Ελλαδα

Ποιοι πήραν το ρίσκο

Έκλεισαν 80.000 και άνοιξαν 116.000 μαγαζιά

Γιώργος Δημητρακόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 481
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πόσα καταστήματα άνοιξαν και πόσα έκλεισαν φέτος.

Περπατώντας στην Ιπποκράτους στις ημέρες της κρίσης περνούσες ολόκληρα τετράγωνα σκονισμένων μαγαζιών με κλειστούς λογαριασμούς που έμοιαζαν ότι θα έμεναν για πάντα στα πατώματα. Γκρίζα ήταν η εικόνα και σε κεντρικότερους δρόμους με αποκορύφωμα τις Σταδίου και Πανεπιστημίου, κυρίως στο κομμάτι προς την Ομόνοια, ενώ εξαίρεση αποτέλεσε η εμπορική ζώνη του Κολωνακίου που δεν παρουσίασε την ίδια συγκέντρωση κλειστών καταστημάτων.

Σταδιακά τα λουκέτα άρχισαν να ξεκλειδώνουν και νέοι επιχειρηματίες να καλύπτουν τις διαφορετικές σήμερα ανάγκες της συρρικνούμενης αγοράς, προσαρμοσμένοι στην εποχή της κρίσης. Την τριετία από το 2011 ως το 2013 είναι περισσότερες οι επιχειρήσεις που άνοιξαν από αυτές που έκλεισαν σύμφωνα με το Γενικό Εμπορικό Μητρώο της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδας (ΓΕΜΗ): έκλεισαν 81.610 επιχειρήσεις και άνοιξαν 116.016. Ειδικά για το 2013 τα στοιχεία του ΓΕΜΗ δείχνουν ότι συστάθηκαν 39.965 νέες επιχειρήσεις και έβαλαν λουκέτο 28.712 επιχειρήσεις. Η πλειονότητα των εταιρειών που άνοιξαν ήταν στον τομέα της εστίασης, δηλαδή καφετέριες, καφέ μπαρ, αναψυκτήρια, σνακ μπαρ και στην παραγωγή ενέργειας από φωτοβολταϊκά συστήματα. Την ίδια χρονιά έκλειναν κατά σειρά καφετέριες, καφέ μπαρ, παντοπωλεία, εταιρείες παραγωγής ενέργειας από φωτοβολταϊκά, ψητοπωλεία, περίπτερα, εμπορικές επιχειρήσεις λιανικής με είδη ρουχισμού. Με μειωμένες τιμές και εστιασμένοι σε βασικά προϊόντα κατανάλωσης αλυσίδες φούρνων και παγωμένου γιαουρτιού, καφέ, μικρά μπαρ, σουβλατζίδικα και καταστήματα εστίασης με πρόχειρο φαγητό, αντικατέστησαν πολλά παραδοσιακά εμπορικά καταστήματα.

Τι κινητοποιεί όμως τους νέους αυτούς επιχειρηματίες; Σύμφωνα με τον οικονομολόγο Δημήτρη Μπίμπα, επιστημονικό στέλεχος του ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ, «πολλές επιχειρήσεις ανοίγουν ως συνέπεια της προσπάθειας των επαγγελματιών να ανταποκριθούν στις τρέχουσες και παλαιότερες οικονομικές τους υποχρεώσεις. Η επιχειρηματικότητα αυτής της μορφής αποτελεί κάποιο άτυπης μορφής υποκατάστατο για την απασχόληση, την ασφαλιστική κάλυψη, την επιδοματική πολιτική (οι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν είχαν πρόσβαση μέχρι πρόσφατα σε επίδομα ανεργίας ή σε αντίστοιχα προγράμματα προστασίας). Υπολογίζουμε ότι οι νέες επιχειρήσεις που ιδρύθηκαν την τελευταία 5ετία και κατάφεραν να επιβιώσουν είναι περίπου 40.000-45.000, άρα έχουν κλείσει πάνω από 300.000. Δε γνωρίζουμε αν η δημιουργία νέων επιχειρήσεων στο κέντρο της Αθήνας υπακούει σε κάποιες από τις προηγούμενες υποθέσεις».


n

Για τον κ. Μπίμπα είναι πιθανό κάποιες από τις νέες αυτές επιχειρήσεις να αποτελέσουν τη νέα βάση μικρής επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα, καθώς «οι νέες επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί την τελευταία πενταετία παρουσιάζουν καλύτερο προφίλ ως προς το σύνολο των υποχρεώσεων που έχουν συσσωρεύσει. Δεν είχαν παλιά χρέη, ούτε εισήλθαν απροετοίμαστοι στην κρίση, έχουν αξιοποιήσει επενδυτικά προγράμματα μέσω ΕΣΠΑ. Είναι επισφαλές όμως να προβούμε σε θεμελίωση οποιουδήποτε συμπεράσματος, δεδομένων συγκεκριμένων παραγόντων όπως: η διαρκής μεταβολή του φορολογικού συστήματος, η ευρεία αποεπένδυση που έχει λάβει χώρα σε βιομηχανικό και ανθρώπινο κεφάλαιο, η έλλειψη ρευστότητας που αντιμετωπίζουν παραδοσιακά οι μικρές επιχειρήσεις και η οποία επιτείνεται από τους περιορισμένους πόρους που διαθέτουν οι τράπεζες, το εύρος της γραφειοκρατίας το οποίο επιβαρύνει δυσανάλογα τις μικρές επιχειρήσεις, ο όγκος των συσσωρευμένων οφειλών σε ασφαλιστικά ταμεία, εφορία, δήμους».

