Μιλάμε για ταξίδια, για τον Πόρο, για το Βυζάντιο και τη Θεοδώρα, αλλά (κυρίως) μιλάμε για τη ζωή που είναι πάντοτε ωραία όταν έχεις δίπλα σου μια μερίδα αχινούς.
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
12°
Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ 1926-2026: Η γυναίκα που έκανε την Ιστορία περιουσία όλων
Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ υπήρξε με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο καθηγήτρια όλων μας
Αν η φοιτητική σας ζωή σας έστειλε κάποτε στα έδρανα κάποιου Τμήματος του Ιστορικού της Αττικής ή της Περιφέρειας, τότε, σίγουρα διαβάσατε (κάτι της) Αρβελέρ. Και αν αγαπάτε την ιστορία, τότε η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ υπάρχει στη βιβλιοθήκη ή πάνω στο γραφείο σας. Δυστυχώς, στα ΑΕΙ βρισκόμαστε σε ηλικία που δεν μπορούμε πάντα να κατανοήσουμε αυτά που ακούμε. Μαθαίνουμε. Αποκωδικοποιούν άλλοι για εμάς. Έτσι, πριν από χιλιάδες χρόνια, μόλις ενήλικη, την άκουσα αποσβολωμένη σε μία διάλεξή της να μας λέει ότι «η ιστορία υπάρχει για να κάνει μπορντέλο τη γεωγραφία».
Θα έπρεπε να περάσει πολύς καιρός, να ζήσει η χώρα μας εθνικά θέματα, ανεπίλυτα και μη, και (παραδοσιακούς) διχασμούς, διαδηλώσεις και πόλωση, επεισόδια και αναθέματα για να καταλάβω εκείνη τη σοκαριστική κουβέντα της γυναίκας που (μου) μιλούσε μέσα από το «Γιατί το Βυζάντιο» και τους τόμους των «Ευρωπαίων» και τόσα άλλα της.
Δεν ήταν συνηθισμένη περίπτωση η Αρβελέρ κι ας μην χάρηκε πολύ ο φεμινισμός του καιρού της με τις πρωτιές της: Πρώτη γυναίκα πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης το 1967. Πρώτη γυναίκα πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σορβόννης το 1976 – που μέχρι τότε, σε 700 χρόνια ιστορίας του εκπαιδευτικού ιδρύματος γυναικείο κεφάλι δεν είχε ξεχωρίσει στην Πρυτανεία.
Και μετά ανακηρυγμένη πρύτανης του Πανεπιστημίου της Ευρώπης, Πρόεδρος του Πανεπιστημίου Παρισίων, Πρύτανης των Πανεπιστημίων Παρισίων και Πρόεδρος του Κέντρου Georges Pompidou-Beaubourg, αλλά κυρίως περιουσία όλων, τελικά. Όχι απλώς εξέχουσα προσωπικότητα της Βυζαντινολογίας, όχι μόνο εξαιρετική ομιλήτρια και ψυχή σοβαρών διαλέξεων, όχι μόνο συγγραφέας – πολύτιμη παραπομπή σε κάθε ακαδημαϊκή εργασία.
Μια απίστευτα ταξιδεμένη, σε χώρες και σελίδες, γυναίκα. Με πολλά προνόμια; Ναι. Αλλά αποκτημένα με δουλειά και θράσος. Αντιπαθής σε κάποιους; Σίγουρα. Ωστόσο, στον έναν αιώνα της απίστευτης διαδρομής της συνομίλησε με όλους τους ισχυρούς –πράγμα που της χρεώθηκε-, με τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τα τελευταία 100 χρόνια και με την ίδια την Ιστορία ως επιστήμη, κάνοντας την κλάσματα και μετατρέποντας την σε περιουσία όλων μας.
