Ελλαδα

Δίκη για το Μάτι: 10 + 1 πράγματα (σκέψεις και ερωτήματα) που δεν έχουμε καταλάβει

«Τα ΜΜΕ αναπαράγουν μόνο το πόσο συγκλονιστικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων. Δεν απασχολεί όμως κανέναν το μεγάλο ερώτημα: Είναι μια δίκαιη δίκη;»

Δήμητρα Γκρους
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ρεπορτάζ από τη δίκη για το Μάτι, οι ιστορίες των θυμάτων και οι εγκληματικές ευθύνες.

1) Την προηγούμενη εβδομάδα ήρθε ένα μήνυμα στην Αthens Voice από τον κ. Σιαπκάρα, «προς τη δημοσιογράφο Δήμητρα Γκρους». Ο κ. Σιακπάρας είχε καταθέσει για τον θάνατο της κόρης του, που είχε πάει για μία μέρα φιλοξενούμενη στο Μάτι, και τους είχα αναφέρει στο ρεπορτάζ από τη δίκη. Όταν του τηλεφώνησα μου είπε πως δεν είχε καταλάβει ότι ήμουν εκεί, «προσπάθησα να είμαι διακριτική στον πόνο σας και να μην ενοχλώ», συμπλήρωσε ότι δεν θα ενοχλούσα. Με ευχαρίστησε για το άρθρο μου, ήταν σημαντικό για εκείνους, να είμαι καλά και ό,τι χρειαστώ να μη διστάσω. «Δεν υπάρχουν λόγια, χάσατε το παιδί σας τόσο άδικα όπως τόσοι ακόμα», «άσ’ το κορίτσι μου, δεν υπάρχει κάτι να πεις, δεν μπορεί να το συλλάβει ο ανθρώπινος νους». Όσο μιλούσαμε μου είχε φύγει η ψυχή, όπως κάθε φορά που μιλάω σε κάποιον από τους συγγενείς των θυμάτων στο δικαστήριο. Το σκέφτομαι συνέχεια: Οι 104 άνθρωποι που βρήκαν φρικτό θάνατο πόσους άφησαν πίσω τους αλήθεια; Ποιο είναι το πραγματικό νούμερο των θυμάτων;

2) Την εβδομάδα που μας πέρασε πήγα δύο φορές στη δίκη. Αισθάνομαι χρέος απέναντί τους, πηγαίνω για λόγους ενσυναίσθησης και αλληλεγγύης – νιώθω άσχημα που τους έχουμε αφήσει μόνους, λες και δεν μας αφορά μια υπόθεση στην οποία δικάζεται το κράτος για τον θάνατο 104 συμπολιτών μας έξω από το σπίτι τους και στις διακοπές τους. Παρακολουθώ τη δίκη ως πολίτης και ως δημοσιογράφος (όσο καταθέτει η μητέρα τους Βίκτωρα, ένας από τους βασικούς κατηγορούμενους, υψηλόβαθμος της Πυροσβεστικής σήμερα, μασάει τσίχλα και παίζει με το κινητό του – κάποιοι του κάνουν παρατήρηση, η δικαστής επιβάλλει την τάξη). Κυρίως μου φαίνεται τεράστιο κρίμα οι ιστορίες αυτές να απευθύνονται μόνο στο δικαστήριο χωρίς ένα κοινό να τις ακούει. Πώς γίνεται να μην καταγράφονται λέξη προς λέξη;

3) Βρισκόμαστε στο κομμάτι της δίκης που καταθέτουν οι μάρτυρες κατηγορίας, 204 στο σύνολό τους. Ιστορίες με όνομα και επώνυμο, τριών κατηγοριών: Α) Οι συγγενείς των θυμάτων που βρίσκονταν αλλού και πληροφορήθηκαν ότι κάτι κακό συμβαίνει, περιγράφουν τις ώρες αγωνίας και τις τελευταίες τους επικοινωνίες. Β) Αυτοί που βρίσκονταν εκεί, που οι ίδιοι σώθηκαν αλλά οι δικοί τους βρήκαν φρικτό θάνατο. Γ) Αυτοί που πέρασαν τον εφιάλτη και επέζησαν.

