Ελλαδα

Στεγαστική κρίση: Κι αν μου ζητήσει αύξηση ο σπιτονοικοκύρης μου;

Απειλή για την οικονομία συνολικά το θέμα της στέγης | Έρευνα της διαΝΕΟσις και του ΙΟΒΕ: «Η στέγαση στην Ελλάδα: Τάσεις, προκλήσεις και προοπτικές»

Τάκης Σκριβάνος
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Στεγαστική κρίση: Οι τάσεις οι προκλήσεις και οι προοπτικές, όπως καταγράφονται στην έρευνα που πραγματοποίησαν η διαΝΕΟσις και το ΙΟΒΕ

Η σκέψη που με τρώει τελευταία είναι τι θα γίνει την άνοιξη που λήγει το συμβόλαιό μου στο σπίτι που μένω. Θα ζητήσει αύξηση ο σπιτονοικοκύρης μου; Σίγουρα. Αλλά πόσο; Κάνα 100άρι; Και τι θα κάνω; Να ψάξω για άλλο σπίτι; Θα βρω; Κι αν βρω, μήπως τελικά μου βγει μία η άλλη, άμα βάλεις κάτω την εγγύηση, τα μεσιτικά, αν υπάρχουν, τα έξοδα της μετακόμισης, κάνα δυο πράγματα που θα χρειαστούν για το καινούργιο σπίτι; Κι αν μου ζητήσει να φύγω για να το βγάλει στη βραχυχρόνια μίσθωση;

Παρόμοια άγχη έχουν δεκάδες χιλιάδες ενοικιαστές, αλλά και άνθρωποι που θα ήθελαν να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι, καθώς αυτό που λέγαμε «στεγαστικό πρόβλημα» πριν από λίγα χρόνια, έχει εξελιχθεί σε στεγαστική κρίση. Πλέον, όμως, φτάσαμε στο σημείο όπου αναδεικνύεται μια πολύ σημαντική ποιοτική διαφορά: η στεγαστική κρίση μπορεί να επηρεάσει την οικονομία συνολικά. «Η έλλειψη προσιτής και ποιοτικής στέγης δεν πλήττει μόνο την κοινωνική ευημερία και εντείνει τις ανισότητες, αλλά, επιπλέον, απειλεί την οικονομία με πιο δυναμικό τρόπο». Κι αυτό γιατί «τα νοικοκυριά μειώνουν άλλες δαπάνες για να πληρώσουν ενοίκια ή δάνεια. Πολλοί πολίτες καθυστερούν πληρωμές, ενώ άλλοι συσσωρεύουν χρέη και λιγότεροι καταφέρνουν να αποταμιεύσουν», αναφέρει η έρευνα «Η στέγαση στην Ελλάδα: Τάσεις, προκλήσεις και προοπτικές», την οποία πραγματοποίησαν η διαΝΕΟσις και το Ίδρυμα Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και παρουσιάστηκε το Σάββατο 17 Ιανουαρίου.

Η έρευνα επιχειρεί να χαρτογραφήσει το οξύ αυτό πρόβλημα και να προτείνει κατευθύνσεις πολιτικής, αναδεικνύοντας τους βασικούς παράγοντες πίσω από αυτό αλλά και τις ομάδες που χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.

Στεγαστική κρίση: Πώς φτάσαμε ως εδώ και πού πάμε

Αναφέρει η έρευνα: «Το πρόβλημα αυτό δεν έπεσε από τον ουρανό. Συνδέεται με την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, τις αλλαγές στην αγορά ακινήτων, την άνοδο του τουρισμού, τις ξένες επενδύσεις, αλλά και με διαχρονικές αδυναμίες της στεγαστικής πολιτικής και του θεσμικού πλαισίου στη χώρα. Παράλληλα, νέοι παράγοντες, όπως η ενεργειακή κρίση και το αυξημένο κόστος κατασκευών, καθιστούν την κατάσταση ακόμη πιο πιεστική».