Τα παιδικά χρόνια της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ και η μνήμη ως πρώτη πατρίδα
Γεννιέται το 1926 στην Αθήνα και όπως άπειρες φορές έχει αφηγηθεί ζει δύσκολα παιδικά χρόνια. Η Ελλάδα ακόμη επουλώνει το χαίνον τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Οι γονείς της Αρβελέρ, Καλλιρόη και Νικόλαος, Μικρασιάτες πρόσφυγες, κουβαλούν αυτό το τραύμα, όμως πιστεύουν βαθιά στην αξία της μόρφωσης. Η Ελένη, το μικρότερο παιδί, το «γρουσούζικο» που είναι και κορίτσι, μεγαλώνει στον Βύρωνα, σ’ ένα σπίτι που ο πόνος του ξεριζωμού και οι ιστορίες των χαμένων πατρίδων δημιουργούν την ταυτότητα ενός έξυπνου παιδιού, που μαθαίνει γρήγορα, είναι πεισματάρικο, δεν κάνει ό,τι του λένε και πολύ συχνά βγάζει γλώσσα.
Αυτή η μεγάλη γλώσσα θα την ακολουθεί από την πρώτη παιδική ηλικία, μέχρι τα φοιτητικά της χρόνιας, μέχρι το τέλος του βίου της. Και ΕΠΟΝίτισσα, και υπάλληλος της Φρειδερίκης, και του λιμανιού και μετά του σαλονιού, κάποτε είχε απαντήσει στον καθηγητή Οικονόμου «ακούστε, κύριε καθηγητά: εγώ θα κάνω στη ζωή αυτό που θέλω και για να κερδίσω τη ζωή μου, θα πουλώ λεμόνια στους δρόμους της Αθήνας».
Σε συνεντεύξεις της έχει πει ότι «η μνήμη είναι η πραγματική πατρίδα του ανθρώπου». Ίσως γι’ αυτό η Ιστορία δεν ήταν ποτέ για εκείνη ένα αντικείμενο μελέτης. Ήταν ένας τρόπος να κατανοήσει τον κόσμο, να κατανοήσει τον εαυτό της. Όταν έξω από το King George στο Σύνταγμα, τις μαύρες μέρες του ελληνικού εμφυλίου, αριστεροί σκοτώνουν αριστερούς, σύντροφοι γδέρνουν συντρόφους, η Γλύκατζη, η «Νίκη» της ΕΠΟΝ –αυτό ήταν το ψευδώνυμό της στην οργάνωση- αποφασίζει ότι για εκείνην τελείωσε και η Αριστερά και η Πολιτική. Όχι, όμως και η Ιστορία.
Το κορίτσι που για καιρό γλίτωνε από τους Χίτες, μέχρι που την έπιασαν, η μαθήτρια που δεν είχε μολύβι να γράψει, παρά μόνο ό,τι ξέμενε από τα αδέλφια της και έστεκε να ζηλεύει το πολύχρωμο μολύβι κάποιου συμμαθητή της με το όνομα Μενεμενλής, το παιδί που για να πάει σχολείο, περνούσε πάνω από πτώματα νηστικών ανθρώπων στην Κατοχή, ήταν κάτι μεταξύ αυτόφωτης φλόγας και τρεχούμενου νερού που ό,τι πέταγες μέσα του μεταμορφωνόταν για πάντα.
Μεγάλωσε σε μια Αθήνα φτωχή αλλά ζωντανή, σε μια κοινωνία που άλλαζε, σε μια εποχή που οι γυναίκες δεν είχαν ακόμη κατακτήσει τον χώρο που τους άξιζε. Ωστόσο, η κόρη και μαθήτρια Γλύκατζη δεν είχε καιρό γι’ αυτά – γνώριζε ήδη ότι η δύναμη δεν έχει φύλο. Ούτε και η γνώση.
Η Κατοχή – Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία
Η εφηβεία της συνέπεσε με τη γερμανική Κατοχή. Ήταν μια εποχή σκοτεινή, αλλά και μια εποχή που έβγαλε στην επιφάνεια το θάρρος των ανθρώπων. Η νεαρή Ελένη εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ, συμμετέχοντας στην Αντίσταση. Όπως θα αποκάλυπτε χρόνια μετά, δεν το έκανε για ηρωισμό· το έκανε γιατί πίστευε ότι η ελευθερία δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά καθημερινή ευθύνη. Και φυσικά, όλα τα αδέλφια, ήταν ενταγμένα σε διαφορετικές αντιστασιακές οργανώσεις. Είναι η εποχή που μαθαίνει ότι η Ιστορία δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Ότι γράφεται από ανθρώπους που παίρνουν θέση.
