- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Μια τρίτη ματιά στις φωτογραφίες των 200
Ο καθηγητής και πρώην υπουργός, σχολιάζει τις φωτογραφίες, έχοντας προσωπική σύνδεση με την ιστορία: ο πατέρας του είχε κρατηθεί στο Χαϊδάρι και στις φυλακές Αβέρωφ.
Οι φωτογραφίες της εκτέλεσης των 200 στην Καισαριανή και η συζήτηση για την ιστορική μνήμη
Η ανακάλυψη και δημοσιοποίηση των φωτογραφιών που δείχνουν την εκτέλεση των 200 Ελλήνων κρατουμένων από τις ναζιστικές δυνάμεις Κατοχής το 1944 συγκλόνισε την ελληνική κοινή γνώμη, αλλά ταυτόχρονα πυροδότησε μια οξεία πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση με προβολή στα δρώμενα του 2026. Από τη μία βγήκε το ΚΚΕ, που ήθελε να κάνει κεφαλαιοποίηση της πανελλήνιας συγκίνησης, κι από την άλλη οι αντίπαλοί του, που αιφνιδιάστηκαν και επιχείρησαν να απαξιώσουν τη θυσία των 200 – τουλάχιστον σε ιδεολογικό επίπεδο. Η κοινή γνώμη μένει αποσβολωμένη από την αντιπαλότητα και τον ρεβανσισμό που ακόμα κουβαλούν εντός τους οι δύο πλευρές του Εμφυλίου, και θα ήθελα όσον αφορά αυτό το φαινόμενο να καταθέσω ορισμένα σχόλια. Αισθάνομαι ότι κατά κάποιον τρόπο έχω και το δικαίωμα και την υποχρέωση να το κάνω, δεδομένου ότι ο πατέρας μου υπήρξε κρατούμενος επί έναν χρόνο στο Χαϊδάρι, όπου μεταφέρθηκε έπειτα από διετή εγκλεισμό στις φυλακές Αβέρωφ.
Θα ξεκινήσω από την πλευρά της απαξίωσης, η οποία, μετά την αρχική αμηχανία της αποκάλυψης, επιχείρησε να σχετικοποιήσει το έγκλημα των εκτελέσεων με δύο τρόπους: Πρώτον, εγκαλώντας τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ ότι παγίδευσαν και σκότωσαν τον Γερμανό υποστράτηγο Κερχ στους Μολάους τον Απρίλιο 1944 και έτσι έθεσαν σε κίνηση έναν προβλέψιμο μηχανισμό εκδίκησης που δεν μπορούσαν να ελέγξουν. Το επιχείρημά τους είναι ότι η εκτέλεση έγινε χωρίς αποχρώντα στρατηγικό λόγο, αφού όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο πόλεμος θα τελείωνε σε λίγους μήνες. Η απάντηση σ’ αυτό είναι ότι καμία ασφαλής πρόβλεψη δεν υπήρχε για επικείμενη λήξη του πολέμου, ο οποίος τελείωσε ένα εξάμηνο αργότερα στην Ελλάδα και έναν χρόνο αργότερα στην Ευρώπη.
Επιπλέον, στις τελευταίες φάσεις μιας πολεμικής αναμέτρησης συχνά γίνονται και οι πιο μεγάλες συγκρούσεις για να επιταχυνθεί η κατάρρευση του αντιπάλου. Παραδείγματα υπάρχουν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και τη μάχη στους Αιγός Ποταμούς, όπου συνετρίβησαν οι Αθηναίοι πριν παραδοθούν, έως την επίθεση των 100 ημερών στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, που συνεχιζόταν ακόμα και την ημέρα της οριστικής ανακωχής. Κανείς, άλλωστε, δεν ξέρει τι σχέδια είχε ο Γερμανός υποστράτηγος και τι φόρο αίματος θα πλήρωνε ο ελληνικός πληθυσμός της Πελοποννήσου με την άφιξή του.
Καλό θα είναι επίσης να γνωρίζουμε ότι το επιχείρημα αυτό χρησιμοποιείται επιλεκτικά: Μία ακριβώς ημέρα πριν την εκτέλεση του Κρεχ, είχε γίνει η απαγωγή του στρατηγού Κράιπε στην Κρήτη, την οποία οι Γερμανοί βρήκαν πάλι ως πρόσχημα για να θανατώσουν 164 κατοίκους των χωριών του Κέδρους στο Ρέθυμνο. Επειδή όμως την απαγωγή την είχε οργανώσει ο Βρετανικός SOE, κανείς δεν βγήκε να πει ότι ήταν άσκοπη επειδή επίκειτο η λήξη του πολέμου, όπως έκανε με τον ΕΛΑΣ!
Η δεύτερη γραμμή αμφισβήτησης του ηρωισμού των 200 επικαλέστηκε ότι μέρος της ευθύνης για την εκτέλεσή τους έχει και η τότε καθοδήγηση του ΚΚΕ στην Ακροναυπλία, που δεν τους άφησε να αποδράσουν μέσα στην αναμπουμπούλα των πρώτων ημερών της γερμανικής Κατοχής, ενώ ακόμα και οι δεσμοφύλακες τούς παρότρυναν να το σκάσουν για να φύγουν κι αυτοί. Πλην όμως η ιστορική ευθύνη παράδοσης των κρατουμένων βαρύνει απολύτως τη δικτατορική κυβέρνηση και τους διαδόχους της. Ο υπουργός Ασφάλειας του καθεστώτος –ο περιβόητος Μανιαδάκης– είχε παραμείνει στην κυβέρνηση και λέγεται ότι είχε μεταβεί προσωπικά στην Ακροναυπλία τον Μάιο 1941 για να διασφαλίσει την παράδοσή τους στον κατακτητή, πριν ο ίδιος την κοπανήσει για την Αίγυπτο.
