνας. Το παραμύθι του «πού θα βολέψουμε το παιδί μας» της ελληνικής παραδοσιακής οικογένειας εδώ και δεκαετίες –αυτό το βόλεμα– είναι η μεγαλύτερη παθογένεια του ελληνικού έθνους.

— Γνωρίζεις αν σας παρακολουθούν εξίσου άνδρες και γυναίκες;

Στο Spotify μας ακολουθεί περισσότερο ανδρικό κοινό, στο Instagram μας ακολουθεί περισσότερο γυναικείο. Το αν το γυναικείο κοινό μπαίνει στη διαδικασία να εκφραστεί είναι διαφορετικό θέμα. Γενικότερα, τα μηνύματα που λαμβάνουμε στο mail είναι 50-50. Ωστόσο τα περισσότερα σχόλια που γίνονται στο Spotify και στο YouΤube είναι από άντρες.

— Λένε ότι η διαχρονική μισθολογική ανισότητα σε βάρος των γυναικών στο σήμερα είναι μύθος για φεμινιστικές διεκδικήσεις. Η δική σου εμπειρία τι λέει γι’ αυτό;

Φυσικά και υπάρχει το μισθολογικό χάσμα, αλλά και το χάσμα που αφορά την εξέλιξη της γυναίκας. Αυτό είναι ξεκάθαρο. Μειώνεται; Εγώ βλέπω ότι είναι μειούμενο σε σχέση με τα τελευταία δέκα χρόνια. Βλέπω πολλές περισσότερες γυναίκες σε ανώτατη διοίκηση και χαίρομαι πάρα πολύ γι’ αυτό. Υπάρχουν εταιρείες που το Δ.Σ. τους ήταν 100% ανδροκρατούμενο και τελικά εισήλθαν και γυναίκες σε αυτό. Θα μου πεις «κάτσε, το Δ.Σ. τους ήταν 8 άτομα και μπήκαν και 2 γυναίκες». Ναι, αλλά είναι αύξηση; Είναι. Είναι αρκετή; Όχι.

— Είναι ποσόστωση;

Είμαι εντελώς εναντίον της ποσόστωσης. Για εμένα η ποσόστωση αδικεί τη γυναίκα. Είναι σαν να λέμε «δεν σου αξίζει, αλλά θα σε βάλω». Σε κάθε περίπτωση το θέμα είναι να αλλάξουμε νοοτροπία και ρότα, και να εισέλθουν οι γυναίκες στην ανώτατη διοίκηση. Οι περιοριστικές πεποιθήσεις και η παθογένεια της αντίληψης απέναντι στη γυναίκα μάς οδήγησαν σε αυτό το σημείο. Εγώ επιλέγω δεξιότητες, όχι φύλα. Επιλέγω την ασφάλεια και τη σύνδεση, όχι αν τον λένε Πέτρο ή Μαρία.

© Τάσος Ανέστης

— Κάτι άλλο τώρα, σε έχω ακούσει να λες ότι εξαιτίας αυτών που λες εναντίον των μάνατζερς, χάνεις πελάτες. Πώς γίνεται αυτό; Τον σύμβουλο τον προσλαμβάνουμε για να διορθώσει τα κακώς κείμενα...

Ναι, χάνω πελάτες, γιατί, ενώ είμαι δίκαιος, καταλήγω να γίνομαι δυσάρεστος. Τον σύμβουλο επιχειρήσεων τον έχουμε συνηθίσει ως τον τύπο που κατά βάση συμφωνεί με την ανώτατη διοίκηση, που λειαίνει τις γωνίες και που μας κάνει τη δουλειά κατόπιν δικής μας καθοδήγησης. Και κάπου εκεί βγαίνω εγώ και λέω ότι οι Έλληνες μάνατζερ είναι οι τελευταίοι στην Ευρώπη, σύμφωνα με την έρευνα του Social Science Research Network, αποτυπώνοντας τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται το ανθρώπινο δυναμικό τους. Ε πώς να μη χάνω δουλειές έτσι; Όμως κάπου εδώ να πούμε ότι δεν φταίνε μόνο οι ίδιοι μάνατζερ. Φταίει το σχολείο, το πανεπιστήμιο και ο μέσος Έλληνας επιχειρηματίας που έχει μπερδέψει δύο έννοιες: τον επιχειρηματία και τον εργοδότη. Ένας καλός επιχειρηματίας διασφαλίζει την οικονομική βιωσιμότητα, έχει μακρόπνοο πλάνο και καλές υλοποιήσιμες ιδέες. Ο καλός εργοδότης δεν δίνει απλώς εργασία στους ανθρώπους – τους κάνει να νιώθουν ασφαλείς, διασφαλίζει την παραγωγικότητά τους, τους καθοδηγεί, τους μεντοράρει, τους αναπτύσσει και δημιουργεί πλαίσιο τέτοιο στο οποίο ο εργαζόμενος επιθυμεί να παραμείνει, όχι γιατί απλά πληρώνεται, αλλά επειδή νιώθει παραγωγικός και η δουλειά του νοηματοδοτεί τη ζωή του.