Το 1943, στην κηδεία του Κωστή Παλαμά, η ίδια έχει αφηγηθεί χαρακτηριστικά: «Λοιπόν, πάμε στον τάφο, αρχίζουμε να τραγουδάμε τον Εθνικό Ύμνο, έρχεται ο Γκύντερ Άλτενμπουργκ, ο Γερμανός κυβερνήτης της Αθήνας με ένα στεφάνι δάφνινο, αφήνει το δάφνινο στεφάνι στον τάφο και φεύγει. Μόλις έφυγε, πεταχτήκαμε όλοι πάνω και κάναμε το στεφάνι κομμάτια. Ήταν η πρώτη, αν θέλετε, δημόσια εκδήλωση αντίστασης. Κρίμα μόνο που το 2013 κανείς δεν θυμήθηκε τα 70 χρόνια από τον θάνατο του Παλαμά. Τον επισκίασαν οι γιορτές για τα 80 χρόνια από τον θάνατο του Καβάφη.
Η ακαδημαϊκή πορεία στην Ελλάδα – Τα πρώτα βήματα
Μετά τον πόλεμο, η Ελένη Γλύκατζη σπουδάζει Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ήταν μια εποχή δύσκολη για τις γυναίκες στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Κι εκείνη λαχταρά το Πολυτεχνείο, αλλά η εποχή των γυναικών στο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα αργεί. Στο δε Αρχαιολογικό της εποχής σπουδάζουν πλούσιες και κόρες μεγαλοαστικών οικογενειών. Οι καθηγητές την κοροϊδεύουν ότι δεν έχει τα εφόδια για να τα βγάλει πέρα. Εκείνη έχει πρόχειρη την απάντησή της για τα λεμόνια (βλ. παραπάνω) και όταν η Φρειδερίκη αναζητά κάποιαν που να γνωρίζει καλά ελληνικά και ξένες γλώσσες, να έχει οργανωτικό μυαλό και να μη διστάζει, η Ελένη είναι η μόνη που ξεχωρίζει.
Όπως συνήθιζε να λέει, τα «γαλλικούλια της» τα είχε μάθει μόνη της με ένα βιβλίο που κάποτε της χάρισαν στις διακοπές με το αντίσκηνο του πατέρα της στη Βάρκιζα. Το ΕΠΟΝιτάκι που ξαφνικά εργάζεται για τη Φρειδερίκη ενοχλεί πολύ. Και με τη Φρειδερίκη, η Γλύκατζη τα «σπάει» για τον πιο τρελό λόγο: της απαγορεύει να καπνίζει, μετά από ένα φωτογραφικό σκάνδαλο της εποχής. Το ωραιότερο ήταν ότι η Φρειδερίκη είχε στα χέρια της από την πρώτη στιγμή την επιστολή μίας καθόλου ανώνυμης ρουφιάνας που την ενημέρωνε ότι στη δούλεψή της είχε «τη μεγαλύτερη κομμουνίστρια που υπάρχει». Όμως, η νεαρή Ελένη έχει ήδη κάνει αυτό που στις μέρες μας ονομάζουμε επιτυχημένο networking. Γνωρίζει τις σωστές γυναίκες, στο σωστό σημείο. Τις κυρίες του Γαλλικού Ινστιτούτου με τις οποίες χτίζει βαθιές, ουσιαστικές φιλίες, όχι απλώς δημόσιες σχέσεις και τελικά εξασφαλίζει, στα μέσα της δεκαετίας του ’50, την απόδρασή της στη Γαλλία.
Στο Παρίσι, μια πόλη για ανθρώπους με ανοιχτά μάτια, καρδιές και μυαλό
Το Παρίσι της δεκαετίας του ’50 ήταν μια πόλη που έβραζε από ιδέες. Η Σορβόννη ήταν το κέντρο της ευρωπαϊκής διανόησης, και η νεαρή Ελληνίδα βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο ενός κόσμου που αγνοούσε, αλλά της ταίριαζε απόλυτα. Πολύ πριν γνωρίσει τον Ζακ Αρβελέρ, μετέπειτα σύζυγό της, η νεαρή Γλύκατζη συνειδητοποιεί τη διαφορά ελληνικής και γαλλικής πανεπιστημιακής ζωής. Όπως είπε, στη Σορβόννη, ο μεγαλύτερος βυζαντινολόγος, Πωλ Εμίλ Λεμέρλ, την παίρνει από το χέρι και την κατατοπίζει για όλας: τις βιβλιοθήκες, τα συγγράμματα, πώς συντάσσεται ένα δελτίο, πού είναι τα λεξικά, πώς γράφεται μια εργασία για γαλλικό πανεπιστήμιο.
