Ελλαδα

Ο Γιώργος Σκιαδόπουλος και η δολοφονία της Τζούλι Σκάλι

«Εγώ τη δολοφόνησα, αλλά ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου»

Μιμή Φιλιππίδη
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Έγκλημα στην Καβάλα: Ο Γιώργος Σκιαδόπουλος, η δολοφονία της Τζούλι Σκάλι και το ακέφαλο πτώμα

Τον Ιανουάριο του 1999 ο Γιώργος Σκιαδόπουλος εμφανίζεται στις εκπομπές της Αγγελικής Νικολούλη, του Γιώργου Χαρδαβέλα και στα δελτία ειδήσεων δηλώνοντας ότι αναζητά την αρραβωνιαστικιά του Τζούλι Μαρί Σκάλι που εξαφανίστηκε. Το ζευγάρι είχε φτάσει στην Αθήνα, όπου ζούσε η μητέρα του Σκιαδόπουλου, μετά το οδικό ταξίδι από την Καβάλα όπου διέμεναν. Κάποια στιγμή η Σκάλι πήγε να αγοράσει φαγητό από φαστφουντάδικο στην περιοχή της Ομόνοιας και από τότε ο Σκιαδόπουλος έχασε τη ίχνη της. Φαινόταν ταραγμένος και εκλιπαρούσε οποιονδήποτε γνώριζε κάτι για την εξαφάνισή της να το γνωστοποιήσει.

Ο Σκιαδόπουλος ήταν 22 ετών, αξιωματικός του εμπορικού Ναυτικού, όταν στο πρώτο του ταξίδι με κρουαζιερόπλοιο τον Νοέμβριο του 1997 στην Καραϊβική ως τρίτος μηχανικός είχε γνωρίσει την 29χρονη Τζούλι. Η Τζούλι ήταν πρώην μοντέλο, παντρεμένη επτά χρόνια και μητέρα ενός τρίχρονου κοριτσιού. Στο κρουαζιερόπλοιο βρισκόταν με τον άντρα της και στη διάρκεια του ταξιδιού γνώρισαν τον νεαρό μηχανικό κι έκαναν παρέα οι τρεις τους. Η έλξη ανάμεσα στη Τζούλι και τον Σκιαδόπουλο ήταν η αρχή αυτού που αργότερα εκείνος, αλλά και τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, θα αποκαλούσαν έρωτα. Το φόντο ειδυλλιακό: Το κρουαζιερόπλοιο και τα γαλαζοπράσινα νερά της Καραϊβικής. Η όμορφη Τζούλι, μέσα σε έναν γάμο που ήδη φαινόταν κουρασμένος, βλέπει έναν νέο άντρα, ένστολο, αξιωματικό του πλοίου, να τη φλερτάρει. Ο Σκιαδόπουλος βλέπει μια ελκυστική γυναίκα και τη θέλει. Στις γνωριμίες μεταξύ ανθρώπων από διαφορετικές κουλτούρες παίζει σπουδαίο ρόλο τι προβάλει, τι νομίζει ότι βλέπει, ο ένας στον άλλον. Όταν το ταξίδι τελειώνει, η παθιασμένη επικοινωνία τους μόλις αρχίζει. Η Τζούλι κι ο Σκιαδόπουλος ομολογούν τον αμοιβαίο κεραυνοβόλο έρωτά τους.