Σήμερα, οι τιμές πώλησης είναι πλέον υψηλότερες από το 2008, όταν βρίσκονταν στο «πικ» τους. Αντίστοιχα, και οι τιμές ενοικίασης πλησιάζουν ιστορικά υψηλά (2011). Γυρνώντας πίσω, λόγω της οικονομικής κρίσης οι τιμές των κατοικιών κατέρρευσαν και το 2015 είχαν μειωθεί κατά 41% σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα.

Χρυσή Βίζα
Η έρευνα σημειώνει ότι το πρόβλημα της πρόσβασης σε προσιτή στέγη άρχισε να γίνεται ιδιαιτέρως αισθητό όταν οι κατοικίες στην Ελλάδα άρχισαν να προσελκύουν ισχυρή εξωτερική ζήτηση - το κομμάτι της εγχώριας ζήτησης δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερα σημαντική επίπτωση στα επίπεδα των τιμών. Το 2024 οι άμεσες ξένες επενδύσεις στον τομέα του real estate έφτασαν τα 2 δισ. ευρώ (συμπεριλαμβανομένων και των επενδύσεων μέσω του προγράμματος Χρυσή Βίζα – Golden Visa).

Βραχυχρόνια μίσθωση
Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας επιρροής των τιμών μέσω της προσφοράς είναι η ολοένα και αυξανόμενη απορρόφηση κατοικιών για βραχυχρόνιες μισθώσεις, αφαιρώντας κατοικίες και διαμερίσματα από τη μακροχρόνια αγορά. Με αποτέλεσμα όχι μόνο να αυξάνονται τα ενοίκια, αλλά και ιδιώτες και εταιρείες να χρησιμοποιούν τη στέγαση ως επενδυτικό προϊόν, ανεβάζοντας και το επίπεδο των τιμών πωλήσεων.

Χρηματοδότηση και δανεισμός
Οι ανισορροπίες γύρω από τη χρηματοδότηση επηρεάζουν έντονα την εικόνα της στέγασης στην Ελλάδα, τόσο τη ζήτηση όσο και την προσφορά. Οι τράπεζες χορηγούν πλέον πολύ λιγότερα στεγαστικά δάνεια σε σχέση με την περίοδο πριν από την κρίση. Το 2024, οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων έφτασαν περίπου το 1,4 δισ. ευρώ. Το 2006, το αντίστοιχο ποσό ξεπερνούσε τα 15,5 δισ. ευρώ. Από την άλλη πλευρά, μεγάλος αριθμός ακινήτων παραμένει εκτός ενεργής αγοράς. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι εταιρείες διαχείρισης δανείων διαχειρίζονται δάνεια αξίας 22,75 δισ. ευρώ. Περίπου 700.000 ακίνητα βρίσκονται σε καθεστώς ρύθμισης ή πλειστηριασμού και πιθανόν δεν καλύπτουν στεγαστικές ανάγκες.

Κενά σπίτια
Η ύπαρξη πολλών κενών κατοικιών επηρεάζει επίσης τη γενική εικόνα. Σύμφωνα με την απογραφή του 2021 (ΕΛΣΤΑΤ), η χώρα διαθέτει 2.277.615 κενές κατοικίες, αριθμός που αντιστοιχεί στο 35% του συνόλου (στις κατοικίες αυτές περιλαμβάνονται εξοχικά και δευτερεύουσες κατοικίες, ενώ ένα μεγάλο μέρος τους βρίσκεται στην επαρχία. Στην Αττική το μέρος τους ως προς το σύνολο είναι σημαντικά χαμηλότερο: 24%).

Στεγαστική πολιτική
Την ίδια ώρα, η Ελλάδα, σε αντίθεση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, διαχρονικά δεν είχε ιδιαίτερα ισχυρούς θεσμούς που να ασκούν στεγαστική πολιτική. Μέσα στην ευρύτερη κατάρρευση της κρίσης, το 2012 έκλεισε ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ), ο φορέας που πραγματοποιούσε μαζικά προγράμματα στέγασης στη χώρα (χωρίς κρατική χρηματοδότηση, με τις εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών).