Η Γλύκατζη παθαίνει σοκ από την αμεσότητα, την ανθρωπιά και την ταπεινή συμπεριφορά ενός από τους μεγαλύτερους ακαδημαϊκούς στον κόσμο. Χρόνια μετά, θα έλεγε ότι αν παρέμενε στην Ελλάδα, ούτε στα μάτια δεν θα της επέτρεπαν να κοιτάξει τον κάτοχο της αντίστοιχης έδρας. «Το πολύ πολύ να κατέληγα βοηθός καθηγητού», είχε πει και ήταν η πικρή αλήθεια για τον κύκλο της ελληνικής καθηγητικής βλακείας.
«Τελικά, πήρα τη θέση του Λεμέρλ στη Σορβόννη, όταν εκείνος πήγε στο College de France. Μπαίνω στη Σορβόννη το 1953, δύο χρόνια μετά διορίζομαι στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Σπουδών (CNRS). Το 1964 γίνομαι Διευθύντρια του Κέντρου και το 1966 παίρνω το ντοκτορά μου με μία διατριβή 600 σελίδων για το Βυζάντιο και τη Θάλασσα. Το 1967 γίνομαι καθηγήτρια στη Σορβόννη, ενώ έχω ήδη κόρη τριών ετών. Είμαι από τους λίγους βυζαντινολόγους, αν και όχι η μόνη, που έχουν διαβάσει όλα σχεδόν τα κείμενα στο πρωτότυπο και όχι από δευτερεύουσες πηγές. Το 1970 γίνομαι αντιπρύτανης και το 1976 Πρύτανης στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης», έχει αποκαλύψει.
Όμως απ’ όλες τις ιδιότητες της θα πει ότι κρατά μόνο εκείνη της Πρυτάνεως («λες Πρύτανης και όλα τα υπόλοιπα απλώς δεν ισχύουν») και της μαμάς. Κι αυτό λέει πολλά για την διαβαστερή, θρασύ και αλύγιστη Αρβελέρ που τολμούσε να διορθώνει τον Λεμέρλ, τη στιγμή που ακόμα και ο Σβορώνος δίσταζε από σεβασμό και δέος.
Και κάπου να σημειωθεί ότι το πόστο του Λεμέρλ το πήρε γιατί οι διορθώσεις που του έκανε, ήταν διορθώσεις που μόνο κάποια με ελληνική παιδεία και βαθιά γνώση της ελληνικής γλώσσας, θα μπορούσε να του κάνει. Ένα μικρό δείγμα: «Ήμουν διαβαστερή, αλλά και θρασύς, όταν ήταν κάτι να πω, το έλεγα. Λέω μια μέρα του Λεμέρλ: “Δεν έχετε καταλάβει το κείμενο”. Με κοιτάει έκπληκτος για το θράσος μου: “Πώς;”. Επαναλαμβάνω: “Δεν το έχετε καταλάβει το κείμενο». Ήταν μία λέξη “κάφηροι” σ’ ελληνικό κείμενο μέσα στο Χρονικό της Μονεμβασιάς. Του λέω δεν σημαίνει “μαύροι”, αλλά “άπιστοι”, δηλαδή Άραβες, οι οποίοι έχουν γίνει χριστιανοί. Οι Άραβες τους έλεγαν “κιαφίρ”, δηλαδή άπιστους, προδότες σχεδόν. Μια άλλη φορά με τη λέξη “λογάριον” του λέω “το λογάριον δεν είναι λόγος, είναι λογαριασμός”».
Ο γάμος και η Αρβελέρ ή η Θάτσερ του Πομπιντού
Το σύζυγό της Ζακ Αρβελέρ, αξιωματικό του Γαλλικού Πολεμικού Ναυτικού, γόνο μεγαλοαστικής παριζιάνικης οικογένειας, βαθιά καλλιεργημένο άνδρα, τον γνωρίζει στο σπίτι της φίλης της Ιρέν Ντι Κουρτιάλ. Ο Αρβελέρ είναι φίλος με φυσιογνωμίες όπως η Σιμόν Ντε Μποβουάρ και ο Λουί Αραγκόν, η Έλσα Τριολέ (σύζυγος του Αραγκόν) και ο Πωλ Ελυάρ.
