Ελλαδα

Η Ελλάδα γερνά: Είναι το δημογραφικό το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας;

H χώρα οδεύει προς έναν πληθυσμό μικρότερο, γερασμένο και πιο δύσκολα βιώσιμο δημοσιονομικά

Λουκάς Βελιδάκης
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Ελλάδα μικραίνει και μεγαλώνει ταυτόχρονα: Το δημογραφικό είναι μια πραγματικότητα που ήδη διαμορφώνει την επόμενη ημέρα 

Τα στοιχεία λένε μια απαιτητική αλήθεια για το δημογραφικό: Η Ελλάδα έχει ήδη εισέλθει σε περίοδο σταθερής πληθυσμιακής μείωσης. Το 2024 καταγράφηκαν 68.467 γεννήσεις και 126.916 θάνατοι. Με αυτό τον ρυθμό, οι άνω των 65, που τώρα είναι σχεδόν ένας στους τέσσερις (23%), θα ξεπεράσουν το 32% του πληθυσμού έως το 2070.

Ο δείκτης γονιμότητας παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, με περίπου 1,3–1,35 παιδιά ανά γυναίκα. Η μέση ηλικία στην απόκτηση πρώτου παιδιού ξεπερνά τα 32 έτη, συμβάλλοντας στη συρρίκνωση των νεότερων ηλικιακών ομάδων, οι οποίες αποτελούν μόλις το 13% του πληθυσμού.

Η Ελλάδα είναι ανάμεσα στις ταχέως γηράσκουσες κοινωνίες της Ευρώπης, με προβολές που δείχνουν μείωση του συνολικού πληθυσμού στα 9 εκατομμύρια το 2050 και στα 8 εκατομμύρια το 2070.

Το 2000, στις χώρες του ΟΟΣΑ, αντιστοιχούσαν 22 άτομα άνω των 65 ετών για κάθε 100 ανθρώπους σε ηλικία εργασίας. Το 2025, ο αριθμός είναι ήδη 33. Μέχρι το 2050 θα έχει φτάσει τα 52. Δηλαδή, πάνω από τους μισούς που σήμερα θεωρούμε «ενεργό πληθυσμό» θα είναι συνταξιούχοι.

Η αναλογία αυτή σημαίνει ότι λιγότεροι άνθρωποι θα εργάζονται και θα πληρώνουν για περισσότερους που θα λαμβάνουν συντάξεις, περίθαλψη, κοινωνικές παροχές. Ο ΟΟΣΑ υπολογίζει ότι η γήρανση θα περιορίσει την ετήσια αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ από 1% σε 0,6% ως το 2060 - μια απώλεια 14% στην πραγματική ευημερία.

Ταυτόχρονα, τα φορολογικά έσοδα θα μειωθούν κατά το ίδιο ποσοστό, ενώ οι δαπάνες για συντάξεις, υγεία και φροντίδα ηλικιωμένων θα εκτιναχθούν, προσθέτοντας σχεδόν 20 μονάδες ΑΕΠ στο δημόσιο χρέος των χωρών του G7 με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Αυτός είναι ο πυρήνας του δημοσιονομικού και κοινωνικού μέλλοντος.

Υπάρχουν λύσεις;

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι επιλογές για τη διαχείριση της γήρανσης είναι τρεις: αύξηση εισφορών, μείωση παροχών ή επιμήκυνση του εργασιακού βίου - μόνο η τελευταία θεωρείται βιώσιμη. Αυτό όμως προϋποθέτει επένδυση στην υγεία, την κατάρτιση και τη δημιουργία θέσεων εργασίας που μπορούν να υποστηρίξουν ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας· διαφορετικά, η απλή αύξηση των ορίων ηλικίας μεταθέτει το πρόβλημα.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «πότε» σταματάμε να εργαζόμαστε αλλά «γιατί», καθώς πολλοί αποχωρούν μετά τα 50 όχι από επιλογή, αλλά λόγω ασθένειας, φροντίδας συγγενών, έλλειψης δεξιοτήτων ή εξουθένωσης. Η άνοδος της μακροζωίας καθιστά αναγκαία μια νέα αρχιτεκτονική της εργασίας, που βασίζεται στην πρόληψη, την ευελιξία και την αξιοποίηση της εμπειρίας των μεγαλύτερων εργαζομένων. Την ίδια στιγμή, καμία δημογραφική στρατηγική δεν μπορεί να αποδώσει χωρίς μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, χωρίς ουσιαστική πολιτική ένταξης μεταναστών και χωρίς επενδύσεις στην τεχνολογία που αυξάνει την παραγωγικότητα.

Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι αν η απασχόληση των γυναικών προσεγγίσει εκείνη των ανδρών, η επιβράδυνση της ανάπτυξης μειώνεται στο μισό, ενώ η σωστή αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να κάνει την εργασία πιο αποδοτική και λιγότερο εξαντλητική.

Η δημογραφική πίεση στην οικονομία

Η στενότητα στην ελληνική αγορά εργασίας έχει αυξηθεί απότομα μετά την πανδημία, με ελλείψεις που επιμένουν σε κρίσιμους κλάδους, όπως η μεταποίηση και οι μεταφορές. Αυτό προκύπτει από προκαταρκτικά ευρήματα του ΟΟΣΑ, τα οποία αποτυπώνουν μια αγορά εργασίας που πιέζεται ολοένα και περισσότερο από διαρθρωτικούς παράγοντες, με κυρίαρχους τη δημογραφική εξέλιξη, τις τεχνολογικές αλλαγές και την πράσινη μετάβαση.

Η Βίβιαν Κουτσογεωργοπούλου και ο Τζεμ Οζγκουζέλ, ερευνητές του ΟΟΣΑ, σημειώνουν στην Athens Voice ότι, παρότι οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού επηρεάζονται εν μέρει και από κυκλικούς παράγοντες, «οι δημογραφικές και τεχνολογικές αλλαγές παίζουν πλέον καθοριστικό ρόλο». Η εν εξελίξει μελέτη για την Ελλάδα, όπως διευκρινίζουν, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, ωστόσο τα έως τώρα δεδομένα δείχνουν ότι οι πιέσεις στην αγορά εργασίας δεν είναι παροδικές.

Βίβιαν Κουτσογεωργοπούλου

Η δημογραφική γήρανση αποτελεί βασικό φόντο αυτής της εξέλιξης. Οι ερευνητές του ΟΟΣΑ επισημαίνουν ότι η σχέση μεταξύ γήρανσης του πληθυσμού και παραγωγικότητας είναι σύνθετη και δεν οδηγεί σε εύκολα συμπεράσματα. «Οι υπάρχουσες μελέτες δείχνουν μικτά αποτελέσματα», αναφέρουν, υπογραμμίζοντας, ωστόσο, ότι η ενίσχυση της παραγωγικότητας είναι κρίσιμη προϋπόθεση για να μετριαστεί ο αντίκτυπος της γήρανσης στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Σε αυτό το πλαίσιο, η αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας και η καλύτερη αξιοποίηση δεξιοτήτων αποκτούν κεντρική σημασία.

Η μετανάστευση, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, παίζει ρόλο στη διατήρηση του πληθυσμού εργασιακής ηλικίας, καθώς οι μετανάστες στην Ελλάδα είναι κατά μέσο όρο νεότεροι από τον εγγενή πληθυσμό και οι μεταναστευτικές ροές ακολουθούν τον οικονομικό κύκλο. Παρ’ όλα αυτά, οι ερευνητές αποφεύγουν να συνδέσουν ευθέως τη μετανάστευση με αύξηση της παραγωγικότητας ή της καινοτομίας.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο φαινόμενο της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων. Τα ευρήματα δείχνουν ότι περίπου το 45% των μεταναστών στην Ελλάδα εργάζεται σε θέσεις κάτω από το επίπεδο των προσόντων του. Πρόκειται για ένα στοιχείο που, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, υποδηλώνει σαφές περιθώριο για καλύτερη αξιοποίηση του υπάρχοντος εργατικού δυναμικού. «Η αυξανόμενη στενότητα στην αγορά εργασίας συνυπάρχει με επίμονες ασυμφωνίες δεξιοτήτων», τονίζουν οι ερευνητές, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό, αλλά και ποιοτικό.

