Ελλαδα

ΚΤΕΛ Κηφισού: Το μεγάλο ταξίδι προς τον Ελαιώνα και το στοίχημα της επόμενης μέρας

Η ιστορία ενός σταθμού που όλοι περιμένουν να μεταφερθεί, αλλά που εξακολουθεί να μένει εκεί όπου τον ξέρουν όλοι

Γιάννης Μαντζίκος
ΤΕΥΧΟΣ 995
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΚΤΕΛ από τον Κηφισό στον Ελαιώνα: μια ιστορία που κρατά πάνω από δύο δεκαετίες

Είναι πρωί στον ΚΤΕΛ Κηφισού. Βαλίτσες στο πεζοδρόμιο, οδηγοί που φωνάζουν προορισμούς, επιβάτες που κοιτάνε το ρολόι. Κάποιος ψάχνει το λεωφορείο για Πάτρα, άλλος για Θεσσαλονίκη. Στα εκδοτήρια, η ουρά προχωρά αργά. Στις αποβάθρες, τα λεωφορεία μπαίνουν και βγαίνουν σχεδόν αδιάκοπα. Είναι μια εικόνα που επαναλαμβάνεται καθημερινά εδώ και δεκαετίες. Και είναι η ίδια εικόνα που, εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια, συνοδεύεται από μια σταθερή υπόσχεση: ότι ο σταθμός αυτός θα μεταφερθεί.

Η ιστορία της μεταφοράς των ΚΤΕΛ από τον Κηφισό και τη Λιοσίων στον Ελαιώνα

Η ιστορία ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Το 2001 διατυπώνεται οργανωμένα η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου, ενιαίου σταθμού υπεραστικών λεωφορείων, ώστε οι δύο σημερινοί σταθμοί να απομακρυνθούν από τον πιεσμένο αστικό ιστό και να μεταφερθούν σε έναν σύγχρονο συγκοινωνιακό κόμβο.

Το πρώτο ουσιαστικό βήμα γίνεται το 2005, όταν εκδίδεται το προεδρικό διάταγμα που χωροθετεί τον νέο Κεντρικό Σταθμό Υπεραστικών Λεωφορείων στον Ελαιώνα. Εκείνη τη στιγμή δημιουργείται η αίσθηση ότι το έργο έχει αποκτήσει θεσμική βάση και μπορεί πλέον να προχωρήσει. Όμως, δεν προχωρά.

Για αρκετά χρόνια, το σχέδιο μένει ουσιαστικά στάσιμο. Παραμένει στον σχεδιασμό, χωρίς σαφή χρηματοδότηση, χωρίς ορατό χρονοδιάγραμμα και χωρίς τα επόμενα βήματα που θα το μετέτρεπαν από πρόβλεψη σε κατασκευή. Το θέμα επιστρέφει κατά καιρούς στη δημόσια συζήτηση, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Μια πρώτη ουσιαστική προσπάθεια επανεκκίνησης καταγράφεται γύρω στο 2013 και το 2014, όταν επανέρχεται η συζήτηση για την προώθηση του έργου, επικαιροποιούνται δεδομένα και γίνονται αναφορές σε πιθανή δημοπράτηση. Και πάλι βέβαια, η υπόθεση δεν φτάνει στην εκτέλεση.

Το 2016 έρχεται μια πιο απτή εξέλιξη, καθώς υπογράφεται συμφωνία για την εκπόνηση προμελετών. Το έργο ξαναμπαίνει σε τροχιά ωρίμανσης και αρχίζει να αποκτά πιο συγκεκριμένη τεχνική μορφή. Η μεταφορά των ΚΤΕΛ παύει να παρουσιάζεται ως μια γενική ιδέα και επανέρχεται ως σχέδιο με πραγματικά χαρακτηριστικά.

Ένα ακόμη σημαντικό στάδιο ακολουθεί το 2020, όταν η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων τίθεται σε δημόσια διαβούλευση. Η περιβαλλοντική αδειοδότηση θεωρείται κρίσιμο βήμα, γιατί χωρίς αυτή δεν μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για το επόμενο στάδιο. Εκείνη την περίοδο το έργο επανέρχεται και πάλι ως ώριμο προς υλοποίηση ή έστω πιο ώριμο από κάθε προηγούμενη φάση.

Από το 2022 και μετά, η κινητικότητα αυξάνεται αισθητά. Ο νέος σταθμός στον Ελαιώνα συνδέεται πλέον και με τον ευρύτερο σχεδιασμό της περιοχής του Βοτανικού και της Διπλής Ανάπλασης, άρα δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως έργο μεταφορών, αλλά ως κομμάτι μιας συνολικής αναδιάταξης της περιοχής. Παράλληλα, το μοντέλο υλοποίησης περιγράφεται με όρους ΣΔΙΤ ή παραχώρησης, καθώς η αναζήτηση χρηματοδοτικού και διοικητικού σχήματος παραμένει κομβική για την πορεία του έργου.

Στο σχήμα αυτό εμφανίζεται και η ΚΣΥΛ Ελαιώνα Α.Ε., μέσω της οποίας τα ίδια τα ΚΤΕΛ συμμετέχουν στη διαδικασία. Αυτό δίνει στο πρότζεκτ μια πιο σύνθετη επιχειρησιακή διάσταση, καθώς δεν μιλάμε απλώς για μία δημόσια υποδομή, αλλά για ένα έργο που απαιτεί συντονισμό κράτους, συγκοινωνιακών φορέων, αδειοδοτήσεων και επενδυτικού σχεδιασμού.