Ένα χρόνο μετά το πρώτο ταξίδι, τον Φεβρουάριο του 1998, η Τζούλι που είναι πια σε διάσταση με τον άντρα της, πηγαίνει για κρουαζιέρα μόνη και συναντάει τον Σκιαδόπουλο. Ο Σκιαδόπουλος τη συστήνει ως αρραβωνιαστικιά του. Όταν αυτό το ταξίδι του ονείρου τελειώνει, έχουν αποφασίσει να παντρευτούν και να ζήσουν στην Καβάλα. Θέλουν και οι δυο να φτιάξουν οικογένεια, έτσι ο Σκιαδόπουλος αποφασίζει να παραιτηθεί από το Ναυτικό και να εργαστεί ως ταξιτζής. Τον Αύγουστο, αφού έχει εγκαταλείψει την καριέρα του, επισκέφτεται τη Τζούλι στο σπίτι της μητέρας της στο Νιου Τζέρσεϋ. Κάτι όμως στην ατμόσφαιρα κάνει τον Σκιαδόπουλο να νιώσει ανεπιθύμητος και να επιστρέψει στην Ελλάδα νωρίτερα από όσο υπολόγιζε. Η μητέρα της Τζούλι δεν έβλεπε με καλό μάτι τον γάμο της κόρης της και τα σχέδιά της. Επιπλέον, υποψιαζόταν ότι ο Σκιαδόπουλος είχε δελεαστεί και από τα 600.000 δολάρια, που η Σκάλι θα εισέπραττε από τον άντρα της, σύμφωνα με τον διακανονισμό του διαζυγίου.

Στα μέσα Οκτωβρίου έχει πια βγει το διαζύγιο της Τζούλι. Στα τέλη του μήνα πραγματοποιεί το πρώτο της ταξίδι στην Καβάλα, ώστε να κανονίσουν με τον Σκιαδόπουλο τον πολιτικό γάμο τους. Στο επόμενο ταξίδι της στις ΗΠΑ, στις αρχές Νοεμβρίου, η Τζούλι συμφωνεί να παραχωρήσει στον άντρα της την κηδεμονία της κόρης τους. Επιστρέφει στην Ελλάδα με το πρώτο μέρος του χρηματικού ποσού από το διαζύγιό της, 150.000 δολάρια. Το φόντο σε αυτή τη φάση της ζωής της είναι η επαρχιακή πόλη τον χειμώνα. Η Τζούλι συνειδητοποιεί ότι δεν θα έχει πια λόγο στη ζωή της κόρης της και θα μένει μακριά της. Ο Σκιαδόπουλος δεν έχει εκπληρώσει ακόμη τις στραπιωτικές του υποχρεώσεις και το να μετακομίσουν στις ΗΠΑ δεν ήταν ποτέ στα σχέδιά τους. Το συναρπαστικό εξωτικό ταξίδι της γνωριμίας τους είναι πια μακρινό. Οι ορμόνες που είχαν στήσει τρελό χορό την εποχή του έρωτά τους, έχουν ηρεμήσει. Η Τζούλι έχει τύψεις, φοβάται ότι χάνει για πάντα την κόρη της και σχεδιάζει ξανά ένα ταξίδι στις ΗΠΑ. Ο Σκιαδόπουλος φοβάται ότι θα χάσει τη Τζούλι, ότι αν κάνει αυτό το ταξίδι στην Αμερική, ίσως δεν ξαναγυρίσει.

Τον Ιανουάριο του 1999 προγραμματίζουν ένα σύντομο ταξίδι οδικώς στην Αθήνα. Θα παραλάβουν μερικά πράγματα της Τζούλι που έστειλε ο άντρας της και θα γνωρίσει ο Σκιαδόπουλος τη μέλλουσα νύφη στη μητέρα του. Στις 8 Ιανουαρίου με το νοικιασμένο αμάξι του Σκιαδόπουλου ξεκινούν από την Καβάλα προς Αθήνα. Νωρίς στη διαδρομή η συζήτηση για τα μελλοντικά σχέδιά τους και την κοινή ζωή τους κλιμακώνεται σε καβγά. Ο Σκιαδόπουλος βγαίνει απότομα από την Εθνική Οδό σε ένα χωματόδρομο κοντά σε μια λίμνη, προσπαθεί να ηρεμήσει τη Τζούλι η οποία φωνάζει, της σφίγγει τον λαιμό και την στραγγαλίζει. Μόλις συνειδητοποιεί τι έκανε, προσπαθεί να την επαναφέρει στη ζωή. Αλλά είναι ήδη αργά.