4) Οι ιστορίες έχουν ένα πριν και ένα μετά. Γνωρίζοντας την έκβαση, ανατριχιάζεις με την αίσθηση κανονικότητας και τυχαίου που ορίζει την ανθρώπινη μοίρα σε όσα προηγούνται του κακού, «οι παππούδες είχαν μόλις τελειώσει τις δουλειές τους και βιαζόντουσαν να πάρουν τα παιδιά και να φύγουν για να φτάσουν στη Νέα Μάκρη μια ώρα αρχύτερα. Στις 6.15 στη Μαραθώνος, η Αστυνομία τους σταμάτησε και τους υποχρέωσε να στρίψουν δεξιά στέλνοντάς τους  στο Μάτι να καούν». Στην περίπτωση αυτής της ιστορίας των Φιλιπόπουλων κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς συνέβη στον Φίλιππο, τη Σοφία και στα δύο εγγονάκια τους, Σοφία και Βασιλική, τα διδυμάκια, όπως τα λένε, πώς ήταν οι τελευταίες τους στιγμές. Κατέθεσαν η μητέρα των παιδιών, Γεωργία, ο πατέρας των παιδιών, Γιάννης, που έχασε ταυτόχρονα και τους δύο του γονείς, και η αδερφή του, Ελένη. Ο καθένας από τη σκοπιά του, περιγράφουν τις ημέρες αναζήτησης, αγωνίας, απόγνωσης. Το αυτοκίνητο βρέθηκε στο οικόπεδο όπου κάηκαν 26 άνθρωποι στην προσπάθειά τους να βρουν διέξοδο προς τη θάλασσα, λίγα μέτρα πιο πέρα, μια άμορφη μάζα: ο πάππους από πάνω, η γιαγιά από κάτω, τα εγγονάκια στη μέση, σάντουιτς. Όσο για το μετά, η αναλγησία του κράτους στο μεγαλείο. «Γιατί δεν μας δίνεται τα κορίτσια μας να τα θάψουμε;», στο νεκροτομείο δεν μπορούσαν να ταυτοποιήσουν ποιο ήταν ποιο, τη λύση έδωσε εκείνο το εκμαγείο από τα σιδεράκια που είχε ο οδοντοτεχνίτης. Η κηδεία, από 24 Ιουλίου, έγινε 3 Αυγούστου. Τέσσερα λευκά φέρετρα, χωρίς καθόλου βάρος. Λεπτομέρεια της κατάθεσης του πατέρα: οι γονείς έχουν ακόμα τα άπλυτα ρουχαλάκια των κοριτσιών για τη μυρωδιά τους.

5) Ακούγοντας, είναι στιγμές που μυρίζει στην αίθουσα καμένο. Εκπλήσσομαι, προσπαθώ να εντοπίσω από πού έρχεται η μυρωδιά. Ο πατέρας, πάει εκεί και ψάχνει, «μόνο σκοτάδι και φωτιά», τίποτα άλλο, «καπνός», «αποκαΐδια», «η ατμόσφαιρα αποπνικτική». Ο εγκέφαλός μας δεν αναγνωρίζει αν κάτι γίνεται τώρα, όταν μια ιστορία που ακούμε περιλαμβάνει στοιχεία που παραπέμπουν στις αισθήσεις ενεργοποιούνται τα αντίστοιχα κέντρα, στη συγκεκριμένη περίπτωση τα οσφρητικά. Επιπλέον, διαβάζω, υπάρχει κάτι που λέγεται «σύζευξη του εγκεφάλου» (neural couplinh), ο εγκέφαλoς αυτού που ακούει μια ιστορία συντονίζεται με τον εγκέφαλο εκείνου που την αφηγείται. Όσο πιο ισχυρή η σύζευξη τόσο μεγαλύτερη η ενσυναίσθηση του ακροατή για τον αφηγητή. Είναι στιγμές που στα μάγουλα του ακροατηρίου κυλούν δάκρυα.

6) Το να ακούς ζωντανά είναι διαφορετικό από το να το διαβάζεις. Ακούς τα σημεία που σταματάει η φωνή, εκείνα που σπάει, ακούς τον λυγμό, το κλάμα, τις φωνές, την απόγνωση, την οργή, «πού ήταν το κράτος; Γιατί δεν μας προστάτευσε;»