Ο σχεδιασμός που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια είναι σαφώς πιο φιλόδοξος από την αρχική ιδέα των αρχών του 2000. Ο νέος σταθμός δεν προβλέπεται απλώς ως χώρος αναχωρήσεων και αφίξεων. Σχεδιάζεται ως ένας νέος συγκοινωνιακός κόμβος μεγάλης κλίμακας, με εμπορικές και υποστηρικτικές χρήσεις, χώρους εξυπηρέτησης επιβατών, ξενοδοχειακή μονάδα, ακόμη και με λογική ελεγχόμενης πρόσβασης προς τις αποβάθρες, που σε ορισμένα σημεία παραπέμπει σε υποδομή τύπου αεροδρομίου.

Γιατί είναι σημαντικός ο νέος Κεντρικός Σταθμός Υπεραστικών Λεωφορείων

Παράλληλα, τα βασικά μεγέθη του έργου δείχνουν γιατί θεωρείται τόσο σημαντικό. Ο νέος Κεντρικός Σταθμός Υπεραστικών Λεωφορείων προβλέπεται να εξυπηρετεί πάνω από 40.000 επιβάτες ημερησίως, δηλαδή περίπου 15 εκατομμύρια επιβάτες τον χρόνο. Θα αντικαταστήσει πλήρως τις σημερινές εγκαταστάσεις σε Κηφισό και Λιοσίων και θα λειτουργεί ως ενιαία πύλη για τις εθνικές και διεθνείς οδικές υπεραστικές μεταφορές.

Καθοριστικό στοιχείο του σχεδιασμού είναι η άμεση σύνδεση με τον σταθμό Μετρό «Ελαιώνας» της Γραμμής 3. Στόχος είναι ο επιβάτης που φτάνει ή αναχωρεί με υπεραστικό λεωφορείο να μπορεί να συνδεθεί εύκολα με το κέντρο της Αθήνας, τον Πειραιά ή το αεροδρόμιο. Αυτή η διασύνδεση είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που ο Ελαιώνας θεωρείται στρατηγικό σημείο για τη νέα χωροθέτηση.

Το έργο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν δει κανείς τα σημερινά δεδομένα. Σε μια τυπική περίοδο, οι υφιστάμενοι σταθμοί εξυπηρετούν περίπου 25.000 επιβάτες ημερησίως, ενώ στις περιόδους αιχμής, το καλοκαίρι και στις αργίες, ο αριθμός αυτός ανεβαίνει στις 35.000 έως 40.000. Στις διεθνείς γραμμές, που σήμερα είναι διάσπαρτες σε διαφορετικά σημεία της πόλης, ο όγκος μετακινήσεων είναι επίσης σημαντικός. Ο νέος σταθμός έρχεται να συγκεντρώσει αυτό το αποτύπωμα σε ένα ενιαίο σημείο.

Ταυτόχρονα, η μεταφορά των ΚΤΕΛ στον Ελαιώνα παρουσιάζεται και ως παρέμβαση με κυκλοφοριακό όφελος. Σύμφωνα με τις μελέτες που έχουν δημοσιοποιηθεί, η απομάκρυνση των υπεραστικών λεωφορείων από τον Κηφισό θα μπορούσε να μειώσει την επιβάρυνση στον άξονα έως και 15-20% στις ώρες αιχμής. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται μόνο για αναβάθμιση της εμπειρίας του επιβάτη, αλλά και για παρέμβαση με αστικό και κυκλοφοριακό αποτύπωμα.

Κι όμως, το έργο δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Και αυτό είναι ίσως το πιο σταθερό στοιχείο σε όλο το χρονικό του. Κάθε λίγα χρόνια, η υπόθεση επανέρχεται πιο ώριμη, με νέες μελέτες, περισσότερα στοιχεία, πιο καθαρή χωροθέτηση ή πιο συγκεκριμένο χρηματοδοτικό μοντέλο. Όμως η μετάβαση στο αποφασιστικό βήμα καθυστερεί.

Το βασικό πρόβλημα αλλάζει μορφή, αλλά παραμένει ουσιαστικά το ίδιο: χρηματοδότηση, μοντέλο υλοποίησης, εγκρίσεις, συντονισμός των εμπλεκόμενων φορέων. Το έργο πλησιάζει στην εκκίνηση, αλλά στη συνέχεια «παγώνει», για να επιστρέψει ξανά μερικά χρόνια αργότερα.

Αυτό φαίνεται και στο σημερινό στάδιο. Παρότι η προετοιμασία του έργου έχει προχωρήσει, ανάδοχος δεν υπάρχει ακόμη. Ο διαγωνισμός αναμένεται να ξεκινήσει όταν ολοκληρωθούν οι τελευταίες απαραίτητες διαδικασίες, όπως η μελέτη σκοπιμότητας και οι σχετικές εγκρίσεις. Δηλαδή, το πρότζεκτ βρίσκεται πιο κοντά στην ολοκλήρωση, αλλά παραμένει ακόμη στη ζώνη ανάμεσα στον σχεδιασμό και στην κατασκευή.

Έτσι, η εικόνα στον Κηφισό εξακολουθεί να είναι η γνώριμη. Τα λεωφορεία συνεχίζουν να μπαίνουν και να βγαίνουν σχεδόν αδιάκοπα, οι αναχωρήσεις να διαδέχονται η μία την άλλη, οι επιβάτες να κουβαλούν βαλίτσες, βιασύνη και προσμονή. Και πάνω από αυτή την καθημερινή σκηνή αιωρείται μια ιστορία που κρατά πάνω από δύο δεκαετίες: η ιστορία ενός σταθμού που όλοι περιμένουν να μεταφερθεί, αλλά που εξακολουθεί να μένει εκεί όπου τον ξέρουν όλοι – στον Κηφισό.