Μια εκτίμηση για το μέλλον; «Πέραν από τη διαφαινόμενη “θερμή” κατάσταση στην οποία βρίσκεται η αγορά των κατοικιών στην Ελλάδα, είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί το αν θα διορθωθεί άμεσα, καθώς οι συνθήκες αυτές προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από πιέσεις εξωτερικής και όχι μόνο εσωτερικής ζήτησης», σημειώνει η έρευνα.

Κάποια δεδομένα σε αριθμούς

  • 70% είναι το ποσοστό της ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα, το οποίο βρίσκεται κοντά στον μέσο όρο της ευρωζώνης. Όμως, το 2008 ήταν σχεδόν 8 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο. (Το υψηλότερο ποσοστό καταγράφεται στη Σλοβακία με 93,1% και το χαμηλότερο στη Γερμανία με 47,2%).
  • 67% των νέων ενηλίκων ζουν με τους γονείς τους.
  • 35,5% είναι το μερίδιο του διαθέσιμου εισοδήματος που δαπανούν τα ελληνικά νοικοκυριά για να καλύψουν το κόστος στέγασης (ο βαθμός επιβάρυνσης διαφέρει: 6 στους 10 ενοικιαστές δαπανούν για το κόστος στέγασης άνω του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Το ίδιο ισχύει για 5 στους 10 που εξοφλούν κάποιο στεγαστικό δάνειο. Για τους ιδιοκτήτες η σχέση είναι 12,6 στους 100).
  • 2 στα 3 μονογονεϊκά νοικοκυριά ξοδεύουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση.
  • 42,8% είναι το ποσοστό των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά με οφειλές σε λογαριασμούς στεγαστικών δανείων, ενοικίων, κοινής ωφέλειας κ.λπ. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. είναι 9,2%. Να σημειωθεί ότι ειδικά σε ό,τι αφορά στο κόστος της ενέργειας, παρόλο που η τιμή ανά κιλοβατώρα στην Ελλάδα είναι χαμηλότερη του ευρωπαϊκού μέσου όρου, σε σχετικούς όρους αγοραστικής δύναμης, δηλαδή όταν συσχετιστεί με το μέσο διαθέσιμο εισόδημα, η εικόνα αντιστρέφεται, καθώς το ενεργειακό κόστος αποδεικνύεται βαρύτερο για τα ελληνικά νοικοκυριά.

Διεθνείς πρακτικές στεγαστικής πολιτικής

Το στεγαστικό ζήτημα, σημειώνει η έρευνα, έχει πλέον αναδειχθεί σε διεθνές επίπεδο, και η αξιοποίηση συγκριτικών εμπειριών και διεθνών πρακτικών μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στον εγχώριο διάλογο για τη στέγαση. Ακολουθούν κάποια παραδείγματα.