7) Μια από τις ιστορίες που συγκλονίζει, με τρόπο που δεν περιγράφεται, είναι του Βίκτωρα. Την προηγούμενη Τρίτη άφησα ό,τι είχα να κάνω και πήγα να ακούσω τις καταθέσεις της μητέρας του και της αδερφής του – είναι κι η δική τους ιστορία. Η Αθηνά Μουτάφη μένει κάποιες μέρες το καλοκαίρι στο σπίτι της φίλης της Αιμιλίας. Τη Δευτέρα το μεσημέρι πηγαίνει και παίρνει τα δύο της παιδιά από τη Μαραθώνος, τον 23χρονο Βίκτωρα και την αδελφή του Βάσια, για να κάνουν λίγες ήμερες διακοπές μαζί τους. Τρώνε, ξαπλώνουν, ξεκινάει το κακό. Το μεγαλύτερο μέρος διαδραματίζεται στη θάλασσα. Ενώ στο μυαλό μας έχουμε τις απόκοσμες εικόνες από τους ανθρώπους μέχρι τη μέση στο νερό, δεν έχουμε καθόλου εικόνα από τους ναυαγούς στη μανιασμένη θάλασσα. Η αποπνικτική ατμόσφαιρα τους οδηγεί να απομακρυνθούν από την ακτή, κι ούτε καταβαίνουν για πότε βρίσκονται στα άπατα. Μαύρο σκοτάδι, δεν βλέπουν πού είναι η στεριά, ο καιρός αγριεύει, τα κύματα πελώρια, σε κάθε κύμα χάνουν ο ένας τον άλλο από το οπτικό τους πεδίο, αλλά προσπαθούν να κρατηθούν μαζί. Πρώτη «έφυγε» η Αιμιλία, αφού είπε στη φίλη της να πει στα παιδιά της ότι τους αγαπά. Η Αθηνά νόμιζε ότι θα έρθει από στιγμή σε στιγμή κάποιος να τους βοηθήσει, έτσι κρατούσε τη σωρό κοντά τους να μη χαθεί. Ο Βίκτωρας, που παραπονιόταν για κράμπες στα πόδια του, «μαμά, δεν θα αντέξω», πανικοβλήθηκε όταν κατάλαβε ότι η φίλη τους είχε πεθάνει. Ο Βίκτωρας πνίγηκε μπροστά στα μάτια της μητέρας του. Η περιγραφή της μητέρας είναι δυσβάσταχτη. Έμειναν μάνα και κόρη στο έλεος της θάλασσας για περισσότερες από 6 ώρες, φτάνοντας 5 μίλια μακριά από την ακτή. Τις περιμάζεψε ένα ψαροκάικο. 

«Ο Βίκτωρας με ρωτούσε “πώς είναι η Αιμιλία, τι έχει;”. Ήμουν σε κατάσταση πανικού, περίμενα κάποιον να έρθει. Όση ώρα το παιδί παραπονιόταν, του έλεγα “μην ανησυχείς, κάποιος θα έρθει, μια βάρκα, αφού ξέρουν τι έχει γίνει σε μια κατοικημένη περιοχή, θα έρθουν”. Εκεί ο Βίκτωρας ηρεμούσε. Ξαφνικά ήρθαν δύο-τρία απανωτά κύματα, τον Βίκτωρα δεν τον είδα, του φώναζα “πού είσαι;”. Τον βλέπω να επιπλέει μπρούμητα, τον έπιασα, τον γύρισα ανάσκελα και… Του φώναζα “Βίκτωρα!”... Δεν μπορούσε να ανταποκριθεί. Έκανε μαύρο εμετό. Αν σκέφτεστε τον εφιάλτη, εγώ τον έβλεπα μπροστά μου. Δεν πίστευα ότι θα “εγκαταλείψει”. Εκείνη τη στιγμή είχα ένα δίλημμα. Ή θα πήγαινα μαζί του και θα άφηνα την κόρη μου ή να τον αφήσω. Αποφάσισα ότι πρέπει να τον αφήσω. Έλεγα στην κόρη μου “μην τον κοιτάς”. Δεν τον αφήνω, μου έλεγε. Δεν μπορώ να σας περιγράψω αυτές τις στιγμές. Τον άφησα. Κι έφυγα. Ήμουν σε κατάσταση αλλοφροσύνης. Ήθελα να τον ακολουθήσω. Συνεχίσαμε με την κόρη μου. Παρακαλούσαμε η μία την άλλη να μην εγκαταλείψουμε. Είχα βγάλει το εσώρουχο και έδεσα τους καρπούς μας για να μη χαθούμε. Κάποια στιγμή είδε ο κύριος που ήταν μαζί μας ένα πτώμα, το απομάκρυνε για να μη φοβηθούμε. Πού να ήξερε ότι είχα αφήσει την ψυχή μου μέσα στη θάλασσα