Χωρίς να προτείνουν συγκεκριμένες εθνικές στρατηγικές, καταγράφουν τρεις βασικούς άξονες πολιτικής που αναδεικνύονται από την έρευνά τους. Πρώτον, την ταχύτερη αναγνώριση ξένων προσόντων, μέσα από απλούστευση διαδικασιών, μείωση χρόνων εξέτασης και σαφέστερη πληροφόρηση των ενδιαφερομένων. Δεύτερον, την επένδυση σε κατάρτιση για αναβάθμιση και αναπροσαρμογή δεξιοτήτων, όπως γλωσσική εκπαίδευση, ψηφιακές δεξιότητες και στοχευμένα κλαδικά προγράμματα για τομείς με επίμονες ελλείψεις. Και τρίτον, τη βελτίωση της αντιστοίχισης εργαζομένων και θέσεων εργασίας, μέσω πιο αποτελεσματικών υπηρεσιών απασχόλησης, μείωσης διοικητικών εμποδίων για κινητικότητα μεταξύ κλάδων και στενότερης συνεργασίας μεταξύ εργοδοτών, δημόσιων υπηρεσιών και παρόχων κατάρτισης. «Αυτοί είναι οι πολιτικοί μοχλοί που εξετάζει το έργο μας», σημειώνουν χαρακτηριστικά.

Τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν επίσης ότι οι μετανάστες στην Ελλάδα συγκεντρώνονται κυρίως σε χαμηλότερης ειδίκευσης και συχνά εποχικούς τομείς, όπως η φιλοξενία, η εστίαση και οι κατασκευές. Αυτό, όπως τονίζουν, αποτυπώνει το πού συμβάλλουν σήμερα οι μετανάστες στην ελληνική οικονομία, χωρίς ωστόσο να αξιολογείται αν η μεταναστευτική πολιτική ευθυγραμμίζεται με τον εποχικό ή περιφερειακό χαρακτήρα αυτών των κλάδων.

Απέναντι στις συχνές αναφορές εργοδοτών για δυσκολίες εξεύρεσης προσωπικού, οι ερευνητές του ΟΟΣΑ κρατούν αποστάσεις από ερμηνείες. «Η ανάλυσή μας δεν διερευνά τους λόγους για τις δυσκολίες των εργοδοτών», επισημαίνουν, περιοριζόμενοι στη διαπίστωση ότι οι ελλείψεις παραμένουν υψηλές σε αρκετούς τομείς και ότι οι μετανάστες είναι λιγότερο παρόντες σε ορισμένους από τους κλάδους με τις μεγαλύτερες ανάγκες.

Τζεμ Οζγκουζέλ

Στο ευρύτερο δημογραφικό πλαίσιο, οι ερευνητές υπογραμμίζουν την ανάγκη για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση ενίσχυσης της προσφοράς εργασίας. Όπως αναφέρουν, απαιτούνται πολιτικές που ενθαρρύνουν τη συμμετοχή ομάδων με ανεκμετάλλευτο δυναμικό, όπως εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας, γυναίκες, νέοι και μετανάστες, επενδύσεις στη διά βίου μάθηση και μέτρα που διευκολύνουν την ισορροπία εργασίας και οικογένειας.

«Η προώθηση της υγιούς γήρανσης είναι ουσιώδης», σημειώνουν, προσθέτοντας ότι η μετανάστευση μπορεί να λειτουργήσει ως «πρόσθετο εργαλείο πολιτικής» για την αντιμετώπιση των ελλείψεων εργατικού δυναμικού υπό την προϋπόθεση της αποτελεσματικής ένταξης.

Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα προκαταρκτικά ευρήματα του ΟΟΣΑ είναι ότι η ελληνική αγορά εργασίας βρίσκεται ήδη υπό έντονη πίεση και ότι οι δημογραφικές εξελίξεις λειτουργούν ως επιταχυντής αυτών των τάσεων. Η πρόκληση, όπως προκύπτει από την ανάλυση, δεν είναι μόνο να καλυφθούν τα κενά, αλλά να αξιοποιηθεί καλύτερα το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό, σε μια οικονομία που αλλάζει γρήγορα και σε έναν πληθυσμό που μεγαλώνει.