Η νεαρή Ελένη έχει ήδη πάρει από τον κύκλο των Μερλιέ και Μίλλιεξ τη γαλλική υποτροφία και φεύγει για το Παρίσι, απόφοιτος του Αρχαιολογικού Αθηνών. Με τον Αρβελέρ για περίπου δύο χρόνια θα συναναστρέφονται στα γεμάτα τους παρεΐστικους κύκλους της γαλλικής διανόησης της εποχής, όμως εκείνη δεν θα αποφασίζει να τον παντρευτεί μέχρι τη νύχτα μιας μεγάλης χιονοθύελλας. Όταν οι φίλοι τους τους επισήμαναν ότι δεν είναι δυνατόν να φεύγουν από φιλικό σπίτι και να πηγαίνει ο ένας αριστερά και ο άλλος δεξιά σε μία τέτοια νύχτα κακοκαιρίας, αποφασίζουν να παντρευτούν. Φέρνουν στον κόσμο μία κόρη και την ονομάζουν Μαρί – Ελέν. «Ελπίζω να την έκανα ευτυχισμένη», θα πει κάποτε η Αρβελέρ.
Όσο εκείνη συνομιλεί απευθείας με τον Μιτεράν και τη σύζυγό του Ντανιέλ, όσο γράφει το έργο της με πάθος και συνέπεια, και ταυτόχρονα αποφασίζει για τις τύχες των Γάλλων μαθητών και φοιτητών, οι χάρες του οργανωτικού και αυστηρού πνεύματός της φτάνουν μέχρι το υπό κατάρρευση Μουσείο Μπομπούρ – Πομπιντού.
Η Αρβελέρ δεν ήταν απλώς μια διοικητική προσωπικότητα. Ήταν – και παραμένει – μια από τις σημαντικότερες βυζαντινολόγους του 20ού και 21ου αιώνα. Το έργο της για την ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, για τη σχέση εξουσίας και κοινωνίας, για την έννοια της Ρωμιοσύνης, θεωρείται θεμελιώδες, όμως, μνημειώδης είναι και η πυγμή της που γίνεται αιτία να εμπνεύσει μίσος και ανάθεμα πολλές φορές στη γαλλική κοινωνία.
Επί Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, γίνεται Αντιπρόεδρος στο Πολιτιστικό Κέντρο Ζωρζ Πομπιντού. Επί Ζακ Λάνγκ, της προτείνεται να αναλάβει το Κέντρο Μπομπούρ, το οποίο δεν διανύει την καλύτερη φάση του. Τα βρίσκει σκούρα με τους συνδικαλιστές και τους εκβιασμούς παλαιότερων στελεχών του Μπομπούρ. Και με το «καλημέρα σας» αρχίζει τις απολύσεις, τις απομακρύνσεις και τις διαθεσιμότητες. Το Μπομπούρ κυριολεκτικά αργοπεθαίνει μέσα στη βρωμιά και η Αρβελέρ αντιμετωπίζει την απεργία διαρκείας των καθαριστών. Της λένε ότι δεν μπορεί να τα βάλει με το συνδικαλιστικό όργανό τους και εκείνη... το απολύει.
«Με μίσησαν τότε», θα πει, γνωρίζοντας πώς αντιδρά η γαλλική κοινωνία στον αυταρχισμό και τις αδιάλλακτες αποφάσεις. Όμως, για εκείνην προέχει το δημοσιονομικό συμμάζεμα του Πολιτιστικού Κέντρου που έγινε «για να βρίσκεται η Τέχνη ανάμεσα στους Γάλλους» και όχι το αντίστροφο, όπως ήταν η πάγια επιθυμία του Πομπιντού. Η Αρβελέρ εκχωρεί την καθαριότητα σε 4 εταιρείες, μία διαφορετική για τους ισάριθμους ορόφους του Μουσείου. Δεν θέλει να έρθει σε αντιπαράθεση με τον Μιτεράν που δεν ιδρώνει ακριβώς το αυτί του με αυτά που λέγονται και γράφονται για την «Ελληνίδα Θάτσερ», αλλά δεν τρελαίνεται και με την έκταση που παίρνουν οι αποφάσεις της.