Αυτή είναι η ιστορία μου. Άκουγα, μετά τι είχε γίνει όσο ήμουν στη θάλασσα και έμαθα για την εκκένωση στην Κινέττα. Και μετά άρχισαν τα “γιατί” να γεμίζουν το μυαλό μου. Όλοι αυτοί οι υπεύθυνοι που έπρεπε να κάνουν το καθήκον τους δεν έκαναν τίποτα, ούτε καν προσπάθησαν. Όλα αυτά που άκουγα δεν μπορούσαν να με αφήσουν ανεπηρέαστη. Ακούστηκαν αφύσικα πράγματα από τους αρχηγούς αστυνομίας, πυροσβεστικής, λιμεναρχείου οι οποίοι εκείνη τη μέρα φάνηκαν κατώτεροι των περιστάσεων. Θέλω να σας πω να μη φανείτε και εσείς κατώτεροι των περιστάσεων».

Στο διάλειμμα βλέπω την Αθηνά και τη Βάσια, είναι πάντα εκεί. Μιλάω με τον πατέρα του Βίκτωρα. Ανάμεσα σε άλλα μου λέει πόσο γενναία είναι (σ.σ. δείχνει τη μητέρα), πόση αδυναμία του είχε από τότε που γεννήθηκε, «πώς έχει αντέξει αυτή η γυναίκα δεν ξέρω, αντέχει λόγω της Βάσιας. Αν δεν ήταν εκείνη, είμαι σίγουρος ότι θα είχε πάει μαζί του στη θάλασσα». Τον ρωτάω για τον Βίκτωρα. Πόσο ξεχωριστός ήταν από παιδί, πόσο δυνατός, ο τελευταίος που θα περίμενε να μην αντέξει, γυμνασμένος, κολυμβητής, ψύχραιμος, είχε αντοχή στον πόνο και ήταν γεμάτος ενσυναίσθηση, ίσως αυτό τον κλόνισε, το ότι είδε τη φίλη τους που «έφυγε», μου λέει. Κι όταν κατάλαβε ότι δεν θα άντεχε άλλο, έφυγε μακριά τους για να μην προσπαθήσουν να τον σώσουν και βουλιάξουν μαζί του. Ήταν τρομερά ευαίσθητος, το σκυλάκι της Αιμιλίας το είχε μαζί του μέχρι λίγο πριν το τέλος. Βλέπουμε φωτογραφίες του και το τελευταίο βίντεο που τράβηξε η μητέρα του στο αυτοκίνητο, όταν έφυγαν από το σπίτι, που φαίνεται στιγμιαία με τον σκύλο αγκαλιά, κάνω pause στο τρομαγμένο του βλέμμα. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Στην Αργυρά Ακτή κατέφυγαν περισσότεροι από 700 άνθρωποι προκειμένου να βρουν καταφύγιο από τη φωτιά, πολλοί βρέθηκαν στην ανοιχτή θάλασσα αβοήθητοι ως και 9 ώρες, έξω από το Λιμάνι της Ραφήνας. Κανένα σωστικό δεν πήγε να τους διασώσει. Στο Λιμεναρχείο Ραφήνας δεν έχουν αποδοθεί κατηγορίες ενώ πνίγηκαν 13 άνθρωποι στη θάλασσα.

8) Στις ιστορίες υπάρχουν διαβαθμίσεις τραγικότητας. Οι περαστικοί της Μαραθώνος που τους έστειλε η Αστυνομία στον θάνατο, οι επισκέπτες, οι τουρίστες, τα παιδιά, οι οικογένειες που ξεκληρίστηκαν… Επειδή είναι τόσο πολλές, όταν o νεκρός είναι ηλικιωμένος, το μυαλό κάνει συμψηφισμούς. Όταν ακούς την ιστορία, αυτό αλλάζει. Η κυρία Βαρβάρα Γεωργακοπούλου καταθέτει πώς βοήθησε τον σύζυγό της με κινητικά προβλήματα να φύγουν από το σπίτι και να μπουν στο αυτοκίνητο. Στο μποτιλιάρισμα της Ποσειδώνος του λέει να κατέβει και να ξεκινήσει όσο εκείνη θα έβρισκε πού να αφήσει το αυτοκίνητο. Τον περιγράφει, με κόμπο στο λαιμό, να βγαίνει αργά-αργά με το μπαστουνάκι του και να περπατάει προς τη θάλασσα. Λίγο μετά τον βρίσκει πεσμένο κάτω. Τη βοηθάει κάποιος να τον σηκώσουν, περπατάνε λίγο ακόμα μαζί, πέφτει ξανά. «Εγώ θα μείνω εδώ, πήγαινε εσύ». Ο σύζυγός της «έφυγε» από τις αναθυμιάσεις κοντά στην Αργυρά Ακτή. Κάθε τόσο γυρνούσε στο άψυχο σώμα του και μετά πήγαινε πάλι στο νερό. «Κάποια στιγμή, στις 12, μου λένε αυτή είναι η τελευταία βάρκα… Δεν μπορώ να τον αφήσω, τους λέω. Μου λένε δεν γίνεται να μείνετε, έχουμε εντολή να εκκενώσουμε την ακτή. Δεν υπάρχει χειρότερο συναίσθημα να φεύγεις και να αφήνεις πίσω σου τον άνθρωπό σου νεκρό… Αναγνωρίστηκε μετά από 13 ημέρες. Άλλος θάνατος για μένα». Η (λιγότερο τραγική) ιστορία σε κάνει να κλαις, όταν την ακούς να στην αφηγούνται.

