Ελλαδα

Τη μέρα που έκανα το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού

Την ημέρα του εμβολίου να πω την αλήθεια ένα άγχος το είχα. Είναι φυσιολογικός ο φόβος του καινούργιου

Αντώνης Δαρζέντας
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο μικρός «Οδυσσέας» ενός γιατρού για τις σκέψεις του και τις στιγμές του πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού.

Έκλεισα το ραντεβού με δυσκολία. Δεν έφταιγε η διαδικασία. Εγώ έφταιγα. Την περίμενα πως και πως αυτή την ώρα. Από την ταραχή μου έβαζα ανάποδα τα ψηφία στο ΑΜΚΑ και το ΑΦΜ μου. Καταραμένη εφορία σκέφτηκα. Μέχρι και στο ραντεβού της σωτηρίας μας σε χρειαζόμαστε. Ήταν ξημερώματα και σηκώθηκα λίγο νωρίτερα από το άγχος μου ξέροντας ότι ανοίγουν τα ραντεβού για το εμβόλιο του κορονοϊού για τους γιατρούς. Η δουλειά μου ως Παιδιάτρου είναι τα εμβόλια. Τώρα είναι και η ζωή μου. Μόλις έκλεισα το ραντεβού με τρεις απλές κινήσεις χαμογελασα πλατιά. Σαν πρόσφατα προσηλυτισμένος πιστός σε μια καινούρια θρησκεία που βλέπει ότι ο δικός του Θεός τελικά είναι ο μόνος αληθινός. Σκέφτηκα από μέσα μου «Σας τα λεγα εδώ και χρόνια για τα εμβόλια, ρε μ......ς».

Ήρθε μήνυμα και mail ταυτόχρονα. Σε μια εβδομάδα από σήμερα λοιπόν. Την εβδομάδα εκείνη ήμουν πιο αγχωμενος απ' ό,τι συνήθως. Κοντεύουμε έλεγα. Μην κολλήσεις τώρα. Πρόσεχε διπλά.

Κάθε φορά που έβλεπα παιδί με βήχα φανταζόμουν χιλιάδες μικρά κορονομικρόβια να πετάγονται από το στόμα του σε κάθε λέξη του. Και σε κάθε κλάμα του. Χιλιάδες από αυτά κολλούσαν πάνω στη μάσκα μου και στα προστατευτικά γυαλιά που βρίσκονταν λίγα εκατοστά μακρυά από την πηγή τους. Μερικές φορές κρατούσα και την ανάσα μου.

Εδώ και καιρό είχα σταματήσει να μυριζω αυτή την όμορφη μωρουδίστικη μυρωδιά. Δεν είχε σημασία. Το μόνο που ερχόταν στην όσφρησή μου ήταν η μυρωδιά της μάσκας. Και είχα σταματήσει να χαμογελάω πλατιά στα παιδιά. Δεν είχε σημασία. Δεν μπορούσαν να με δουν. Και ένιωθα ταυτόχρονα ότι δεν εφαρμόζει σωστά η μάσκα. Μέχρι την ημέρα που έκανα το εμβόλιο ήρθαν άλλα τρία μηνύματα υπενθύμισης από το emvolio. «Σας υπενθυμίζουμε το ραντεβού σας». Τέτοια επιμονή ούτε από εισπρακτική εταιρεία. Σκεφτόμουν κάθε φορά, «σιγά μην το ξεχνούσα». 

Την ημέρα του εμβολίου, να πω την αλήθεια, ένα άγχος το είχα. Είναι φυσιολογικός ο φόβος του καινούργιου. Είναι βαθιά ριζωμενος στο πρωτογονο μέρος του εγκεφάλου μας. Χωρίς αυτόν πιθανότατα η ζωή να είχε εξαφανιστεί και ο πρώτος άνθρωπος να είχε καταλήξει στα βάθη ενος γκρεμού ή βορά ενός αγριου θηρίου. Αλλά είναι καιρός τώρα που στον Homo sapiens κυριαρχεί ο εγκεφαλικός φλοιός της λογικής.

Σκεφτόμουν να πάω στο εμβολιαστικό κέντρο με φανελάκι σαν του Τσιόδρα για να κάνω πλάκα με τους φίλους μου. Τίποτα από αυτά δεν έκανα. Αντίθετα έκανα μπάνιο, έβαλα αρώματα, έκανα και ένα περιποιημένο ξύρισμα σαν να πηγαίνω σε μια χαρούμενη τελετή. 

Σκέφτηκα ότι πρέπει να σεβαστώ τη στιγμή. Τη στιγμή που τόσα χρόνια ανθρώπινης ευρηματικότητας μετουσιώνονται σε μία μικρή ένεση. Και μία μικρή ένεση που μπορεί να δώσει τόση ζωή και τόση ελπίδα. Όπως έχουν κάνει όλα τα εμβόλια σε τόσα δισεκατομμύρια ανθρώπους τα τελευταία εξήντα χρόνια.

Οδήγησα έως το εμβολιαστικο κέντρο. Εκεί τους μισούς γιατρούς τους ήξερα και οι άλλοι μισοί με ήξεραν. Είχαν όλοι καλή διάθεση, μιλήσαμε για το εμβόλιο, ανταλλάξαμε απόψεις και χαρήκαμε όλοι τους ηλικιωμένους που έρχονταν και αυτοί για το εμβόλιο τους. Η διαδικασία ήταν άψογη. Σωστή ασφαλής υποδοχή, ευγένεια σε όλους και σεβασμός στους παλαίμαχους της χώρας. Και μετά μικρό ιστορικό, καταχώρηση στοιχείων ηλεκτρονικά σε τάμπλετς. Καποια στιγμή αναρωτήθηκα αν είμαι όντως στην Ελλάδα. Η ένεση ήταν όπως ακριβώς την περίμενα. Σχεδόν δεν την κατάλαβα. 

Μετά το εμβόλιο μπήκα στα αυτοκίνητο, άνοιξα τα τζάμια να ειπνεύσω τον κρύο χειμερινό αέρα και έβγαλα έξω το εμβολιασμένο χέρι μου για να τον νιώσω. Έβαλα δυνατά μουσική και διέσχισα μέσα στο μεσημέρι την ήσυχη συνοικία του εμβολιαστικού κέντρου σαν κάγκουρας της επαρχίας που διασχίζει την πλατεία του χωριού. Στο ραδιόφωνο για καλή μου τύχη έπαιζε ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Το One. Των U2 με την Mary J. Blige. Άρχισα να το τραγουδάω με ενθουσιασμό δυνατά και παράφωνα. Η αλήθεια είναι ότι εκείνη την στιγμή και Γωγώ Τσαμπά να είχε το ραδιόφωνο με την ίδια ζέση θα το τραγουδούσα. Και το ίδιο παράφωνα. Από το απέναντι πεζοδρόμιο δυο τρεις περαστικοί με κοιτούσαν με απορία. Γύρισα και τους έριξα λίγο αμήχανα ένα πλατύ χαμόγελο χωρίς μάσκα. Το πιο πλατύ χαμόγελο χωρίς μάσκα που είχα κάνει τον τελευταίο χρόνο.