Όταν αποφασίζει να βάλει εισιτήριο για να ενισχύσει τα οικονομικά του Μπομπούρ, την προειδοποιούν ότι εκτός από το ότι θα γίνει επανάσταση, θα έχει να κάνει και με τη χήρα του Πομπιντού που είναι και η βασική διαχειρίστρια της διαθήκης του. Είναι και παραμονή δημοτικών εκλογών και ο Μιτεράν δεν έχει σκοπό να τη διευκολύνει ακριβώς. Έτσι και εκείνη αποφασίζει κάτι στο ενδιάμεσο: όσοι έμπαιναν στις μεγάλες αίθουσες των Μουσείων για να δουν εκθέσεις, θα πλήρωναν. «Όσοι μπαίνουν στον κινηματογράφο πληρώνουν. Όσοι μπαίνουν στο θέατρο πληρώνουν. Και έμειναν, τελικά, χωρίς εισιτήριο, μόνον η βιβλιοθήκη, το καφέ και το πωλητήριο». Κοινώς, πάλι είχε περάσει το δικό της, ένα «δικό της» επωφελές για το Μουσείο και σίγουρα σύμφωνο με τα όσα απαιτούσε η θέση της, μια θέση όμως που την κατέστησε αντιπαθή για καιρό – και δεν ήταν η μόνη.
Απούσα από την Ελλάδα: Η Ελληνίδα Γλύκατζη και η Γαλλίδα Αρβελέρ
Η Αρβελέρ δεν μασούσε τα λόγια της και για την Ελλάδα. Δεν ήθελε, λέει, να μαθαίνει για τις πολιτικές εξελίξεις της χώρας μας. Δεν ήθελε καν να ακούει για τον Βαρουφάκη τα χρόνια των μνημονίων και της κρίσης που κατά την ίδια δεν ήταν κρίση και επικρίθηκε σκληρά γι’ αυτό το σχόλιό της. Δικαιολογημένο το σχόλιο; Όχι. Λογικό; Απολύτως. Ένα παιδί που αντίκριζε νεκρούς ανθρώπους στον δρόμο του για το σχολείο, που κυνηγήθηκε στο βουνό και στην πρωτεύουσα για την αντιστασιακή του δράση, που ρουφιανεύτηκε και παραλίγο να σκοτωθεί σε ελληνικό έδαφος, προφανώς και δεν θεωρούσε κρίση αυτό που πέρασε η Ελλάδα εκείνον τον καιρό.
Όμως, η πικρή αλήθεια ήταν ότι η Αρβελέρ ένιωθε παιδί της Ελλάδας, αλλά όχι Ελληνίδα. Όταν πριν από χρόνια της είχαν ζητήσει να πρωτοστατήσει μίας αντίστοιχης με την ευρωπαϊκή «Επιτροπής Βιοηθικής», είχε κατακεραυνώσει με την απάντησή της το ελληνικό... modus operandi. «Μα στην Ελλάδα δεν υπάρχει ηθική και δεν υπάρχει και επιστήμη», είχε πει και φυσικά και πάλι πολλοί κινήθηκαν εναντίον της ανθελληνίδας Αρβελέρ.
Η ίδια έχει απαντήσει, μιλώντας στον Μάκη Προβατά και την Έφη Βασιλοπούλου, με τρόπο κατηγορηματικό, πλήρη, που δεν επιδέχεται καμιάς αμφισβήτησης. Όταν τη ρωτούν για τα εθνικά σύμβολα, μέσα σε λιγότερες από 150 λέξεις, παραδίδει μάθημα πατριωτισμού, χωρίς να κουνά το δάχτυλο.