Την ίδια στιγμή που η αμηχανία κυριαρχεί ανάμεσα σε όσους θα ήθελαν να μειώσουν το βάρος της Αριστεράς στην εθνική αντίσταση, στο ΚΚΕ πνέει άνεμος ενθουσιασμού και διεκδικείται όχι μόνο το φωτοστέφανο της Ιστορίας αλλά και η αποκλειστικότητα της μαχητικής εναντίωσης στον κατακτητή. Και αυτή η στάση όμως δείχνει εργαλειοποίηση ενός δραματικού ιστορικού γεγονότος με στόχο να ενισχυθεί η απήχηση του κόμματος στο σημερινό πολιτικό σκηνικό και είναι προβληματική για δύο λόγους.
Αφενός διότι η απόσταση των γεγονότων εκείνων από το τώρα είναι πάνω από οκτώ δεκαετίες, στη διάρκεια των οποίων συντελέστηκαν κοσμογονικές αλλαγές, που μετέβαλαν τις ιδεολογικές συντεταγμένες και επιλογές του παρελθόντος. Τα γεγονότα προφανώς και θα πρέπει να κρίνονται κυρίως στο ιστορικό πλαίσιο που τα παράγει – και την εποχή εκείνη είναι σωστό ότι πολλοί αγωνιστές ήταν κομμουνιστές και πίστευαν ότι η ιδεολογία αυτή θα έφερνε τη λύτρωση σε όλη την ανθρωπότητα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι άλλοι αγωνιστές δεν υπήρξαν ούτε ότι η εμμονή στην ίδια ιδεολογία θα ήταν για πάντα η μόνη εναλλακτική. Στην πραγματικότητα, η ελκυστική δύναμη αυτής της ιδεολογίας εξατμίστηκε όταν ακριβώς εφαρμόστηκε σε μεγάλη κλίμακα μετά τον πόλεμο.
Αφετέρου, επειδή η ίδια πλευρά αρνείται να σχολιάσει τις μαρτυρίες ιστορικών στελεχών της (όπως ο Γιάννης Μανούσακας στο βιβλίο «Ακροναυπλία, 1975» κ.ά.) ότι η καθοδήγηση δεν τους άφησε να φύγουν, κι έτσι αργότερα κατέληξαν στο Χαϊδάρι, όπου εκτελέστηκαν. Ένα μείζον ηθικό θέμα είναι τα ψέματα με τα οποία δικαιολόγησαν τη στάση τους έναντι των κρατουμένων, φτάνοντας να λένε ότι θα τους απελευθέρωναν οι ίδιοι οι Γερμανοί επειδή είχαν υπογράψει Σύμφωνο φιλίας με τον Στάλιν. Τηρουμένων των αναλογιών, η στάση τους θυμίζει τους ραβίνους των Εβραίων, οι οποίοι ήταν πρόθυμοι να υπακούσουν τις διαταγές των ναζιστών και να πείσουν τους ομοεθνείς τους να συμμορφωθούν γιατί θα πήγαιναν κάπου καλύτερα.
Μετά τη λήξη του πολέμου, αρκετοί ραβίνοι κατηγορήθηκαν και κυνηγήθηκαν για την άκριτη συμμόρφωσή τους. Όμως στο ΚΚΕ βλέπουμε ότι τα στελέχη που εμπόδισαν τη φυγή των εγκλείστων, όχι μόνο δεν κλήθηκαν κάποια στιγμή από το κόμμα να λογοδοτήσουν, αλλά –απεναντίας– τοποθετήθηκαν σε ανώτατα κομματικά πόστα (π.χ. ακόμα και ως ΓΓ του κόμματος), όπου παρέμειναν για πολλά χρόνια και μετά την αποσταλινοποίηση. Και για τα θέματα αυτά το ΚΚΕ οφείλει πολλά να εξηγήσει πριν αυτοανακηρυχθεί μονοκράτορας των αγώνων και της πολιτικής ηθικής.
Τελικά οι φωτογραφίες είναι το ύστατο καταφύγιο της ιστορικής αλήθειας, γιατί ούτε αλλοιώνονται με κάθε λογής επιχειρήματα ούτε στρεβλώνονται με μεταγενέστερες σκοπιμότητες. Όπως θυμάμαι τον πατέρα μου να διηγείται, το μεγαλείο των 200 εκτελεσμένων ήταν ότι μέσα στη φυλακή δεν ξεχώριζαν τον εαυτό τους από τους άλλους κρατούμενους, που δεν ήταν αριστεροί, ούτε και οι άλλοι τους είχαν σε απόσταση, επειδή θα τους έκαναν παρατήρηση. Ήταν όλοι τους ένα σύνολο, που η μόνη τους έγνοια ήταν ότι αγωνίζονταν μαζί για να γίνει η πατρίδα τους ελεύθερη, χωρίς τις μοιρασιές και τους διαχωρισμούς του παρελθόντος. Αυτή είναι και η μεγάλη τους παρακαταθήκη σε όλους εμάς σήμερα και πρέπει να τη διαφυλάξουμε με σεβασμό, αντί να διαλέγουμε με τι βαφή θα επιχρωματιστούν οι φωτογραφίες της θυσίας τους.
* Ο Νίκος Χριστοδουλάκης είναι ομότιμος καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Συγγραφέας του βιβλίου «Το τίμημα του Εμφυλίου: Συγκρούσεις και κατάρρευση στην Ελλάδα 1946-49», εκδόσεις Παπαζήση.