Ελλαδα

Οι υπόγειες διαδρομές της βίας

Να μη δώσουμε καμία χαρά στα άκρα

Κυριάκος Αθανασιάδης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Όταν ο εκχυδαϊσμός του πολιτικού λόγου γίνεται σύνθημα που μπορεί να τραγουδηθεί από όλα τα χείλη, δεν θα μείνει εκεί

Πριν έξι χρόνια, είχε τύχει να γράψω το εξής: «Έμεινα 23 χρόνια στην Αθήνα (1986-2009) και τα τελευταία 21 ζούσα και εργαζόμουν στα Εξάρχεια. Έφυγα, και επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη, χάνοντας ένα 90% των εισοδημάτων μου μέσα σε μία ημέρα, σχεδόν ένα χρόνο μετά τα επονομαζόμενα Δεκεμβριανά και λίγους μήνες πριν τη Marfin, δύο μεγάλα γεγονότα που τσάκισαν την Ελλάδα, την έφεραν στο κατώφλι της Εξόδου και, έκτοτε, τη χαρακτηρίζουν. […] Τα Δεκεμβριανά τού 2008 τα έζησα από πολύ κοντά, και ήδη από τις πρώτες ώρες της φρίκης πήρα την απόφαση να τα μαζέψω και να φύγω, γιατί αυτό που έβλεπα δεν ήταν οι συνήθεις καταστροφές από τα πιτσιρίκια των Εξαρχείων πέριξ του Πολυτεχνείου, αλλά η μεγάλη, ολέθρια, τρομερή άνοδος της Χρυσής Αυγής, που πρωτοστάτησε στα επεισόδια, βγήκε στους δρόμους, μοίρασε μαύρες μπλούζες και στρατολόγησε το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των ανένταχτων νεαρών που έσπασαν την Αθήνα. Όλοι πιστεύουν ότι τις καταστροφές τις έκαναν αναρχικοί, κλείνοντας τα μάτια στο προφανές, τυφλοί απέναντι στην πραγματικότητα: οι χώροι συνδέονται με τόσο πολλές υπόγειες οδούς, που σε τρομάζει· η “απαθής” νεολαία στρέφεται με την πρώτη δυναμική ευκαιρία στο σκοτάδι της βίας».

Θα ήθελα πολύ να είμαι κανένας σοφός, κανένας σπουδαίος κοινωνικός επιστήμονας — αν μη τι άλλο για να κολλήσω και βιβλιογραφία στο παραπάνω. Δεν είμαι τίποτε τρομερό, και τίποτε από αυτά. Αλλά όμως ξέρω το προφανές: όταν ο επιθετικός, βίαιος εκχυδαϊσμός (για να ξεκινήσουμε από εκεί) του πολιτικού λόγου κατέβει στο πεζοδρόμιο και γίνει σύνθημα που μπορεί να τραγουδηθεί από ΟΛΑ τα χείλη, δεν θα μείνει εκεί: θα τα σπάσει. Και από το σπάσιμο αυτό θα βγούνε, πάλι, τέρατα. Και από τα τέρατα είναι που ξεκινά πάντα η φτώχεια των πολιτών και η κακομοιριά της κοινωνίας.

Ο απόλυτος ανορθολογισμός, οι γενικεύσεις, η ισοπέδωση των πάντων, τα τερατώδη ψεύδη, η λαχανιασμένη λαχτάρα για «εκδίκηση», οι τσιρίδες, η ιερή αγανάκτηση, το δίκιο που πνίγει τους ελαφρολαϊκούς κονφερασιέ της τηλεόρασης, ευνοούν, ακριβώς, ΜΟΝΟ τα άκρα. Και έχουμε περάσει πολλά για να το επιτρέψουμε να ξανασυμβεί. Και με την περίοδο της Κρίσης (ακόμη κάποιοι πιστεύουν ότι την έφεραν «οι αλήτες πολιτικοί που έτρωγαν με χρυσά κουτάλια»), και με την περίοδο των Μνημονίων (ακόμη κάποιοι τα θεωρούν μήτρα της Κρίσης και όχι αναγκαίο απότοκο της χρεοκοπίας), και με την περίοδο των λοκντάουν (ακόμη κάποιοι πιστεύουν ότι εδώ κι ένα-ενάμιση χρόνο πεθαίνουν στις ΜΕΘ οι εμβολιασμένοι…). Κουραστήκαμε, ματώσαμε, γκώσαμε. Φτάνει πια. Είναι όμως περισσότερο από επείγον να σοβαρευτούμε και να περνάμε από την κρησάρα της λογικής το καθετί.

