Ελλαδα

Απρίλιος 1826: η Έξοδος του Μεσολογγίου

Η πτώση του Μεσολογγίου και η αδιαφορία του «χριστιανικού κόσμου» για το ελληνικό ζήτημα

A.V. Team
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Απρίλιος 1826: Η Έξοδος του Μεσολογγίου – ηρωική αντίσταση, λιμός και τραγική θυσία που συγκλόνισε την Ευρώπη και αναζωπύρωσε το φιλελληνικό ρεύμα

Η «έξοδος» των πολιορκημένων στρατιωτών και αμάχων του Μεσολογγίου τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1826 έγινε όταν οι ελπίδες απέναντι στα τουρκικά και αιγυπτιακά στρατεύματα είχαν χαθεί λόγω της εξάντλησης των τροφίμων. Η Επανάστασης κατά της Τουρκοκρατίας εκτυλισσόταν ήδη επί πέντε χρόνια.

200 χρόνια από την Έξοδο του Μεσολογγίου: οι συνέπειες της πτώσης του

Το Μεσολόγγι εξεγέρθηκε στις 20 Μαΐου του 1821 και στην πόλη πραγματοποιήθηκε η «συνέλευση της Δυτικής Ελλάδας» που εξελίχθηκε σε τοπική διοίκηση. Το 1822 τα στρατεύματα του Μεχμέτ Ρεσίτ Πασά, του επονομαζόμενου Κιουταχή, που είχε νικήσει τους Έλληνες στο Πέτα (κοντά στην Άρτα), και του Ομέρ Βρυώνη που είχε υποτάξει το Σούλι, πολιόρκησαν το Μεσολόγγι: η πολιορκία διήρκεσε δύο μήνες με τους Τούρκους να υφίστανται σοβαρές απώλειες. Όταν επέστρεψαν την επόμενη χρονιά με επικεφαλής τον Μουσταή και σκοπό την κατάληψη του γειτονικού Αιτωλικού, οι Τούρκοι απέτυχαν ξανά και εγκατέλειψαν το σχέδιο επίθεσης στο Μεσολόγγι για σχεδόν τρία χρόνια. Αλλά το 1825 ο Κιουταχής, έχοντας συγκεντρώσει στρατό στη Λάρισα, κατευθύνθηκε προς το Μεσολόγγι και στα τέλη Απριλίου στρατοπέδευσε στην περιοχή και ξεκίνησε την πολιορκία. Όλες οι επιθέσεις που επιχείρησε εναντίον της πόλης απέτυχαν, όπως και η προσπάθειά του να αποκλείσει τον ανεφοδιασμό της πόλης από στεριά και θάλασσα. Οι πολιορκημένοι ήρθαν σε συνεννόηση με τον Καραϊσκάκη, ο οποίος διεξήγαγε πόλεμο φθοράς στα νώτα του στρατεύματος του Κιουταχή, αναγκάζοντάς τον, τον Οκτώβριο του 1825, να περάσει σε θέση άμυνας.

Εν τω μεταξύ, στην Κωνσταντινούπολη, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’, που ήθελε να τελειώνει γρήγορα με τη χρονοβόρα υπόθεση του Μεσολογγίου, και να μπει στη μύτη των Ευρωπαϊκών Αυλών και του φιλελληνικού κινήματος, αποφάσισε να ενισχύσει τον αποκλεισμό της πόλης με επιπλέον δυνάμεις. Στις αρχές Οκτωβρίου 1825 κατέπλευσαν στην Αλεξάνδρεια ναυτικές μοίρες όλων των Οθωμανών συμμάχων —145 τουρκικά, αιγυπτιακά, αλγερινά, τριπολίτικα μεταγωγικά και πολεμικά σκάφη— ενώ υπήρχαν και αρκετά υπό διάφορες ευρωπαϊκές σημαίες. Παράλληλα, συγκεντρώθηκαν στην Αλεξάνδρεια 8.000 Άραβες του πεζικού, 1.200 ιππείς και περίπου 800 άτακτοι Τούρκοι που εκπαιδεύονταν υπό την επίβλεψη Γάλλων στρατηγών. Με αυτές τις δυνάμεις, ο Ιμπραήμ σκόπευε να καταλάβει ολόκληρη την Πελοπόννησο όσο και να φτάσει μέχρι το Μεσολόγγι. Η πολιορκία ήταν σφοδρή, αλλά μέχρι τον Φεβρουάριο του 1826 οι Τούρκοι δεν είχαν σημειώσει επιτυχία. Ο Ανδρέας Μιαούλης με τον στόλο του κατάφερνε να ανεφοδιάζει το Μεσολόγγι και η άμυνα των πολιορκημένων παρέμενε σθεναρή. Όμως, από τον Μάρτιο του 1826 η κατάσταση άρχισε να αλλάζει: οι Τούρκοι κατέλαβαν τις νησίδες Βασιλάδι και Ντολμά στη λιμνοθάλασσα, ενώ οι Έλληνες κατάφεραν να διατηρήσουν τον έλεγχο της νησίδας Κλείσοβα μετά από άγρια μάχη, στην οποία τα στρατεύματα του Ιμπραήμ είχαν βαριές απώλειες. Όμως η δυνατότητα του ελληνικού στόλου να ανεφοδιάσει την πόλη κατέστη αδύνατη, με αποτέλεσμα οι αμυνόμενοι να βρεθούν σε κατάσταση λιμού. Μπροστά στον λιμό το συμβούλιο των οπλαρχηγών και προκρίτων της πόλης πήρε την απόφαση για την έξοδο των κατοίκων από το Μεσολόγγι την νύχτα του Σαββάτου του Λαζάρου, πριν από το ξημέρωμα της Κυριακής των Βαΐων, μεταξύ 10ης και 11ης Απριλίου 1826.