«Τα εθνικά σύμβολα δεν υπήρχαν παλιά, δεν υπήρχαν στην αρχαιότητα, εφ’ όσον δεν υπήρχαν έθνη. Το μόνο πραγματικά εθνικό σύμβολο είναι η σημαία. Απ’ την άλλη, οι κύκλοι των Ολυμπιακών Αγώνων είναι ένα παγκόσμιο σύμβολο. Και ο Σταυρός είναι ένα σημαντικό σύμβολο. Είναι σημείο σύμπτυξης, αφού στη σκιά του συγκεντρώνονται τόσοι πολλοί συμβολισμοί. Να πω ότι οι καθολικοί έχουν έναν Εσταυρωμένο διαφορετικό από τον δικό μας. Ο δικός τους έχει τα χέρια κάπως προς τα επάνω, υποδηλώνοντας ότι δεν είναι όλοι άξιοι για τον Παράδεισο, ενώ ο δικός μας με διάπλατα ανοιχτά τα χέρια, μια ολάνοιχτη αγκαλιά, προσέξτε το αυτό. Πάντως, μιλώντας για το εθνικό μας σύμβολο, ακόμα και σ’ αυτή την ηλικία, όταν βλέπω την ελληνική σημαία λυγίζω».
Όταν έγραφε το «Γιατί το Βυζάντιο» -ίσως το πιο διάσημο στην Ελλάδα έργο της και το πιο φτωχό σε ό,τι αφορά το εύρος των ανοικονόμητων γνώσεων της- το έγραφε ως χατήρι προς τον τότε «πατέρα» του ΔΟΛ, Χρήστο Λαμπράκη. Ναι, κι αυτός φίλος της ήταν και της είχε ζητήσει να γράψει ένα ιστορικό πλην βατό για τον αναγνώστη βιβλίο για τα «Ελληνικά Γράμματα», τον μοντέρνο εκδοτικό οίκο που είχε ιδρύσει με σκοπό να εκδίδει διαβαστερά, προσιτά, αλλά ενδιαφέροντα βιβλία. Όπως η ίδια έλεγε, το έγραψε βιαστικά, δεν είχε καμία σχέση με τα ακαδημαϊκά της πονήματα – κι όμως, αυτό το βιβλίο μπήκε σχεδόν σε κάθε σπίτι φοιτητή του ιστορικού, έγινε σημείο αναφοράς, χωρίς η ίδια να το περιμένει. Κατά δηλώσεις της έχει γράψει βαθιά επιστημονικά πράγματα (Μοντερνισμός και Βυζάντιο, Ελληνισμός και Ευρώπη, Πόσο Ελληνικό Είναι το Βυζάντιο, Από τον Δία στον Χριστό και τόσα άλλα...).
Η γυναίκα που μέσα στο μυαλό της χώρεσαν καντάρια συγγραμμάτων, τόνοι Ιστορίας, βυζαντινής, ελληνικής και παγκόσμιας δεν απάντησε ποτέ στις κριτικές, παρά μόνο με χιούμορ και εκείνη τη βαριά, βραχνή φωνή που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Την κατηγόρησαν ότι αγαπούσε τη δημοσιότητα και τις υψηλές παρέες –από τον Νουρέγιεφ στους Βαρδινογιάννηδες και από τους Λάτσηδες στην δημιουργό του οίκου Chloe- όμως, παρά την πυγμή και τη γνώση, ποτέ δεν αντιγύρισε τα βέλη προς τους ανιστόρητους κυρίως επικριτές της.
Δεν την πείραζε που οι Έλληνες, μέχρι σήμερα, τσάτρα πάτρα διδάσκονται την ιστορία τους, την πείραζε η πηγή του προβλήματος που ήταν το ελληνικό σχολείο. Ούτε θα έμπαινε ποτέ στη διαδικασία να επαναλάβει ότι ο πατέρας Λάτσης την πολιορκούσε για να φτιάξει ελληνικό πανεπιστήμιο – παράρτημα της Σορβόννης πέφτοντας συνεχώς πάνω στη διαρκή, πλην ευγενή άρνησή της να πάρει χρήματα για να υλοποιήσει μία τέτοια ουτοπία. Με ευγένεια και ανωτερότητα είχε μιλήσει για το βασικό, αθεράπευτο ελάττωμα του Έλληνα που είναι το «εγώ» και για το πόσο αυτό το «εγώ» είχε φτάσει και μας ρεζίλευε –για να μην το πούμε καθόλου κομψά- μέχρι τη Σορβόννη.