  • Η Ολλανδία είναι χώρα στην οποία η κοινωνική στέγη αποτελεί το 37% του αποθέματος κατοικιών, πράγμα που την τοποθετεί στην πρώτη θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, με περίπου τον μισό πληθυσμό να είναι επιλέξιμος για κοινωνική στέγαση βάσει εισοδηματικών κριτηρίων. Από το 2024, δε, το κράτος θέτει πλαφόν στα ενοίκια, καθώς περιορίζει την ετήσια αύξησή τους με βάση τον πληθωρισμό, τουλάχιστον μέχρι το 2029.
  • Στη Δανία, όλα τα νοικοκυριά έχουν δικαίωμα στην κοινωνική στέγαση, ανεξαρτήτως εισοδήματος, με προτεραιότητα στα πιο ευάλωτα.
  • Στην Αυστρία, το 20% του συνολικού αποθέματος κατοικιών (το τρίτο υψηλότερο μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ) είναι μέρος του συστήματος κοινωνικής στέγασης, με το ποσοστό αυτό στη Βιέννη να ανέρχεται σε 44%.
  • Στη Γαλλία, οι κατοικίες που είναι γνωστές ως «κατοικίες μειωμένου ενοικίου» είναι η πιο συνήθης μορφή κοινωνικής στέγασης. Αντιπροσωπεύουν το 14% του συνολικού αποθέματος κατοικιών, με το 60% του πληθυσμού να δικαιούται (με εισοδηματικά κριτήρια, το κατώφλι των οποίων είναι υψηλό) να αιτηθεί κοινωνική στέγαση.
  • Στη Γερμανία, πρόσφατα το κράτος αποφάσισε να παρέχει επιδόματα ενοικίου στα νοικοκυριά, ενώ υπάρχει ανώτατο όριο στις αυξήσεις ενοικίων σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας, κυρίως σε αυτές που αντιμετωπίζουν μεγάλη ζήτηση στέγασης.
  • Η Δανία κατέχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό κοινωνικών κατοικιών μεταξύ χωρών του ΟΟΣΑ, το οποίο αντιστοιχεί σε περίπου 21% του συνολικού αποθέματος.
  • Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι κοινωνικές κατοικίες αντιπροσωπεύουν το 17% του συνολικού αποθέματος κατοικιών, με το κράτος να δίνει προτεραιότητα σε όσους μετακινούνται εντός της χώρας για λόγους εργασίας.
  • Στην Ιρλανδία, το σχέδιο «Στέγαση για όλους», το οποίο συστάθηκε το 2021, θέτει φιλόδοξους σκοπούς, με στόχο κατά μέσο όρο 10.000 νέες κοινωνικές κατοικίες ετησίως έως το 2030.
  • Στην Ισπανία, όπως και στην Ελλάδα, το κράτος είχε ιστορικά μικρό ρόλο στην παροχή ενοικιαζόμενης κοινωνικής στέγασης, περί του 2% του συνολικού αποθέματος κατοικιών. Τον Ιανουάριο του 2025 η κυβέρνηση ανακοίνωσε 12 μέτρα για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης, με το σημαντικότερο από αυτά να είναι η ίδρυση ενός νέου κρατικού φορέα για τη στέγαση, στον οποίον το κράτος εκχώρησε μεγάλες εκτάσεις γης και ακίνητα, προκειμένου να παρέχει κατοικίες με χαμηλά ενοίκια.
  • Στην Ιταλία, μέσω του εθνικού σχεδίου για την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, μεγάλη έμφαση δίνεται στην ενεργειακή και δομική αναβάθμιση του υφιστάμενου αποθέματος κοινωνικών κατοικιών, αναγνωρίζοντας τη γήρανση του και την ανάγκη για βιωσιμότητα.
  • Στην Πορτογαλία, η οποία αντιμετωπίζει χρόνιο στεγαστικό έλλειμμα, ένας νέος στεγαστικός νόμος περιορίζει τις αυξήσεις των ενοικίων για συμβόλαια που έχουν συναφθεί από το 2018. Επίσης, θα διοχετευθούν στην αγορά 25.000 κατοικίες στο πλαίσιο του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Συμπεράσματα - Κατευθύνσεις στεγαστικής πολιτικής

Αφού σε προηγούμενο κεφάλαιο αναλύει μέτρα που ήδη εφαρμόζονται για την ανακούφιση της στεγαστικής κρίσης (ρυθμίσεις σε Χρυσή Βίζα και βραχυχρόνιες μισθώσεις, επιδοματικές πολιτικές, προγράμματα όπως «Σπίτι μου Ι & ΙΙ», «Ανακαινίζω – Νοικιάζω» κ.ά.), η έρευνα σημειώνει ότι η επέκτασή τους και η πιθανή αναπροσαρμογή τους κρίνεται αναγκαία για την άμεση αντιμετώπιση του στεγαστικού ζητήματος.