Γλούμης-Ατσαλάκης: Χωρίς σχέδιο δεκαετίας, το δημογραφικό δεν αντιστρέφεται

Το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας είναι το πιο νέο υπουργείο της κυβέρνησης, αλλά, όπως λέει ο γ.γ. Κωνσταντίνος Γλούμης-Ατσαλάκης, ακουμπά «τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη και η Ελλάδα». Στην καρδιά τους βρίσκεται το δημογραφικό, ένα ζήτημα που για πρώτη φορά αποκτά ξεκάθαρη θέση σε αυτόνομο χαρτοφυλάκιο κοινωνικής πολιτικής.

Ο ίδιος, αρκετά νέος στην ηλικία, μας υποδέχθηκε στο παλιό κτίριο που στεγάζει το υπουργείο, μία ανάσα μακριά από το Πολυτεχνείο – ανάμεσα στα Εξάρχεια και την Ομόνοια. Το κτίριο αναδίδει μία βαριά αίσθηση παλιού, ο όροφός τους ωστόσο είναι ανακαινισμένος – η στελέχωση σε μία πρώτη ματιά περιλαμβάνει κυρίως άτομα νεότερης ηλικίας.

Κωνσταντίνος Γλούμης Ατσαλάκης

Αφού αρχίζουμε την κουβέντα, σημειώνει ότι για πρώτη φορά η δημογραφική πολιτική εντάσσεται ρητά στον πυρήνα της κυβερνητικής στρατηγικής. Το δημογραφικό, όπως το περιγράφει, έχει δύο βασικές διαστάσεις. «Η μία είναι η γήρανση του πληθυσμού και η άλλη η δημογραφική συρρίκνωση, η μείωση του πληθυσμού». Οι δύο όψεις συνδέονται, την ώρα που υπάρχει και η παράλληλη εξέλιξη της μακροζωίας. «Ζούμε περισσότερο και αυτό είναι η θετική διάσταση. Το ζητούμενο όμως είναι να ζούμε καλύτερα, όχι απλώς να ζούμε περισσότερο».

Στην Ελλάδα, λέει, η μείωση των γεννήσεων είναι πλέον έντονα ορατή, ενώ το φυσικό ισοζύγιο -γεννήσεις σε σχέση με θανάτους- επιδεινώνεται σταθερά από το 2011. «Σήμερα έχουμε περίπου διπλάσιους θανάτους από γεννήσεις», εξηγεί, περιγράφοντας μια εξέλιξη που δεν προέκυψε αιφνιδιαστικά, αλλά ως αποτέλεσμα προηγούμενων δεκαετιών. Την ίδια στιγμή, τονίζει ότι οι δημογραφικές μεταβολές λειτουργούν με μεγάλη χρονική υστέρηση και δεν αντιστρέφονται γρήγορα.

Η σύνδεση του δημογραφικού με την οικονομία είναι άμεση. Οι δείκτες γεννήσεων, ο μέσος όρος ηλικίας και η μακροζωία συνδέονται στενά με την παραγωγικότητα και τη βιωσιμότητα μιας κοινωνίας. «Το ερώτημα είναι πόσοι εργαζόμενοι χρειάζονται για να στηρίξουν τους συνταξιούχους και πόσες γενιές απαιτούνται για να είναι μια κοινωνία βιώσιμη στο μέλλον».

Παρά τη σημαντική μείωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια -«είμαστε κοντά στο 8%, πριν από μία δεκαετία τα ποσοστά ήταν υπερδιπλάσια»- επιμένει ότι το πραγματικό στοίχημα βρίσκεται στους επιμέρους δείκτες: ανεργία νέων, ανεργία γυναικών, ανεργία ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας και ατόμων με αναπηρία. «Εκεί χρειάζεται ακόμα δουλειά».

Εξηγεί ότι η ένταξη περισσότερων νέων, γυναικών, ανθρώπων άνω των 50 ετών και ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την παραγωγικότητα. Σε ορισμένες χώρες «η αύξηση φτάνει το 10%-20%». Αντίθετα, η συμβολή της μετανάστευσης στο ΑΕΠ εμφανίζεται περιορισμένη.