— Και μοιραία φτάνουμε και στη μάστιγα του 90% των ελληνικών επιχειρήσεων που λέγεται micromanagement: γιατί συμβαίνει αυτό;

Για 4 λόγους: Αναποτελεσματική επικοινωνία, ασαφείς αρμοδιότητες, αχαρτογράφητες διαδικασίες, συγκεντρωτισμός της διοίκησης. Τέλος!

— Για ποιον λόγο να θες να κάνεις κακό στην επιχείρησή σου, ενώ βλέπεις τον κόσμο να παραιτείται, λόγω μικρομάνατζμεντ, τοξικότητας, συγκεντρωτικών συμπεριφορών;

Ας το πούμε αλλιώς: φαντάσου 1000 Χριστίνες να παίρνουν την απόφαση αποχώρησής τους από 1000 επιχειρήσεις ταυτόχρονα, πιο γρήγορα! Μήπως τότε θα αναγκαζόταν ο μάνατζερ να σκεφτεί τι πρέπει να κάνει για να μην του φεύγει ικανός κόσμος; Όμως αυτό δεν συμβαίνει και κάπως έτσι επιβιώνουν τέτοιες επιχειρήσεις. Όσο παραμένουμε σε οργανισμούς που μας πληγώνουν, είναι σαν να συναινούμε σιωπηρά στον «βιασμό» μας. Ακόμα πιο απλά θέλω να πω ότι αν ο μάνατζέρ μου «ασελγεί» στην εργασιακή μου ζωή, με micromanagement, με εκβιασμούς, με μηχανισμούς που με κάνουν να νιώθω ανασφαλής, με mobbing, έχω επιλογή! Επιλέγω για εμένα να διεκδικήσω τη ζωή μου κάπου αλλού, ακριβώς όπως το κάνω με τις φιλίες μου, με τις σχέσεις μου, με το τι θα φάω το βράδυ. Γιατί, λοιπόν, να μας είναι τόσο δύσκολο να φύγουμε από ένα περιβάλλον που μας υποτιμά, μας υπονομεύει ή μας αρρωσταίνει, ενώ η επιλογή βρίσκεται πάντα στα χέρια μας;

© Τάσος Ανέστης

— Πώς το podcast πέρασε από τους μάνατζερ των επιχειρήσεων στους μάνατζερ του τόπου;

Πρώτον δεν επιδιώξαμε τίποτα – συνέβη. Η πρώτη έλευση πολιτικού προσώπου στην εκπομπή ήταν αυτή του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, ο οποίος εκδήλωσε το ενδιαφέρον του και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό να αναφερθεί, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει. Το γεγονός ότι συζητούσαμε και πολιτικά κατά τη διάρκεια των εκπομπών προ της έλευσης πολιτικών προσώπων, είναι γιατί αυτοί οι άνθρωποι εν πολλοίς κρίνουν την καθημερινότητά μας, είτε μας αρέσει είτε όχι. Η απάντηση σε αυτούς που ακούς να λένε «Έξω οι μπίζνες από την πολιτική» είναι «Τι λέτε, ρε παιδιά; Είναι δυνατόν;». Εμείς ως «Notify Show – Θα σας ειδοποιήσουμε» θέλουμε να γεφυρώσουμε τα οικοσυστήματα, όχι να τα διχάσουμε. Προφανώς και θα έρθουν και πολιτικοί σε ένα business podcast, μετά από τρεις επιτυχημένες σεζόν, για να μιλήσουμε για προβλήματα όχι μόνο των επιχειρήσεων, αλλά και του μέσου πολίτη. Ας μην ξεχνάμε ότι είμαστε ένα από τα 10 κορυφαία podcasts της χώρας, με εκατοντάδες χιλιάδες ακολούθους, δεχόμενοι περισσότερα από 200 μηνύματα μηνιαίως με καθημερινές ανησυχίες πολιτών.