«Αν είχα τη δυνατότητα να αφαιρέσω ένα ελάττωμα του Έλληνα θα ήταν το “εγώ” Όταν ξεκινάνε να μιλάνε, αρχίζουν με το εγώ και για να υποστηρίξουν ότι είναι οι καλύτεροι από τους άλλους, λένε: “Όταν εμείς χτίζαμε τον Παρθενώνα, οι άλλοι ήταν επάνω στις βελανιδιές”. Στη Γαλλία ακούγεται για τους Έλληνες φοιτητές το εξής: “Όλα τα παιδιά έρχονται στη Σορβόννη για να μάθουν κάτι, εκτός από τους Έλληνες που έρχονται για να τα μάθουν όλα σε όλους”. Ως λαός επίσης είμαστε δύσπιστος και αυτό είναι διαφορετικό από το να έχουμε αμφιβολίες. Οι Γάλλοι, για παράδειγμα, έχουν μία διαρκή πνευματική αμφιβολία από αυτήν περνάνε στην αμφισβήτηση και καταλήγουν στο καινούριο επιχείρημα. Αν, λοιπόν, μου έλεγαν “τι είναι το γαλλικό πνεύμα” θα απαντούσα: “το αεικίνητο”, η Γαλλία επιπλέον δεν έχει βεβαιότητες, σε αντίθεση με την Ελλάδα που είμαστε γεμάτοι ιστορικές βεβαιότητες. Για όλα αυτά έχει νόημα να θυμηθούμε τους χριστιανούς. Όταν στράφηκαν κατά του Ιουλιανού, μόλις είπε “έγνων, ανέγνων, κατέγνων”, δηλαδή, “διάβασα, κατάλαβα, καταδίκασα» και του απάντησαν: “Ανέγνως, αλλα ουκ έγνως ή γαρ έγνως, ουκ αν κατέγνως”. Δηλαδή, διάβασες, αλλά δεν κατάλαβες. Γιατί αν καταλάβαινες, δεν θα καταδίκαζες”».
Το κορίτσι που το μόνο του απωθημένο ήταν ότι δεν είχε μολύβι να γράψει ως μαθήτρια και μεγαλώνοντας είχε στοκ κιβώτια ολόκληρα με μολύβια, σήμερα μας αποχαιρετάει καθαρό από ιστορικές εκκρεμότητες. Έκανε τη ζωή που ήθελε, πήρε τη γνώση και τις θέσεις που ονειρεύτηκε, κόντρα σε όλες τις πιθανότητες. Έκανε λάθη και σωστά, έγραψε για τρεις ζωές και διέβη τον αιώνα που της κλήρωσε ως επίγεια ζωή, μακριά από την Ελλάδα, αλλά κοντά στη ζωή μας, όταν αυτή χρειάζεται ιστορικό φως και λεπτομέρεια.
ΠΗΓΕΣ:
- Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ | Μια ζωή χωρίς άλλοθι, όπως την αφηγήθηκα στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο | Εκδόσεις: Μεταίχμιο
- Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ | Από ‘μένα αυτά... – Συνομιλίες με τον Μάκη Προβατά και την Έφη Βασιλοπούλου | Εκδόσεις: Πατάκη
- Αρχείο ΕΡΤ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
- Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ | Μια ζωή χωρίς άλλοθι, όπως την αφηγήθηκα στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο | Εκδόσεις: Μεταίχμιο
- Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ | 600 μολύβια και 10 ποιήματα | Eκδόσεις: Γκοβόστη
- Μια μεγάλη Ελληνίδα. Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ. Συνομιλίες με το Θανάση Λάλα | Εκδόσεις: Αρμός
- Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή | goulandris.gr
Δειτε περισσοτερα
«Δεν δέχθηκα ποτέ από κανέναν να μου πει τι θα κάνω», είχε πει κάποτε – τώρα γνωρίζουμε ότι αυτό ακριβώς και έκανε
Μιλήσαμε με τον Νεοσμυρνιώτη θαυμαστή και συλλέκτη του μεγάλου σκηνοθέτη
Μιλήσαμε με τον πρωταγωνιστή μίας από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές επιτυχίες των τελευταίων ετών
Όσα αξίζει να γνωρίζεις πριν ταξιδέψεις
45 χρόνια Νέα Υόρκη, μια νέα αρχή στην Αθήνα