Το έγκλημα θα περιγραφεί αργότερα στα έντυπα ως «φρικιαστική δολοφονία», αλλά αυτό καθεαυτό το έγκλημα δεν είχε περισσότερα στοιχεία φρίκης από όσα έχει κάθε έγκλημα. Εκείνο που δικαιολογούσε αυτόν τον χαρακτηρισμό οφείλεται στο τι ακολούθησε με τη σορό της Τζούλι Σκάλι. Ο Σκιαδόπουλος, σε κατάσταση πανικού, αποφασίζει να εξαφανίσει το πτώμα. Δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει πώς έβλαψε τη γυναίκα που δήλωνε ότι αγαπούσε τόσο πολύ. Εξάλλου, ήταν πάντα ένας ήσυχος και καλός άνθρωπος, δε θέλει να χαρακτηριστεί δολοφόνος. Βάζει το πτώμα στο πορτ μπαγκάζ, πηγαίνει στο πιο κοντινό βενζινάδικο, γεμίζει ένα μπιτόνι βενζίνη και κατευθύνεται προς τη λίμνη, κοντά στο σημείο που είχαν σταματήσει νωρίτερα. Επιχειρεί να κάψει το πτώμα, αλλά δεν ξέρει ότι για να γίνει αυτό χρειάζεται μεγάλη φωτιά σε περιορισμένο χώρο και πολύ υψηλές θερμοκρασίες.

Στη συνέχεια, αποφασίζει να βάλει το πτώμα σε βαλίτσα. Επιστρέφει στην Καβάλα, στο σπίτι της γιαγιάς του, όπου θυμάται ότι υπάρχει μια μεγάλη βαλίτσα. Το κεφάλι της Σκάλι όμως εξέχει. Με ένα σιδεροπρίονο που έχει στο σπίτι αποκόβει το κεφάλι και επιστρέφει στην Εθνική Οδό. Πετάει η βαλίτσα με το ακέφαλο, καψαλισμένο πτώμα στη λίμνη και κατευθυνόμενος πάλι στην Καβάλα πετάει το κεφάλι στη θάλασσα.

Επί δεκαοκτώ ημέρες προσπαθούσε να κρύψει το έγκλημά του. Κατασκεύασε την ιστορία με την εξαφάνιση της Τζούλι στην Ομόνοια, άλλαξε τις ημερομηνίες λέγοντας ότι το ταξίδι τους στην Αθήνα ήταν στις 10 Ιανουαρίου, την αναζητούσε στις τηλεοπτικές εκπομπές. Οι αντιφάσεις του όμως έκαναν την αστυνομία να τον υποπτευθεί πολύ νωρίς. Ομολόγησε τελικά ότι εκείνος, με τα ίδια του τα χέρια, τη σκότωσε. Πρωτοδίκως ο Σκιαδόπουλος καταδικάστηκε το 1999 σε ισόβια. Το 2002 στο Εφετείο η ποινή του μειώθηκε σε 23 χρόνια λόγω πρότερου έντιμου βίου και καλής διαγωγής μετά την πράξη. Στη φυλακή ήταν υποδειγματικός κρατούμενος. Παρακολουθούσε μαθήματα του Ελεύθερου Πανεπιστημίου και βυζαντινής μουσικής. Αποφυλακίστηκε το 2009 με περιοριστικούς όρους. Δεν μπορεί να ταξιδέψει στο εξωτερικό και πρέπει να εμφανίζεται τακτικά στο αστυνομικό Τμήμα της περιοχής του.

Μετά από υποδείξεις του Σκιαδόπουλου, η βαλίτσα με το ακέφαλο πτώμα εντοπίστηκε στη λίμνη που την είχε πετάξει. Ο άντρας της Σκάλι παρέλαβε τη σορό της. Παρά τις έρευνες δυτών στο σημείο που τους οδήγησε ο Σκιαδόπουλος, το κεφάλι της Τζούλι Σκάλι δεν βρέθηκε ποτέ.