- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ποιος κληρονομεί τον Χατζιδάκι;
Τα πνευματικά δικαιώματα, οι αυθαιρεσίες των διαχειριστών και η συλλογική μας μνήμη
Ποιος κληρονομεί τον Χατζιδάκι; Μπορεί ένας κληρονόμος να καθορίζει ποιος δικαιούται να κρατά ζωντανό ένα έργο που έχει ήδη γίνει συλλογική μνήμη;
Η απόφαση του Γιώργου Χατζιδάκι, θετού γιου και διαχειριστή του έργου του Μάνου Χατζιδάκι, να μη χορηγήσει άδεια στον Μανώλη Μητσιά για την εκτέλεση τραγουδιών του συνθέτη επαναφέρει ένα ζήτημα πολύ ευρύτερο από μια συνηθισμένη διαφωνία περί πνευματικών δικαιωμάτων. Η άρνηση, σύμφωνα με όσα δημοσιοποιήθηκαν, δεν οφείλεται σε αλλοίωση του έργου ή στην καλλιτεχνική ανεπάρκεια της παράστασης, αλλά στο ότι οι εκδηλώσεις που περιλαμβάνουν έργα του Μάνου Χατζιδάκι κατά το αφιερωματικό έτος 2026 εγκρίνονται αποκλειστικά από τον κληρονόμο. Αυτή η επαναλαμβανόμενη πολιτική των απαγορεύσεων δημιουργεί εύλογες απορίες για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα πνευματικά δικαιώματα και την άσκησή τους.
Ο κληρονόμος ενός δημιουργού διαθέτει ασφαλώς ισχυρές νομικές εξουσίες. Μπορεί να προστατεύσει το έργο από την παραποίηση, την αυθαίρετη εκμετάλλευση και την προσβολή της ακεραιότητάς του. Το ερώτημα αρχίζει να τίθεται όταν η προστασία μετατρέπεται σε μόνιμο μηχανισμό επιλογής των προσώπων, των εκδηλώσεων και των ερμηνειών μέσα από τις οποίες ένα έργο επιτρέπεται να συνεχίσει να υπάρχει δημόσια.
Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά την κατάργηση των πνευματικών δικαιωμάτων ούτε την αμφισβήτηση της νόμιμης περιουσίας του κληρονόμου. Αφορά το σημείο στο οποίο το δικαίωμα παύει να προστατεύει τη δημιουργία και αρχίζει να περιορίζει την πολιτισμική της κυκλοφορία. Άλλο η αποτροπή της χυδαίας εμπορευματοποίησης και της κακοποίησης ενός έργου, άλλο η εγκαθίδρυση μιας πολιτικής σύμφωνα με την οποία κάθε δημόσια επανεμφάνισή του εξαρτάται από την αισθητική, επιχειρηματική ή προγραμματική κρίση ενός και μόνο διαχειριστή.
Το πνευματικό δικαίωμα προστατεύει τον δημιουργό και εξασφαλίζει την αμοιβή των δικαιούχων. Δεν θεσπίστηκε για να μετατρέπει την πολιτιστική μνήμη σε περίκλειστο κτήμα. Ακόμη και η άσκηση ενός υπαρκτού δικαιώματος κρίνεται, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, μέσα στα όρια της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του. Το αν μια συγκεκριμένη άρνηση άδειας συνιστά νομικά καταχρηστική άσκηση μπορεί να το κρίνει μόνο το δικαστήριο. Η κοινωνία, όμως, δικαιούται να διαπιστώσει ότι μια απολύτως νόμιμη εξουσία μπορεί να ασκείται με ασφυκτικό τρόπο.