Και είναι και κάτι άλλο. Δεν έχει να κάνει μόνο με το «κόμμα» του Κασιδιάρη, αίφνης, που προφανώς και θα βαπτιστεί στη Σιλωάμ του ακραίου λαϊκισμού, της περιφερόμενης «κρεμάλας» για τον τάδε δημοσιογράφο ή τον δείνα πολιτικό, των γηπεδικών συνθημάτων που ομνύουν στο χάος, και όλου του ρεπερτορίου τής πιο χυδαίας, πιο μαύρης αντίδρασης, και θα σημειώσει μια κάποια άνοδο, ελπίζουμε όχι ικανή να το βάλει στη Βουλή. Είναι η χαρά που παίρνουν αυτοί οι τύποι βλέποντας πως παίζουμε το παιχνίδι τους. Είναι η χαρά που παίρνουν γενικώς επειδή τους «παίζουμε», επειδή δρούμε με τους όρους τους: τους όρους της τυφλής αβύσσου. Δεν πρέπει να τους το επιτρέψουμε — αρκετά χάρηκαν. Δεν λέει να τους κάνουμε το χατίρι. Πρέπει να κάνουμε ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ χατίρι.

Έχουμε πάρα πολλά μπροστά μας, ένα ολόκληρο βουνό από πράγματα που πρέπει να γίνουν, περισσότερο και λιγότερο καλά —ο καθένας μας ξεχωριστά και όλοι μαζί—, μα πράγματα αναγκαία μια φορά, πράγματα απαραίτητα: έχουμε πάρα πολλά να κάνουμε για να μοιραζόμαστε τις ίδιες επιθυμίες με το άδικο βάρος της γης. Και θα τα κάνουμε, όπως πάντα, με διαφωνίες, με διαπληκτισμούς, με φασαρία, με καβγάδες, ναι — έστω. Είναι μέγα και το επίδικο άλλωστε, και ο αντίπαλος είναι πάντα μια φιγούρα επικίνδυνη: θέλει άλλα (φρονούμε) από αυτά που θέλουμε εμείς, και μας τρομάζει. Αλλά ΩΣ ΕΚΕΙ. Όχι όμως με το πεζοδρόμιο. Όχι με το περιθώριο. Όχι με τον βόρβορο.

ΥΓ. Ας μας επιτραπεί να θυμίσουμε κάτι ακόμα: «Δεν ξέρουμε αν οι οπαδοί του Τραμπ ξεσήκωσαν το “Fuck you, Biden” από τους Έλληνες τραμπικούς και το αντίστοιχο «σύνθημά» τους για τον Μητσοτάκη — ένα σύνθημα που ξεσηκώνει και δονεί τους ζωώδεις Χρυσαυγίτες στις αντιεμβολιαστικές τους πορείες, ανάμεσα σε άλλα προγλωσσικά που πασχίζουν —όχι πάντοτε με επιτυχία— να αρθρώσουν. Δεν ξέρουμε επίσης αν ποτέ επινοηθεί και στα μέρη μας μια «κωδική» έκφραση για να βρίζουν τον Μητσοτάκη: μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Αυτό που ξέρουμε με σιγουριά είναι ότι υπάρχει μία κατηγορία πολιτών που ζουν σε διάφορα κράτη, ασπάζονται διάφορες ιδεολογίες —ή και καμία—, μα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: είναι χυδαίοι — είναι τραμπικοί».

ΥΓ. Αυτό το κείμενο εστάλη για δημοσίευση μερικές ώρες πριν τη φασιστική επίθεση στον Γιάνη Βαρουφάκη.