Ο κ. Γλούμης-Ατσαλάκης είναι σαφής ότι το μεταναστευτικό από μόνο του δεν μπορεί να ανατρέψει τις δημογραφικές τάσεις. Υπενθυμίζει ότι τα τελευταία χρόνια ο δείκτης μετανάστευσης παραμένει αρνητικός, με περισσότερο κόσμο να φεύγει από τη χώρα, ενώ μεγάλο μέρος των ροών είναι μεταβατικό. «Έρχονται για να φύγουν». Μιλά για ανάγκη πολιτικών ένταξης, αλλά «μόνο στο πλαίσιο της νόμιμης μετανάστευσης και με σαφείς ελέγχους».

Το σχέδιο και οι πυλώνες

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η κυβέρνηση προχώρησε στη δημιουργία του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για το Δημογραφικό με ορίζοντα δεκαετίας: από το 2025 έως το 2035. Το σχέδιο βασίζεται σε πέντε πυλώνες και περιλαμβάνει 100 δράσεις, αρκετές από τις οποίες ήδη υλοποιούνται.

Καλώ τον γ.γ. να περιγράψει εν συντομία τους πυλώνες, ώστε να καταγραφούν και να αποτελέσουν αντικείμενο λογοδοσίας στο τέλος της 4ετίας.

Πρώτος πυλώνας είναι η στήριξη της οικογένειας και η ενίσχυση των γεννήσεων. Απαριθμεί οικονομικές ενισχύσεις, όπως το επίδομα γέννησης και το επίδομα παιδιού, παροχές για ορεινές και μειονεκτικές περιοχές, vouchers για παιδικούς σταθμούς, αλλά και υπηρεσίες που διευκολύνουν την καθημερινότητα των οικογενειών. Σε αυτές εντάσσει τον προσωπικό βοηθό, το ολοήμερο σχολείο και το ψηφιακό φροντιστήριο. «Όλα αυτά είναι παροχές που στηρίζουν μια οικογένεια και βοηθούν τους γονείς να κάνουν παιδιά και να τα μεγαλώσουν».

Ο δεύτερος πυλώνας αφορά την ενίσχυση της απασχόλησης. Εδώ δίνεται έμφαση σε στοχευμένα προγράμματα για νέους, γυναίκες, άτομα με αναπηρία και ανθρώπους άνω των 50 ετών. Ο κ. Γλούμης-Ατσαλάκης ξεχωρίζει το πρόγραμμα επανένταξης για ηλικίες 55-67, που επανεκκινεί, καθώς και τη δυνατότητα παράλληλης εργασίας συνταξιούχων. «Πάνω από 200.000 έχουν ήδη ενταχθεί. Δεν είναι μόνο ότι εργάζονται, είναι και ότι ένα μέρος της αδήλωτης εργασίας δηλώνεται πλέον».

Για τις γυναίκες αναφέρεται τόσο σε προγράμματα επιχειρηματικότητας όσο και στη νομοθεσία για την παρουσία τους σε θέσεις ευθύνης σε ανώνυμες εταιρείες, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα υιοθέτησε αυστηρότερες προβλέψεις από την ευρωπαϊκή οδηγία. Για τους νέους μιλά για την προεργασία και το «πρώτο ένσημο» ως εργαλεία ένταξης σε μια αγορά εργασίας που συχνά αποθαρρύνει όσους δεν έχουν εμπειρία. Για τα άτομα με αναπηρία επιμένει στη σημασία υποστηρικτικών υπηρεσιών, όπως ο προσωπικός βοηθός, που επιτρέπει την πραγματική συμμετοχή στην εργασία και στην κοινωνική ζωή.

Ο τρίτος πυλώνας αφορά την ενεργό και υγιή γήρανση. Ο στόχος, όπως τον περιγράφει, είναι η μετατόπιση από αποσπασματικές δομές προς υπηρεσίες στην κοινότητα και στο σπίτι. Κέντρα φροντίδας ηλικιωμένων, κατ’ οίκον υποστήριξη και, στο επόμενο στάδιο, ο προσωπικός φροντιστής. «Πίσω από κάθε άνθρωπο που χρειάζεται φροντίδα υπάρχει συχνά ένα μέλος της οικογένειας που μένει πίσω. Πολύ συχνά είναι γυναίκα». Η λογική είναι να στηριχθεί και το άτομο που χρειάζεται βοήθεια, αλλά και το οικογενειακό περιβάλλον.