 

Για πολλούς νέους η ανεργία οδηγεί στο άνοιγμα επιχειρήσεων αναζητώντας διέξοδο στην κρίση. Με πολύ προσωπική δουλειά, προσεγμένα προϊόντα και υπηρεσίες και χαμηλές τιμές. Πολλά νέα καταστήματα άνοιξαν με προσωπικό ρίσκο καθώς χρησιμοποιήθηκαν χρήματα που έμειναν στην άκρη σαν ύστατη λύση. Το στοίχημα στο επόμενο διάστημα είναι να επιτευχθούν οι αναγκαίες προσαρμογές και αλλαγές για να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις της νέας εποχής.


n

Ο Παύλος Πότσιος δραστηριοποιείται για δεκαετίες μαζί με τον αδελφό του Χρήστο στη νυχτερινή Αθήνα. Ξεκινώντας με το Zoo, πέρασαν μέσω Deluxe στο Soul, όπου γνώρισαν από πρώτο χέρι την υποβάθμιση του κέντρου στην πλατεία Θεάτρου, πριν μετακομίσουν στο Γκάζι με το Swing. Αφήνοντας το Αperitif στην Καλαμιώτου, ο Παύλος μετέτρεψε πρόσφατα μια ταβέρνα στα Κάτω Πετράλωνα σε ταϊλανδέζικο bar-restaurant δημιουργώντας το Andaman, ενώ ο Χρήστος Πότσιος έχει έτοιμο το επόμενο βήμα σε ένα νεοκλασικό στη Μητροπόλεως. Το Φουάρ ανοίγει σε 10 μέρες στο χώρο του Χυτήρογλου, έκτασης 600 τ.μ. στον πρώτο όροφο. Νέα αρχή και για τους δύο. Για τον Παύλο τα προβλήματα ξεκίνησαν πριν την κρίση, από το 2007, με την υποβάθμιση της πλατείας Θεάτρου, που χτύπησαν το δικό του Soul και το διπλανό Guru. «Ήταν μια ακραία κατάσταση χωρίς προηγούμενο. Η Ευριπίδου είχε γίνει όριο. Από Ψυρρή προς Ομόνοια δεν πήγαινε κανείς. Απευθυνθήκαμε στο δήμο, σε ξενοδοχεία, δεν ευδοκίμησε τίποτε. Ούτε η αστυνομία δεν ερχόταν». Στις 15 Ιανουαρίου ο Παύλος ξεκίνησε με τον Ρωμανό το Αndaman. «Ο κόσμος περιμένει σήμερα κάτι διαφορετικό. Όπως και με το Ζοο, διάλεξα ένα σημείο εκτός πιάτσας, εστιάζοντας στο τι έχω να προσφέρω. Προσεγμένη κουζίνα από Ταϊλανδούς μάγειρες, μικρό ενοίκιο, λίγα λειτουργικά και πολύ προσωπική δουλειά και των δύο μας, και την καλύτερη δυνατή σχέση ποιότητας και τιμής. Κοιτούσα πρόσφατα καταλόγους του Soul και οι τιμές είναι τώρα σχεδόν στο μισό. Μπορεί κάποιος να φάει καλά και να πιει κι ένα κρασί με 20 ευρώ. Το πιο ακριβό πιάτο έχει 14 ευρώ. Φροντίζω προσωπικά σε καθημερινή βάση κάθε λεπτομέρεια, ετοιμαζόμαστε να ανοίξουμε την ταράτσα, οργανώνουμε από τώρα νέα πράγματα για το χειμώνα. Διαμορφώνεται ένα νέο τοπίο όπου όποιος προσφέρει κάτι αυθεντικό θα δουλέψει».

Σε καινούργιο χώρο στο Μοναστηράκι στην οδό Πρωτογένους, με μεγαλύτερο ενοίκιο από το στούντιο όπου στεγαζόταν, μεταφέρθηκε το Treasure House, ένα κατάστημα με vintage ρούχα και αξεσουάρ. «Με πολύ προσωπική εργασία το μαγαζί άρχισε να βγαίνει από τον πρώτο μήνα. Έχω ρίξει τις τιμές κατά 40% ώστε να κινείται το εμπόρευμα χωρίς να με ενδιαφέρει το άμεσο μεγάλο κέρδος. Ο κόσμος εκτιμά πολύ περισσότερο την καλή ποιότητα και καταλαβαίνει όταν πας να τον κοροϊδέψεις. Είναι πολύ σημαντικό να αγαπάς αυτό που κάνεις και να προσφέρεις το καλύτερο δυνατό προϊόν σε λογικές τιμές» λέει ο ιδιοκτήτης του.