Η τέχνη ζει μέσα από την επανάληψη. Ένα τραγούδι παραμένει ζωντανό επειδή τραγουδιέται ξανά, επειδή περνά από άλλη φωνή, επειδή συναντά ανθρώπους που απουσίαζαν όταν πρωτογράφτηκε. Η διαχρονικότητα δεν είναι ιδιότητα αποθηκευμένη στην παρτιτούρα. Είναι μια αδιάκοπη κοινωνική διαδικασία. Διακόψτε τις εκτελέσεις, περιορίστε τα αφιερώματα, αρνηθείτε τις νέες αναγνώσεις και το έργο θα εξακολουθεί ασφαλώς να υπάρχει στα αρχεία. Θα πάψει, όμως, σταδιακά να υπάρχει στη ζωή.
Ένα μουσικό έργο, ένα μυθιστόρημα ή ένα θεατρικό κείμενο δεν επιλέγει το κοινό του και δεν αστυνομεύει τον τρόπο με τον οποίο οι επόμενες γενιές θα το αγαπήσουν. Ο δημιουργός δικαιούται να το προστατεύσει όσο ζει. Οι κληρονόμοι δικαιούνται να διαφυλάξουν την πατρότητα και την ακεραιότητά του. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να κληρονομήσει ολόκληρη την ιστορική λειτουργία ενός έργου. Ο κληρονόμος κληρονομεί δικαιώματα, όχι τη μνήμη των ανθρώπων, τις εμπειρίες που συνδέθηκαν με τα τραγούδια ούτε το μέλλον που αυτά ενδέχεται να αποκτήσουν. Η νομοθεσία μπορεί να εξηγήσει πώς συμβαίνει αυτό. Δυσκολεύεται να εξηγήσει σε τι ακριβώς ωφελεί τον ίδιο τον Χατζιδάκι.
Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Στο αρχαίο θέατρο «Δίον», όλες αυτές οι δήθεν δικαιολογίες κατέρρευσαν: απέναντι στην απαγόρευση βρισκόταν πλέον ο Μανώλης Μητσιάς. Αν ούτε εκείνος θεωρείται ασφαλής φορέας του χατζιδακικού έργου, το πρόβλημα παύει να είναι το επίπεδο των ερμηνευτών και γίνεται το ίδιο το δικαίωμα των άλλων να το ερμηνεύουν. Η αντίφαση οξύνεται από το γεγονός ότι την ίδια περίοδο έργα του Χατζιδάκι εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται σε οργανωμένες εμπορικές παραγωγές. Το «Χάρτινο το φεγγαράκι» αποτέλεσε τη μουσική βάση μεγάλης τηλεοπτικής διαφημιστικής καμπάνιας της Cosmote Telekom, με νέα προσαρμογή και ολόκληρη διαφημιστική παραγωγή. Η χρήση αυτή μπορεί να υπήρξε απολύτως αδειοδοτημένη και νόμιμη. Άρα, με ποιο κριτήριο μια διαφήμιση εντάσσεται στην αποδεκτή ζωή του έργου, ενώ μια συναυλία του Μητσιά για τον Γκάτσο μένει έξω από αυτήν;
Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε οικονομικά κίνητρα για να διακρίνουμε την ανακολουθία. Αρκεί η εικόνα. Από τη μία πλευρά, ένα τραγούδι μπορεί να προσαρμόζεται στις ανάγκες μιας εταιρικής διαφημιστικής καμπάνιας, από την άλλη, ο πρώτος του ερμηνευτής υποχρεώνεται να απαγγείλει ένα άλλο εμβληματικό τραγούδι από τον ίδιο δίσκο, το «Ο Γιάννης ο φονιάς», επειδή η συγκεκριμένη συναυλία δεν περιλαμβάνεται στις προεγκεκριμένες εκδηλώσεις του έτους.
Η πολιτιστική κληρονομιά δεν ταυτίζεται νομικά με το κοινό κτήμα. Το έργο του Χατζιδάκι εξακολουθεί να προστατεύεται και θα προστατεύεται για δεκαετίες. Πολιτιστική κληρονομιά, ωστόσο, σημαίνει κάτι ευρύτερο από έναν νομικό τίτλο ιδιοκτησίας: σημαίνει ένα έργο που έχει περάσει στην κοινή γλώσσα, έχει διαμορφώσει το αισθητικό κριτήριο μιας κοινωνίας και αποτελεί μέρος του τρόπου με τον οποίο θυμάται τον εαυτό της.
