Ελλαδα

Ημερολόγιο μεταμορφοψίας

Μια διαταραχή στην όραση πυροδοτεί τη φαντασία όσο τίποτε άλλο

Κωνσταντίνος Ματσούκας
ΤΕΥΧΟΣ 988
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ημερολόγιο όρασης: Η εμπειρία ενός ασθενή με μεταμορφοψία στο δημόσιο Οφθαλμιατρείο της οδού Σίνα

Πολύ πρωί, στην αίθουσα αναμονής του δημόσιου νοσοκομείου, δυο μήνες μετά το κλείσιμο του ραντεβού, νιώθω τα μάτια μου ξερά, θεόστεγνα. Είναι η τρίτη φορά μέσα στο τελευταίο εξάμηνο που έρχομαι στο Οφθαλμιατρείο της Σίνα, λόγω μιας πρόσφατης εξέλιξης στην όρασή μου, μιας πάθησης με το περίεργο όνομα μεταμορφοψία. Ακόμα πιο περίεργο το ότι είναι ακριβώς αυτό που λέει: μια βαθμιαία παραμόρφωση του οπτικού πεδίου που καμπυλώνει τις ευθείες και κάνει τον αέρα να φαίνεται… κοκκώδης. Έχω αρχίσει να φοβάμαι λίγο τα σκαλοπάτια και ο ουρανός συχνά δείχνει τσαλακωμένος. Πρόκειται για έναν εκφυλισμό λόγω ηλικίας, που χρειάζεται να τον παρακολουθώ ανελλιπώς.

Ακούγεται μάλλον εύλογο μια διαταραχή στην όραση να πυροδοτεί τη φαντασία όσο τίποτε άλλο. Κατηφορίζοντας τον δρόμο, το χειμωνιάτικο φως της μέρας ήταν ένας μαγνήτης εστιασμένος στο ηλιακό μου πλέγμα, που με καλούσε να βγω από το μοναχικό μου περίγραμμα και να ενωθώ μαζί του. Ήξερα ότι δεν είναι ακόμα η ώρα για να συμβεί κάτι τέτοιο και, προς έκπληξή μου, αυτή η γνώση συνοδευόταν από μια βαθιά, πηγαία λύπη.

© Κωνσταντίνος Ματσούκας

Ο θάλαμος όπου καθόμαστε περιμένοντας να εξεταστούμε είναι ένα μεγάλο χωνευτήρι της ανθρωπότητας. Της φτωχής ανθρωπότητας. Κάποιοι συνοδευόμενοι, άλλοι όχι, συνομήλικοί μου ως επί το πλείστον, όμως περισσότερο συμφιλιωμένοι απ’ ό,τι εγώ με τη φθορά του χρόνου, αν όχι υποταγμένοι σ’ αυτή. Σε τόνους του καφέ και του γκρίζου, δείχνουν σβηστοί μάλλον παρά στωικοί, περισσότερο σαν να υπομένουν παρά σαν να περιμένουν. Σαν να γίνεται εδώ φανερή μια κουλτούρα εγκαρτέρησης, λες και είναι αυτό μια νόρμα, κάτι προσυμφωνημένο και αυτονόητο. Ένας φίλος που εγχειρίστηκε πρόσφατα για καταρράκτη σε ιδιωτικό ιατρείο με διαβεβαίωσε πως, σ’ εκείνο το περιβάλλον, οι ασθενείς που μαζί τους περίμενε ήταν ομιλητικοί, ευδιάθετοι, κοινωνικοί. Μπαίνω επομένως στη διαδικασία ν’ αναρωτηθώ για τους οικονομικούς συντελεστές της κατάθλιψης. Για το αν δικαιούμαστε να μιλάμε για «ταξική κατήφεια».

Νοσοκόμες με κολλύρια στο χέρι περιφέρονται και χρίουν τους επίλεκτους που σε λίγο θα γίνουν δεκτοί από τους γιατρούς. Ξέρω εξ ιδίας πείρας ότι οι κόρες μένουν μετά διασταλμένες για ώρες – είναι σαν να έχεις πάρει κάποια ψυχοτρόπο ουσία αλλά χωρίς τις παραισθήσεις. Ενοχλητικό, έως και οδυνηρό το να είσαι τόσο ανυπεράσπιστος απέναντι στο φως που εφορμά χωρίς διάκριση επάνω στα πάντα. Μετά την πρώτη φορά, δεν ξεχνώ πια να πάρω μαζί μου τα γυαλιά ηλίου.

© Κωνσταντίνος Ματσούκας

Έχω τη μουσική να παίζει χαμηλόφωνα στα ακουστικά, σαν υπόκρουση που με κρατάει αγκυροβολημένο σε μια δική μου, προσωπική συχνότητα. Πού και πού αποτολμάω μικρές χορευτικές κινήσεις στο κάθισμά μου, που ελπίζω ότι μοιάζουν σαν να τεντώνομαι για να ξεμουδιάσω. Θέλω πολύ να δραπετεύσω απ’ αυτό το δωμάτιο το γεμάτο μασκοφόρους ηλικιωμένους, να βγω έξω για τσιγάρο και καφέ, επιλογή που φυσικά δεν υφίσταται. Πρέπει να μείνω, ελαχιστοποιώντας την αντίστασή μου στον αδιευκρίνιστο χρόνο αναμονής που εκτείνεται μπροστά μου (δίωρο, στην τελευταία επίσκεψη).

Η μορφή που παίρνει η αντίστασή μου, τώρα που δεν έχω πουθενά να πάω, είναι μια ελαφριά υπνηλία. Βολεύομαι λίγο πιο αναπαυτικά και συγκεντρώνομαι στην αναπνοή μου. Όπως συμβαίνει όλο και πιο συχνά τελευταία, η πρωταρχική μου επιδίωξη είναι να σταματήσω να σκέφτομαι. Αν δεν τα καταφέρω, η αμέσως επόμενη επιλογή είναι να βγάλω χαρτί και μολύβι και ν’ αρχίσω να σημειώνω όσα σκέφτομαι και παρατηρώ. Να μια εξαιρετική χρησιμότητα του γραψίματος – λειτουργεί σαν διόδια για να περάσεις απέναντι στον χρόνο. Και, βέβαια, όταν το «μετά» έρθει με το καλό και, αναπόφευκτα, παρέλθει, δεν είσαι με άδεια χέρια, κρατάς αυτές τις σημειώσεις.

© Κωνσταντίνος Ματσούκας