Ελλαδα

Σταλινικός ακτιβισμός και κοινοτοπία του κακού

Ο «ακτιβισμός» με τον οποίο φερόμενοι φοιτητές επιτίθενται στην καθηγήτρια Βάνα Νικολαΐδου – Κυριανίδου έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός αυθεντικού «πρωτο-σταλινισμού»

Κώστας Κούρκουλος
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η επίθεση στην καθηγήτρια Βάνα Νικολαΐδου – Κυριανίδου και τα χαρακτηριστικά της ακρότητας και της ρηχότητας όσων επιτέθηκαν

Ο «ακτιβισμός» με τον οποίο φερόμενοι φοιτητές επιτίθενται στην καθηγήτρια Βάνα Νικολαΐδου – Κυριανίδου (κορυφαία μελετήτρια στη χώρα μας έργου της Hannah Arendt και συγγραφέα του σπουδαίου βιβλίου «Hannah Arendt - Ο νόμος της γης και η λησμονημένη παράδοση»),  έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός αυθεντικού «πρωτο-σταλινισμού». Αφού εκδηλώνεται ως ρητή απαγόρευση προς τον Άλλον να σκέφτεται και να μιλάει. Επιχειρώντας έτσι να καταργήσει την θεμελιώδη ιδιότητα που μετατρέπει το «ζωικό είδος» σε άνθρωπο, αν ο Άλλος  δεν αποδέχεται την αυθαίρετη εξουσία της σταλινικής ορδής.

Άλλωστε, ο ολοκληρωτισμός -όπως μας έδειξαν οι δύο μεγάλοι διανοητές (Χάννα Άρεντ και Κορνήλιος Καστοριάδης) που ανέδειξαν την τερατώδη και α/νοηματική φύση του- εκτός από την στέρηση της «νομικής» και «ηθικής» προσωπικότητας των ανθρώπων, επιχείρησε και μία ανθρωπολογικού τύπου αλλοίωση της ανθρώπινης φύσης: προχώρησε και στην δολοφονία  του ανθρώπινου αυθορμητισμού, με σκοπό την εξαφάνιση της διαφορετικότητας μεταξύ των ανθρώπων.

Επιχείρησε δηλαδή τη δημιουργία «ζώντων πτωμάτων», τα οποία, στερούμενα του δικαιώματος να έχουν δικαιώματα, ούτε σκέφτονται, ούτε αποφασίζουν με βάση τη συνείδηση, αφού είναι απλά ενεργούμενα.

Φαίνεται λοιπόν πως και οι σύγχρονοι σταλινικοί γοητεύονται από την ιδέα των  «ζώντων πτωμάτων», τα οποία, στερημένα από την ιδιότητα του ανθρώπου, δεν θα έχουν καμία επιλογή.  Ούτε καν να αντισταθούν στον οργανωμένο παραλογισμό του μίσους και της βίας, όπως με θάρρος  έπραξε Βάνα Νικολαϊδου – Κυριανίδου. Η οποία, ακριβώς για τον λόγο αυτόν, στοχοποιήθηκε.

Έχει όμως ο σκοταδιστικός ακτιβισμός του μίσους και κάτι ακόμη χειρότερο, που τον οδηγεί στα όρια του αποκρουστικού: την ρηχότητα, την φτήνια και την πλήρη απουσία σκέψης, που πάντα εκφράζονται ως «μπαναλιτέ» και «κοινοτοπία του κακού». 

Αφού, από μόνος του ο ακτιβισμός του μίσους «παριστάνει», υλοποιεί και «παροντοποιεί» το  κακό, με τα χαρακτηριστικά και τις διαστάσεις που, με την συναρπαστική της πρόζα, ανέδειξε η Χάννα Άρεντ: «…το κακό δεν είναι ποτέ “ριζικό”, αλλά μονάχα  ακραίο και δεν έχει ούτε βαθύτητα ούτε κάποια δαιμονική διάσταση. Το κακό μπορεί να κατακυριεύσει τα πάντα και να σαρώσει τον κόσμο ολόκληρο, ακριβώς γιατί διασπείρεται σαν μύκητας. Το κακό “προκαλεί τη σκέψη”, γιατί η σκέψη προσπαθεί να αγγίξει το βάθος, να φτάσει στις ρίζες και, από τη στιγμή που καταπιάνεται με το κακό, απογοητεύεται, το εγχείρημα αποβαίνει μάταιο, γιατί δεν βρίσκει τίποτε, γιατί δεν υπάρχει τίποτε να βρει. Εδώ έγκειται η “ρηχότητά” του».

Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά της ακρότητας και της ρηχότητας εκλύει η δράση και ο λόγος όσων επιτέθηκαν στην Βάνα Νικολαϊδου – Κυριανίδου, για να της απαγορεύσουν να φέρει δύο θεμελιώδεις ανθρώπινες ιδιότητες: να σκέφτεται και να μιλάει.

Παρότι όμως το κακό «διασπείρεται σαν μύκητας», εν τούτοις αυτό που εκπροσωπεί η αυτόχθων σταλινική ορδή, είναι γεωγραφικά απομονωμένο στη χώρα μας, σε σημείο ώστε η χώρα μας να αποτελεί την αρνητική «βαλκανική εξαίρεση».

Και αυτό λόγω της υγειονομικής ζώνης την οποία δημιουργούν τα ιστορικά «αντισώματα» απέναντι στον σταλινισμό, που φέρουν οι γειτονικές μας προς βορράν χώρες, από την ιστορία τους.

Αφού σ’ αυτές ο σταλινικός ολοκληρωτισμός έγινε πραγματικότητα και μάλιστα στην πιο άτυχη, στην Αλβανία, διατήρησε μέχρι τέλους  και το παρανοϊκό παραλήρημα, μέσω του οποίου μία ολόκληρη κοινωνία  ζούσε σε εντελώς πλασματική πραγματικότητα. Διότι, όπως ανέδειξε ο Καστοριάδης στο περίφημο κείμενό του «Οι μοίρες του ολοκληρωτισμού», το παραλήρημα είναι ο βαθύτερος πυρήνας του ολοκληρωτισμού.

Ένα προνόμιο που «πληρώνει» ακόμη η χώρα μας -αφού είναι η μόνη βαλκανική χώρα που είχε την τύχη να αποφύγει την σταλινική κόλαση– με την πλούσια σύγχρονη «σταλινική παραγωγή» που παρουσιάζει, η οποία μάλιστα την αναδεικνύει στη σύγχρονη βαλκανική εξαίρεση ανορθολογισμού.

Και η αποφυγή της σταλινικής κόλασης επιτεύχθηκε, παρότι πλήθος ευγενών (κυριολεκτικά) προγόνων, σε μία θρησκευτική ανάγνωση της ιστορίας, εξέλαβαν τον σταλινικό ολοκληρωτισμό ως τον επί γης παράδεισο, αφού έτσι έλεγαν κάποιες δικές τους γραφές.  Γι’ αυτό και με ανιδιοτέλεια έδωσαν και τη ζωή τους, μέχρι την τελική ήττα.

Μία ήττα όμως που «πληρώνουμε» σήμερα. Αφού, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες, δεν δημιουργήθηκαν εδώ ιστορικά «αντισώματα» απέναντι στον ολοκληρωτισμό. Αντίθετα, κατατρύχεται από τη νοσταλγία του εμφυλίου, που θα ανατρέψει το αποτέλεσμα του προηγούμενου.

Γι’ αυτό και το πάθος για τον σταλινικό ολοκληρωτισμό, μεταμφιεσμένο στην παράσταση ενός μυθικού «παραδείσου» που χάθηκε, παραμένει ενεργό σε ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού. 

Το οποίο βεβαίως, όπως με εξαιρετική ενάργεια παρουσιάζει η Βάνα Νικολαΐδου – Κυριανίδου (ό.π.), δεν είναι τίποτε άλλο, από την μετατροπή των προκαταλήψεων του παρελθόντος σε ιδεολογία.

Κάτι που υλοποιεί το «αρεντικό παράδοξο»: να θεωρείται το καθεστώς του σταλινικού τρόμου «πραγματική δημοκρατία» μπροστά στην «τυπική», που αποτελούν, κατ’ αυτούς, τα συνταγματικά δυτικά καθεστώτα.

Το μόνο που σώζει την δημοκρατία είναι η βιασύνη και η εξαχρείωση των νοσταλγών του ολοκληρωτισμού. Οι οποίοι επιδιώκουν να εξαφανίσουν τις ανθρώπινες ιδιότητες των Άλλων, προτού καν καταλάβουν την εξουσία.

Κάτι που αφυπνίζει τους πολίτες και την πολιτεία. Και δημιουργεί σοβαρά δημοκρατικά αντισώματα απέναντι στους εχθρούς της δημοκρατίας. Αυτό έδειξε η καθολική αντίδραση απέναντι στις θηριωδίες των αυτοχθόνων ναζί με τον θάνατο του Φύσσα και δείχνει επίσης η  πρωτοφανής δημοκρατική αντίδραση στην τελευταία σταλινική πρόκληση.