© Eurokinissi

Ανάμεσα στα άλλα προτείνει:

  • Την κάλυψη του κενού στο απόθεμα κοινωνικής στέγασης. «Η διεθνής εμπειρία», σημειώνει, «από χώρες όπως η Αυστρία, η Ολλανδία και η Δανία, που διαθέτουν δημόσιο κοινωνικό απόθεμα που υπερβαίνει το 20%-30% του συνολικού οικιστικού τους αποθέματος, δείχνει πως ο ενεργός ρόλος του κράτους στη δημιουργία και διαχείριση αποθέματος κοινωνικών κατοικιών, σε συνδυασμό με στοχευμένες επιδοτήσεις της ζήτησης, είναι απαραίτητος για τη βελτίωση της προσιτότητας της στέγασης».
  • Τη θεσμική κατοχύρωση και επέκταση του κοινωνικού και προσιτού πλαισίου της στέγασης. «Σήμερα, το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας υλοποιεί το μεγαλύτερο μέρος της στεγαστικής πολιτικής. Είναι κρίσιμο, ο φορέας αυτός να διαθέτει την αρμοδιότητα διαχείρισης του προϋπολογισμού στέγασης, τον σχεδιασμό πολιτικών, τον συντονισμό των προγραμμάτων κοινωνικής στέγασης και την αξιολόγησή τους με τυποποιημένα δεδομένα».
  • Δόκιμη είναι η εξέταση μέτρων στην κατεύθυνση ενός πλαισίου ελέγχου ενοικίων, ασφαλώς με χαρακτηριστικά ευελιξίας, αλλά και στόχο αποφυγής απότομων μεταβολών, όπου υπάρχει έντονο πρόβλημα. Χαρακτηριστική είναι, επίσης, η ανομοιόμορφη κατανομή των πόρων ανάμεσα σε ιδιοκτήτες και ενοικιαστές, ενώ προκρίνεται μια πιο ισορροπημένη ενίσχυση για τους δεύτερους, καθότι αυτοί αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο στεγαστικό ζήτημα.
  • Κάθε ρύθμιση των ενοικίων για κοινωνικούς λόγους θα πρέπει να συνδυάζει την προστασία των νοικοκυριών με την ασφάλεια των ιδιοκτητών. Ένα ενδεδειγμένο μέτρο θα ήταν η σύσταση ενός ταμείου ασφάλισης εκμισθώσεων, που θα αποζημιώνει τους ιδιοκτήτες σε περιπτώσεις αθέτησης πληρωμών, ζημιών ή δικαστικών εξόδων, χρηματοδοτούμενο από τον ίδιο τον φόρο εισοδημάτων από ενοίκια. Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται σε χώρες όπως ο Καναδάς.
  • Η ενεργοποίηση των κενών κατοικιών μέσω επιδοτήσεων ανακαίνισης, αν και χρήσιμη, μπορεί να επεκταθεί περαιτέρω. Ορισμένα από τα υφιστάμενα προγράμματα, όπως το «Ανακαινίζω-Νοικιάζω», ενώ είναι πολύ στοχευμένα, δεν προβλέπουν δεσμεύσεις για προσιτή μίσθωση μετά το πέρας των διαδικασιών. Μελλοντικές επιδοτήσεις θα μπορούσαν να συνδεθούν με ανώτατο όριο μίσθωσης και ελάχιστη διάρκεια μισθώσεων, ενώ συμπληρωματικά θα μπορούσαν να χορηγούνται φοροελαφρύνσεις σε ιδιοκτήτες ή κατασκευαστές που προσφέρουν κατοικίες με μειωμένο ενοίκιο, όπως στη Γαλλία και στην Ισπανία.
  • Στον τομέα των βραχυχρόνιων μισθώσεων, τα ισχύοντα μέτρα θα μπορούσαν να συμπληρωθούν με περαιτέρω ενέργειες για την αποθάρρυνση εκτενούς μετατροπής ακινήτων σε τουριστικά καταλύματα. Θα μπορούσε, επίσης, να εξεταστεί η εφαρμογή διαφοροποιημένων φορολογικών συντελεστών στα εισοδήματα από βραχυχρόνιες μισθώσεις, με στόχο τη διασφάλιση ομαλών συνθηκών στην αγορά κατοικίας και την προστασία των μακροχρόνιων ενοικιαστών.