Η ακριτική Ελλάδα

Ο τέταρτος πυλώνας αφορά την περιφέρεια. «Έχουμε μικρά νησιά και ορεινούς δήμους χωρίς πρόσβαση σε υπηρεσίες. Εκεί πρέπει να παρέμβουμε στοχευμένα». Το παράδειγμα που παρουσιάζει είναι από αυτά που αλλάζουν την εικόνα της χώρας: το Πολεμικό Ναυτικό σε συνεργασία με την Hope Genesis.

«Το Πολεμικό Ναυτικό έχει υιοθετήσει μικρούς νησιωτικούς δήμους. Παρέχει υπηρεσίες υγείας, αλλά και υποβοηθούμενη αναπαραγωγή στο Ναυτικό Νοσοκομείο δωρεάν. Η Hope Genesis καλύπτει μετακινήσεις και διαμονή. Έχουμε δει σημαντικό αριθμό γεννήσεων μόνο από αυτή τη στήριξη».

© MOV Frame / Pexels.com

Και διηγείται ένα περιστατικό: «Φτάσαμε στην Κίμωλο βράδυ. Το Δημοτικό Συμβούλιο ήταν γεμάτο οικογένειες, μέχρι και έξω. Είχαν γεννηθεί δώδεκα παιδιά από τις μονάδες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Μιλάμε για νησιά που ερημώνουν, και ξαφνικά βλέπεις ζωή».

Τέλος, ανέφερε την εκπόνηση περιφερειακών σχεδίων δράσης για το δημογραφικό, ξεκινώντας πιλοτικά από την Ανατολική Μακεδονία-Θράκη, με τεχνική υποστήριξη του ΟΟΣΑ. «Κάθε περιφέρεια θα έχει το δικό της δημογραφικό σχέδιο».

Ο πέμπτος πυλώνας αφορά την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση. Επιμένει ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν γνωρίζει βασικά στοιχεία για τη γονιμότητα και τα βιολογικά όρια. «Η κοινωνική τάση της αναβολής δεν συμβαδίζει πάντα με τη βιολογία». Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει την καμπάνια για το δημογραφικό και τη δημιουργία του oikogeneia.gov.gr, ενός ενιαίου κόμβου πληροφόρησης για πολιτικές που αφορούν οικογένειες, παιδιά, γονείς, ηλικιωμένους και νέους. «Υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που δεν τα ξέρει ο κόσμος».

Στο στεγαστικό, τοποθετεί το θέμα μέσα στο συνολικό πλαίσιο στήριξης της οικογένειας. Αναφέρει ότι «τρέχουν πάνω από 45 προγράμματα με 7 δισεκατομμύρια ευρώ», ενώ απαντά στην κριτική ότι τα προγράμματα αυξάνουν τις τιμές των ακινήτων, επικαλούμενος δύο πανεπιστημιακές μελέτες που δείχνουν ότι η αύξηση τιμών ακολουθεί τη γενική τάση της αγοράς και δεν οφείλεται σε προγράμματα τύπου «Σπίτι μου». Δίνει στοιχεία απορρόφησης και παραδέχεται ότι τα μεγέθη δεν αρκούν για να λυθεί το στεγαστικό πρόβλημα, γι’ αυτό και η στρατηγική μετατοπίζεται προς την ενίσχυση της προσφοράς, με κοινωνική αντιπαροχή, αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων και κατασκευή κοινωνικών κατοικιών.

Κλείνοντας, επιστρέφει στο βασικό του μήνυμα: το δημογραφικό είναι πρόβλημα χρόνου. Υπενθυμίζει ότι την περίοδο 2001-2021 ο αριθμός των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας μειώθηκε κατά περίπου 500.000. «Αυτό δείχνει ότι ό,τι και να κάνουμε, τα αποτελέσματα δεν μπορούν να φανούν άμεσα». Η απάντηση, όπως λέει, δεν μπορεί να είναι στιγμιαία. Απαιτεί πολιτικές με διάρκεια, συνέπεια και βάθος δεκαετίας.