Ας φανταστούμε αυτή την αντίληψη ως γενικό κανόνα. Κάθε κληρονόμος ενός μεγάλου συνθέτη θα αποφασίζει ποιοι επιτρέπεται να τραγουδούν τα έργα του. Κάθε οικογένεια συγγραφέα θα εγκρίνει τις θεατρικές παραστάσεις, τις αναγνώσεις και τα αφιερώματα. Κάθε επόμενη γενιά θα συναντά τα μεγάλα έργα μόνο μέσα από τις παραγωγές που επέλεξαν οι διαχειριστές τους. Έτσι, η ιστορία του πολιτισμού θα μετατρεπόταν σε μια μακρά αναμονή 70 ετών, ώσπου η δημιουργία να απελευθερωθεί από όσους ανέλαβαν να την προστατεύουν. Μια τέτοια προστασία θυμίζει όλο και περισσότερο ταρίχευση. Διατηρεί άθικτο το σώμα και αφαιρεί αργά τη ζωή.
Ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε δημιουργός με αυστηρό αισθητικό κριτήριο. Συγκρούστηκε με την ευκολία, τη χυδαιότητα και την τυποποίηση, με το ίδιο το κοινό των συναυλιών του. Ωστόσο, αυτό μπορούσε να το υποστηρίξει ο ίδιος με την προσωπικότητά του και το ταμπεραμέντο του. Δηλαδή με πράγματα που δεν κληρονομούνται, όπως κληρονομούνται τα δικαιώματα. Η επίκληση αυτής της αυστηρότητας δεν μπορεί, όμως, να λειτουργεί ως λευκή εξουσιοδότηση για κάθε μεταγενέστερη απαγόρευση. Η θέληση ενός νεκρού δημιουργού δεν είναι ανεξάντλητο επιχείρημα που προσαρμόζεται σε κάθε απόφαση του ζωντανού διαχειριστή του. Ιδίως όταν δεν παρουσιάζεται μια συγκεκριμένη, ρητή εντολή του Χατζιδάκι που να απαγορεύει στον Μητσιά να τραγουδά τα έργα τα οποία δημιούργησαν μαζί.
Στο Δίον, η απαγόρευση ηττήθηκε με έναν τρόπο που θα έπρεπε να προβληματίσει όσους πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγχουν πλήρως την τύχη ενός έργου. Ο Μητσιάς απήγγειλε τους στίχους και το κοινό άρχισε να τραγουδά χαμηλόφωνα τη μελωδία. Το δικαίωμα σταμάτησε τη μουσική πάνω στη σκηνή. Δεν μπόρεσε να τη σταματήσει μέσα στη μνήμη των ανθρώπων.
Αυτό, ασφαλώς, δεν αρκεί. Οι άνθρωποι που γνώριζαν ήδη το τραγούδι μπόρεσαν να τραγουδήσουν την «κληρονομιά». Οι νεότεροι, όμως, μαθαίνουν ένα έργο επειδή το ακούν, επειδή κάποιος τους το παρουσιάζει, επειδή μια νέα ερμηνεία το φέρνει μπροστά τους. Όσο περιορίζεται αυτή η διαδικασία, η σιωπή παύει να είναι συμβολική και γίνεται πραγματική.
Στο τέλος, το έργο του Μάνου Χατζιδάκι κινδυνεύει να μείνει γνωστό στις νεότερες γενιές ως έργο που όλοι τιμούσαν και όλο και λιγότεροι επιτρεπόταν να αγγίξουν. Θα θυμούνται τις απαγορεύσεις του πριν προλάβουν να γνωρίσουν τα τραγούδια του.
Και τότε η προστασία θα έχει πετύχει το πιο παράδοξο κατόρθωμά της: θα έχει διασώσει άθικτο το έργο, αφαιρώντας του το κοινό που το κρατούσε ζωντανό.