Με βάση αυτό, αλλά και το γεγονός ότι η επιδίωξή μας είναι η πολυφωνία στην πράξη, η επιθυμία κάθε πολιτικού όντος για να συνομιλήσει μαζί μας στην εκπομπή με βάση τις αρχές του ανοιχτού διαλόγου ήταν, είναι και θα είναι πέραν του δέοντος τιμητική. Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί πως ούτε ο Παύλος Μαρινάκης, ούτε ο Παύλος Χρηστίδης, ούτε ο Κώστας Ζαχαριάδης, αλλά ούτε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, ήταν ενήμεροι για τις ερωτήσεις που θα δεχθούν. Για εμάς ήταν επιβεβαίωση των κόπων μας –και του Σπύρου και εμού– το ότι προέκυψε η συνθήκη ενός ελεύθερου διαλόγου, με τέτοιους καλεσμένους. Ανεξαρτήτως από τη δολοφονία χαρακτήρων που επιχειρήθηκε στα πρόσωπά μας, νιώθω πολύ υπερήφανος που σταθήκαμε στο ύψος των περιστάσεων με όλους, εκφράζοντας τις ανησυχίες του μέσου πολίτη, με την αστική ευγένεια που μας διακρίνει προς όλους τους καλεσμένους, καθώς, είτε πρόκειται για CEO, είτε για marketing director, είτε για τον ίδιο τον πρωθυπουργό, έχουμε την υποχρέωση να σεβαστούμε τα λεγόμενά του, να τον ρωτήσουμε διευκρινιστικά και από εκεί και πέρα να αφήσουμε το κοινό να κρίνει τι πραγματικά ειπώθηκε και τι όχι.

— Είχε κόστος αυτή η τελευταία συνέντευξη;

Είχε βραχυπρόθεσμα κόστος και θα έχει μακροπρόθεσμα πολλαπλάσιο όφελος. Δεν το συζητώ ότι μου γράψανε για καρκίνους, για την οικογένειά μου... Καλά να είναι οι άνθρωποι, ξέρω ότι με τον εαυτό τους τα έχουν, όχι με εμένα, κι αυτό είναι ένα γενικευμένο πρόβλημα της κοινωνίας και το αντιλαμβάνομαι. Αλλά η αλήθεια είναι ότι καθάρισαν λίγο οι λογαριασμοί μας από ανθρώπους που μας χαρακτήρισαν πλυντήρια της Νέας Δημοκρατίας, ενώ φιλοξενήσαμε σημαίνοντα πολιτικά πρόσωπα, τόσο από το ΠΑΣΟΚ όσο και από τον ΣΥΡΙΖΑ. Άραγε πώς είναι δυνατόν να δέχονται αυτοί να φιλοξενούνται σε ένα podcast-πλυντήριο; Αντιλαμβάνομαι ότι ίσως ενόχλησε η παρουσία του πρωθυπουργού σε ένα podcast που ξεκίνησε από το μηδέν, χωρίς τη στήριξη χορηγών, ομίλων ή εκδοτών, χωρίς να έχει σηκώσει ποτέ ένα τηλέφωνο για να ζητήσει ή να παρακαλέσει, χωρίς καμία ενεργή πολιτική εμπλοκή και χωρίς να έχει λάβει 1 ευρώ από το δημόσιο χρήμα.

© Τάσος Ανέστης

— Σαφές. Ας κλείσουμε κυκλικά. Είσαι ένας άνθρωπος που έκανες τον εαυτό σου project -το να χάσεις περίπου 90 κιλά-, έγινε και προσωπικό αφήγημα management και κάπως είσαι η απτή απόδειξη ότι πρώτα μανατζάρεις τον εαυτό και τα θέλω σου και μετά τους άλλους. Εσένα δεν σε επηρέασε καθόλου το bodylove κίνημα και η στοχοποίηση των bodyshaming συμπεριφορών;

Κοίτα, ζούμε στην εποχή που παίζουμε αρκετά με τις λέξεις, δεν μπορούμε να χαρακτηρίζουμε τους ανθρώπους, κ.λπ, αλλά να λέμε ψέματα τώρα; Παιδιά, ήμουν ένας χοντρός άνθρωπος. Και μόνο ως τέτοιον μπορώ να με χαρακτηρίσω, όταν το πάθος και η αγάπη μου για το φαγητό κατέληξε να είναι μια άτυπη αυτοκτονική τάση. Όταν στα 170 κιλά βγήκε η μέτρηση 60% ποσοστό λίπους, κατάλαβα ότι αργοπεθαίνω.

Γι’ αυτό τα είχα βάλει με τον εαυτό μου – κι αυτό είναι κάτι πολύ εσωτερικό που το δουλεύω ακόμη και θα το δουλεύω για πάντα. Συνεχίζω να είμαι παθιασμένος με το φαγητό, στον ίδιο βαθμό που ήμουν, και μπορώ να θερίσω πέντε τραπέζια στη σειρά – ίσως αυτός είναι ο λόγος που δεν με καλούν συχνά για φαγητό έξω. Και κάποιος ευλόγως θα απορήσει, πώς είναι δυνατόν να μην έχω ξαναπάρει αυτά τα κιλά; Η απάντηση είναι απλή, έχω τιθασεύσει το πάθος μου και έχει πρυτανεύσει η λογική. Με πειθαρχία, συνέπεια και καθημερινή δέσμευση στον καθρέφτη σου, μπορείς να καταφέρεις όλα όσα δεν τόλμησες ποτέ να ονειρευτείς. Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό από το να δεσμεύεσαι απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό. Και τίποτα πιο προδοτικό από το να αθετείς αυτή τη συμφωνία.