- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Πόσο «τουριστική» είναι τελικά η Ελλάδα για τους ίδιους τους κατοίκους της;
Το 46,6% των κατοίκων της χώρας δηλώνει ότι δεν αντέχει οικονομικά μία εβδομάδα διακοπών, έναντι 27,5% στην ΕΕ. Τα δεδομένα της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν τι κάνει όποιος τελικά φεύγει για διακοπές.
Η οικονομική δυνατότητα των κατοίκων της Ελλάδας να κάνουν διακοπές και ο ρόλος που παίζει η πρόσβαση σε ιδιόκτητο ή δωρεάν κατάλυμα - Τι δείχνουν στοιχεία της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ
Αύγουστος στην Ελλάδα σημαίνει γεμάτα πλοία, ουρές στα διόδια και ρεκόρ αφίξεων. Ο τουρισμός αποτελεί μία από τις λίγες μεγάλες ιστορίες επιτυχίας της ελληνικής οικονομίας και βασικό πυλώνα του εθνικού εισοδήματος. Την ίδια στιγμή, ένας στους δύο κατοίκους της χώρας δηλώνει ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να πάει διακοπές για μία εβδομάδα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το σχετικό ποσοστό για το 2025 είναι 46,6%, με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να είναι σχεδόν 20 μονάδες χαμηλότερα, στο 27,5%. Σε χειρότερη θέση από τη χώρα μας βρίσκεται μόνο η Ρουμανία. Συγκριτικά, το 2010 η Ελλάδα ήταν στο 46,3% και η Ευρωπαϊκή Ένωση στο 38,8%. Ενώ λοιπόν σε αυτά τα 15 χρόνια η Ευρώπη βελτιώθηκε κατά 11 μονάδες, εμείς μείναμε στάσιμοι.
Τι ακριβώς μετρά ο δείκτης
Η ερώτηση δεν είναι αν κάποιος πήγε διακοπές. Είναι αν μπορεί να πάει. Και ο ορισμός είναι πιο αυστηρός απ’ όσο δείχνει. Το εγχειρίδιο της Eurostat θεωρεί ως δυνατότητα και τη διαμονή σε δεύτερη κατοικία, και το σπίτι φίλων ή συγγενών, και το επιδοτούμενο ή δανεικό κατάλυμα. Ο χρόνος και η υγεία δεν θεωρούνται λόγοι, εφόσον υπάρχουν τα χρήματα.
Όποιος απαντάει όχι, λέει επομένως δύο πράγματα ταυτόχρονα. Δεν διαθέτει ούτε τα χρήματα για να πληρώσει, ούτε μία δωρεάν επιλογή διαμονής.
Σε μια χώρα γεμάτη πατρικά και εξοχικά, αυτό αλλάζει τη σημασία του στατιστικού αυτού στοιχείου. Το 46,6% δεν είναι υπερβολή. Είναι όσοι έμειναν χωρίς και τα δύο.
Η ερώτηση δεν είναι αν κάποιος πήγε διακοπές. Είναι αν μπορεί να πάει.
Το εισόδημα εξηγεί το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος
Το πραγματικό διάμεσο εισόδημα του τυπικού ελληνικού νοικοκυριού δεν έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα. Η Ελλάδα καταγράφει τη χειρότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, μαζί με τη Γαλλία, είναι η μόνη χώρα που δεν έχει ακόμη ανακτήσει τα επίπεδα του 2009.
Οι έξι χώρες που πέρασαν κρίση χρέους ξεκίνησαν από παρόμοια αφετηρία, αλλά ακολούθησαν διαφορετική πορεία. Το πραγματικό διάμεσο εισόδημα στην Ιρλανδία είναι σήμερα 40,3% υψηλότερο από το επίπεδο του 2009, στην Πορτογαλία 25,5% και στην Κύπρο 8,0%. Στην Ελλάδα, παραμένει 22,3% χαμηλότερο.
Το ΚΕΦΙΜ, στο policy report «Πού βρίσκεται το εισόδημα του ελληνικού νοικοκυριού σήμερα σε σχέση με την αρχή της κρίσης το 2009» (Ν. Ρώμπαπας και Κ. Σαραβάκος, Δεκέμβριος 2025), με στοιχεία εθνικών λογαριασμών και εντελώς διαφορετική μέθοδο, καταλήγει στην ίδια κατάταξη.
Με άλλα λόγια, η οικονομική αδυναμία εξηγεί μεγάλο μέρος του προβλήματος. Το ενδιαφέρον αρχίζει από το επόμενο ερώτημα: πώς κάνει διακοπές όποιος τελικά φεύγει.