Το σχέδιο της εξόδου πιθανότατα προδόθηκε από κάποιον αλλοδαπό, με αποτέλεσμα οι Τουρκοαιγύπτιοι να απαντήσουν με σφοδρή επίθεση: χιλιάδες Έλληνες σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν· μόνο 1.500 κατάφεραν να διασωθούν. Ο Σκοτσέζος ιστορικός και φιλέλληνας Τζορτζ Φίνλεϊ (1799-1875) υπολογίζει σε περίπου 4.000 τους πεσόντες, σε 3.000 τους αιχμαλωτισθέντες και σε 2.000 τους διασωθέντες. Μεταξύ των τελευταίων ήταν ο Ιταλός φιλέλληνας Τζάκομο Ιακομούτσι (ο λόρδος Μπάιρον είχε πεθάνει τον Απρίλιο του 1824).

Ερωτηματικά διατυπώνουν οι ιστορικοί σχετικά με τον ρόλο του Καραϊσκάκη, την ημέρα της εξόδου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του αγωνιστή Νικόλαου Κασομούλη, ο οπλαρχηγός, ο οποίος ασθενούσε (μάλλον από φυματίωση), υποδέχτηκε κλινήρης στη σκηνή του στο ελληνικό στρατόπεδο στη Δερβέκιστα (σημερινό χωριό «Ανάληψη»), σε απόσταση 48 χλμ. από το Μεσολόγγι, τους διασωθέντες του σώματος του Δημήτριου Μακρή, με ειρωνική διάθεση. Ο Καραϊσκάκης δεν πίστευε ότι θα σωζόταν το Μεσολόγγι αν όλη η προσπάθεια κλείδωνε μέσα στην πόλη, χωρίς συνεχή, επιθετική δράση απέξω που να σπάει τον κλοιό. Κατά την άποψή του, η στατική άμυνα θα οδηγούσε σε τραγωδία: ο Καραϊσκάκης ήταν άνθρωπος της Ρούμελης και της κινητής πολεμικής με ενέδρες, κοψίματα ανεφοδιασμού, χτυπήματα στα περάσματα· η τακτική του ήταν να δημιουργεί ρήγματα ώστε να περνά βοήθεια και να λύονται έτσι οι πολιορκίες. Επίσης είχε διαφωνία για το ποιος διοικεί και πώς συντονίζoνταν οι ενέργειες: υπήρχαν τριβές με πολιτικούς και στρατιωτικούς· ο Καραϊσκάκης πίστευε ότι δεν του παραχωρούσαν αρμοδιότητες και πόρους για να οργανώσει ενιαία δράση έξω από το Μεσολόγγι, ενώ μέσα στην πόλη άλλοι είχαν τον κύριο λόγο.

Η πτώση του Μεσολογγίου οδήγησε σε διάλυση της Τρίτης Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου του 1826 και στην παραίτηση της κυβέρνησης του Γεώργιου Κουντουριώτη. Στο εξωτερικό αναθέρμανε το φιλελληνικό ρεύμα και επιτάχυνε τις διαδικασίες για τη συμφωνία μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων για τη λύση του ελληνικού ζητήματος. Σύμφωνα με τον Αμερικανό φιλέλληνα Σάμιουελ Γκρίντλεϊ Χάου (1801-1876), η πτώση της «ιεράς πόλεως» αποτέλεσε την «ενοχοποιητική απόδειξη της εγωϊστικής αδιαφορίας του χριστιανικού κόσμου».