9) Ως προς το πρακτικό κομμάτι. Γίνονται τρεις συνεδριάσεις την εβδομάδα, 9 το πρωί με 3 το μεσημέρι. Σε κάθε συνεδρίαση είναι μία ή και περισσότερες ιστορίες και καταθέσουν 1-3 μάρτυρες, ανάλογα με τον αριθμό των νεκρών ή τον αριθμό των αυτόπτων μαρτύρων της κάθε τραγωδίας. Τις περισσότερες φορές δεν έχουν τίποτα να ρωτήσουν ούτε η δικαστής, ούτε ο εισαγγελέας από την έδρα, οι δικηγόροι των θυμάτων ρωτάνε θέλοντας να αναδείξουν κάποια σημεία. «Όλες αυτές τις ώρες που ήσασταν εκεί, είδατε κάποιο πυροσβεστικό όχημα, ακούσατε κάποια σειρήνα, κάποιο ελικόπτερο, σας είπε κάποιος τι να κάνετε;…» «Όχι, δεν υπήρχε τίποτα». Οι δικηγόροι υπεράσπισης δεν ρωτάνε ποτέ τίποτα. Ο κόσμος στο ακροατήριο είναι λίγος, άνθρωποι από το στενό περιβάλλον των μαρτύρων, κάποιοι Ματιώτες, οι ίδιοι πάντα, οι δικηγόροι, ένας δημοσιογράφος του ΑΠΕ που κρατάει σημειώσεις από τις καταθέσεις, από τον οποίο μετά παίρνουν όλα τα σάιτ και βάζουν περίπου τον ίδιο τίτλο: «Συγκλονίζουν οι καταθέσεις της μητέρας, των γονιών, της γυναίκας, της αδερφής .…  από τη δίκη για τη φωτιά στο Μάτι».

10) Σας προτείνω να πάτε, έστω μία φορά, και αν μπορείτε περισσότερες. Όσο πιο πολλές από τις ιστορίες-καταθέσεις των μαρτύρων ακούσει κανείς, τόσο πιο πολύ φτιάχνει το παζλ αυτού του άλλου κόσμου από τον δικό μας. Του κόσμου των ανθρώπων που έζησαν τον εφιάλτη στο Μάτι, που κάηκαν από τη φωτιά ή πνίγηκαν στο νερό ή πέθαναν από τις αναθυμιάσεις, των εγκαυματιών ή των πενθούντων.

10 + 1) Το παζλ που φτιάχνεις δεν είναι μόνο οι σπαρακτικές ιστορίες, πού τους βρήκαν, πώς χάθηκαν, πώς ένιωσαν, πώς αντέχουν. Το παζλ συμπληρώνεται επειδή συνειδητοποιείς το μέγεθος του εγκλήματος. Στις καταθέσεις ακούς τις πράξεις που έγιναν ή δεν έγιναν από τους αρμόδιους και οδήγησαν στον όλεθρο τόσους ανθρώπους. Στα διαλείμματα, αν συζητήσεις μαζί τους, σου λένε ακριβώς αυτό, ότι από όσα ακούγονται στο δικαστήριο δεν αναδεικνύεται μόνο ο ανθρώπινος πόνος και η τραγωδία, αλλά οι εγκληματικές ευθύνες της Αστυνομίας, του Λιμενικού, του Εκάβ, της πολιτικής ηγεσίας, που όμως δεν δικάζονται. Κι ότι τα ΜΜΕ αναπαράγουν μόνο το πόσο συγκλονιστικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων, δεν απασχολεί κανέναν το μεγάλο ερώτημα: Είναι μια δίκαιη δίκη;