Πού κοιμάται όποιος φεύγει
Το 52,4% των διανυκτερεύσεων που κάνουν οι κάτοικοι της Ελλάδας μέσα στη χώρα γίνεται σε ιδιόκτητη κατοικία. Είναι το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ο μέσος όρος είναι 17,5%.
Τα ευρωπαϊκά συγκριτικά στοιχεία που ακολουθούν αφορούν το 2024, το τελευταίο έτος για το οποίο έχει δημοσιεύσει στοιχεία η Eurostat. Τα ελληνικά δεδομένα του 2025 έρχονται από την ΕΛΣΤΑΤ.
Αν προστεθούν και τα σπίτια φίλων και συγγενών, το μη πληρωμένο κατάλυμα φτάνει το 76,5% των εγχώριων διανυκτερεύσεων. Στην ΕΕ το αντίστοιχο νούμερο είναι 55,3%.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στα ταξίδια στο εξωτερικό, όπου το δωρεάν κατάλυμα καλύπτει πάλι το 52% των διανυκτερεύσεων. Το μόνο που αλλάζει είναι σε ποιον ανήκει το σπίτι.
Η διαφορά φαίνεται και στη συχνότητα. Στην Ελλάδα πραγματοποιούνται μόλις 0,58 εγχώρια προσωπικά ταξίδια με τουλάχιστον μία διανυκτέρευση τον χρόνο, έναντι 1,69 για τον μέσο Ευρωπαίο. Δηλαδή, πραγματοποιούμε περίπου 66% λιγότερα ταξίδια. Στις διανυκτερεύσεις, όμως, η απόσταση περιορίζεται σημαντικά: 5,8 έναντι 6,8 ανά κάτοικο, μόλις 15% λιγότερες.
Με άλλα λόγια, τα εγχώρια ταξίδια είναι πολύ λιγότερα, αλλά κατά μέσο όρο μεγαλύτερα σε διάρκεια. Και όχι μόνο αυτό: είναι και πολύ φθηνότερα. Η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση ανέρχεται σε 42 ευρώ για ένα ταξίδι στο εσωτερικό της χώρας, έναντι 106 ευρώ για ένα ταξίδι στο εξωτερικό, σύμφωνα με την ίδια έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025.
Όταν υπάρχει ιδιόκτητη εξοχική κατοικία, το κόστος της διαμονής είναι πολύ χαμηλότερο και μπορούμε να μείνουμε περισσότερες ημέρες. Όταν δεν υπάρχει, πληρώνουμε ευρωπαϊκές τιμές για τη διαμονή και οι διακοπές μικραίνουν.
Tα εγχώρια ταξίδια είναι πολύ λιγότερα, αλλά κατά μέσο όρο μεγαλύτερα σε διάρκεια. Και όχι μόνο αυτό: είναι και πολύ φθηνότερα.
Δεκαπέντε τοις εκατό των ταξιδιών, οι μισές νύχτες
Τα ταξίδια δύο εβδομάδων και άνω αντιστοιχούν στο 15,3% των ταξιδιών των κατοίκων της Ελλάδας. Αντιστοιχούν όμως στο 50,7% των διανυκτερεύσεων και μόλις στο 21,2% της δαπάνης, σύμφωνα με την έρευνα διακοπών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025.
Σε αυτά τα ταξίδια, η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση περιορίζεται στα 21 ευρώ. Στα ταξίδια μίας έως τριών διανυκτερεύσεων φτάνει τα 107 ευρώ.
Τα 21 ευρώ περιλαμβάνουν ολόκληρη τη δαπάνη του ταξιδιού, από τη μεταφορά και το φαγητό μέχρι κάθε άλλη επιμέρους δαπάνη. Το ποσό είναι τόσο χαμηλό, ώστε είναι προφανές ότι η διαμονή δεν επιβαρύνει ουσιαστικά τον ταξιδιώτη.
Υπάρχει, όμως, και ένας δεύτερος τρόπος να δούμε το ίδιο φαινόμενο. Όχι με βάση τη διάρκεια του ταξιδιού, αλλά με βάση το κατάλυμα. Και η εικόνα είναι παρόμοια. Το 49,8% των εγχώριων διανυκτερεύσεων πραγματοποιείται σε ιδιόκτητη εξοχική κατοικία, όπου η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση είναι 20 ευρώ. Στο ξενοδοχείο, το αντίστοιχο ποσό ανέρχεται στα 100 ευρώ.
Δύο ανεξάρτητες τομές των ίδιων δεδομένων, και οι δύο δίνουν περίπου τις μισές διανυκτερεύσεις της χώρας, και οι δύο καταλήγουν γύρω στα είκοσι ευρώ.