  • Ανάλογη επέκταση των μέτρων θα μπορούσε να εφαρμοστεί και για το πρόγραμμα της Χρυσής Βίζας. Θα μπορούσε να εξεταστεί, ενδεικτικά, η χορήγηση Χρυσής Βίζας μόνο για την οικοδόμηση νέων κατοικιών ή την ανακατασκευή μη κατοικήσιμων. Περαιτέρω, όπως και στην Πορτογαλία, θα μπορούσε να διερευνηθεί η πλήρης εξαίρεση των οικιστικών κατοικιών από τις επιλέξιμες επενδύσεις, κατευθύνοντας το κεφάλαιο σε άλλους παραγωγικούς τομείς, όπως η έρευνα, η μεταποίηση και η καινοτομία ή σε επενδυτικά σχήματα κοινωνικής στέγασης με συμμετοχή του Δημοσίου.
  • Η φοιτητική και νεανική στέγαση ενδεχομένως να χρήζει περαιτέρω ενίσχυσης, με άμεσες συνέπειες στο εισόδημα των οικογενειών και την πίεση στη γενική αγορά ενοικίων. Αν και υλοποιούνται ΣΔΙΤ για περίπου 8.500 νέες κλίνες, είναι σκόπιμο η Πολιτεία να ενισχύσει τις υποδομές φοιτητικής στέγασης και να διευρύνει τις επιδοτήσεις ενοικίου για φοιτητές.
  • Δεδομένου ότι ο πληθυσμός, όπως και η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα, επικεντρώνεται κυρίως στην Αθήνα, θα μπορούσε να εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα περαιτέρω αποκέντρωσης. Καθώς ένας από τους κύριους παράγοντες της αστικής συγκέντρωσης είναι και η εργασία και η κινητικότητα αυτής, η πρόσβαση σε υγειονομικές υπηρεσίες και η εκπαίδευση, είναι σημαντικό να ενισχυθούν ευέλικτες εργασιακές δομές, όπως η τηλεργασία, όπου αυτό είναι εφικτό, αλλά και οι απαραίτητες τοπικές επενδύσεις σε υγεία και εκπαίδευση.
  • Στο κομμάτι των ακινήτων που βρίσκονται σε καθεστώς πλειστηριασμού, πέραν της ξεκάθαρης θεσμοθέτησης ενός πλαισίου, που θα έχει σαν πρωταρχικό σκοπό την προστασία της πρώτης κατοικίας, ένα κομμάτι του «κόκκινου» αποθέματος θα μπορούσε να υπαχθεί σε ένα κεντρικό φορέα, όπως η ισπανική Sareb, ο οποίος θα μπορούσε να αναλάβει τη διαχείρισή του και τη διάχυση των ακινήτων στην αγορά ως κοινωνικές κατοικίες, όπως συμβαίνει στην Ισπανία.
  • Καθοριστικός παράγοντας για την αποτελεσματικότητα των οποιωνδήποτε μέτρων είναι η ολοκλήρωση της ψηφιοποίησης του ιδιοκτησιακού και στεγαστικού χάρτη της χώρας, ώστε να υπάρχει σαφέστερη εικόνα για το διαθέσιμο απόθεμα, τις ανάγκες και τις ελλείψεις της αγοράς.
© Eurokinissi

Καταλήγοντας, η έρευνα διαπιστώνει: «Η διαμόρφωση μιας ολιστικής και μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής για τη στέγαση είναι πλέον επιτακτική ανάγκη, όχι μόνο για την αντιμετώπιση των άμεσων προκλήσεων αλλά και για την προώθηση της κοινωνικής συνοχής, της οικονομικής σταθερότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης στην Ελλάδα». Διαβάστε όλη την έρευνα εδώ: www.dianeosi.org

Ερευνητική ομάδα: Συντονιστής της μελέτης: Νίκος Βέττας, γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Οικονομικών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΟΠΑ). Αντώνης Μαυρόπουλος, ερευνητής ΙΟΒΕ, Κωνσταντίνα Αντωνοπούλου, ερευνήτρια ΙΟΒΕ, Ηλίας Βαλεντής Senior Research Analyst, διαΝΕΟσις, Γιώργος Γατόπουλος, επικεφαλής τμήματος Διεθνών Μακροοικονομικών & Χρηματοοικονομικών ΙΟΒΕ, Κωνσταντίνος Κόντος, ερευνητής ΙΟΒΕ.