Τι άλλαξε το 2025
Στα φετινά στοιχεία εμφανίζεται μια μετατόπιση. Οι πληρωμένες διανυκτερεύσεις στα νησιά αυξήθηκαν 1,1%, ενώ στην ηπειρωτική Ελλάδα 6,0%.
Και οι δεκατρείς περιφέρειες κατέγραψαν αύξηση σε αλλοδαπούς επισκέπτες. Σε τέσσερις μειώθηκαν οι επισκέπτες από την Ελλάδα: η Κρήτη, τα Ιόνια νησιά, η Αττική και το Νότιο Αιγαίο. Είναι οι τέσσερις με τη μεγαλύτερη ξένη ζήτηση.
Στον αντίποδα, η Ήπειρος κατέγραψε αύξηση 8,8% στους κατοίκους Ελλάδας που την επισκέφθηκαν, το Βόρειο Αιγαίο 8,5% και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη 8,3%.
Το ερώτημα αν οι τιμές λειτουργούν ως βασικό εμπόδιο δεν μπορεί να απαντηθεί άμεσα από τα διαθέσιμα επίσημα στοιχεία. Δεν δημοσιεύεται, σε επίπεδο ελληνικών περιφερειών, συστηματικός δείκτης του κόστους που αντιμετωπίζει ο κάτοικος Ελλάδας για ένα εγχώριο ταξίδι προς κάθε περιφέρεια. Το επιβεβαιώνει και το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ), το οποίο σημειώνει ότι «ελλείψει στοιχείων για την περιφερειακή κατανομή της συνολικής τουριστικής δαπάνης» εκτιμά την κατανομή προσεγγιστικά, με βάση τις εισπράξεις του εισερχόμενου τουρισμού.
Οι ελληνικές διακοπές, σε μεγάλο βαθμό, δεν αγοράζονται. Κληρονομούνται.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η διάρκεια. Από το 2024 στο 2025 τα ταξίδια μιας έως τριών διανυκτερεύσεων μετακινήθηκαν από το 23,9% στο 26,7% του συνόλου, ενώ εκείνα των δεκαπέντε και άνω υποχώρησαν από 17,2% σε 15,3%. Παράλληλα, τα ταξίδια στο εξωτερικό αυξάνονται ταχύτερα από τα εγχώρια κάθε χρονιά από το 2021.
Όλα αυτά αφορούν πληρωμένο κατάλυμα. Τα ιδιόκτητα εξοχικά και τα πατρικά, που είναι το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών διανυκτερεύσεων, δεν καταγράφονται σε περιφερειακό επίπεδο.
Το ερώτημα που παραμένει
Τα στοιχεία του 2025 αφορούν μία μόνο χρονιά και δεν αρκούν για να εξαχθεί τάση. Δείχνουν μια κατεύθυνση, όχι ένα συμπέρασμα.
Υπάρχει όμως κάτι που τα δεδομένα λένε καθαρά. Ο δείκτης της Eurostat μετράει δυνατότητα, όχι συμπεριφορά, και πουθενά δεν δημοσιεύεται πόσοι στην Ελλάδα έφυγαν τελικά για διακοπές μιας εβδομάδας. Ο αριθμός αυτός δεν καταγράφεται.
Ξέρουμε όμως ότι όσοι φεύγουν για πολύ, φεύγουν φθηνά. Και ότι το να φεύγεις φθηνά προϋποθέτει ένα σπίτι που κάποιος στην οικογένεια αγόρασε ή έχτισε πριν από χρόνια.
Οι ελληνικές διακοπές, σε μεγάλο βαθμό, δεν αγοράζονται. Κληρονομούνται.
Πίσω από τη συζήτηση για αφίξεις, έσοδα και νέα ρεκόρ, προκύπτει επομένως ένα διαφορετικό ερώτημα. Τι θα κάνει η γενιά που δεν έχει τίποτα να κληρονομήσει;
***
Ο κώδικας, τα δεδομένα και η πλήρης μεθοδολογία, μαζί με όσα δεν αποδεικνύονται: github.com/k-kolovos/greek-holidays-income
Πηγές: Eurostat (EU-SILC, στατιστικές τουρισμού, ΕνΔΤΚ), ΕΛΣΤΑΤ (έρευνα διακοπών 2025, κίνηση καταλυμάτων 2025, βραχυχρόνιες μισθώσεις 2025), ΙΝΣΕΤΕ (Η συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία για το 2025, 1η έκδοση, Μάιος 2026).