Ελλαδα

Ημερολόγιο εγκλεισμού

«Ευγνωμονώ τον Θεό που έχω για τη γάτα. Ως επί το πλείστον κοιμάται αλλά τουλάχιστον κάποιος αναπνέει δίπλα μου».

Αριάδνη Λουκάκου
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Αριάδνη Λουκάκου γράφει για το πώς είναι να μένεις μόνος στο σπιτι, τις μέρες του κορωνοϊού.

Έχω χάσει τις μέρες. Είναι Τρίτη. Σηκώνομαι όλο και πιο αργά. Σήμερα στις 12.12 και τέταρτο για την ακρίβεια, με ξύπνησε η γάτα για να φάει. Έφτιαξα κι εγώ πορτοκαλάδα. Ευγνωμονώ τον Θεό (ή όποιον εν πάσει περιπτώσει είναι in charge εκεί πάνω) για τη γάτα. Ως επί το πλείστον κοιμάται αλλά τουλάχιστον κάποιος αναπνέει δίπλα μου. Επίσης με ακουμπάει και είναι μαλακή και τριχωτή. Και ροζ. Και υπέρβαρη. Επειδή είναι πολύ μεγάλη και δεν της έχουν μείνει πολλές χαρές στη ζωή της την αφήνω να τρώει κάτι παραπάνω. Αλλά το ’χει παραχέσει. Τρώει και κοιμάται. Τη φθονώ. Κάνω κι εγώ ό,τι μπορώ σ’ αυτούς τους τομείς αλλά με τον ύπνο ποτέ δεν τα πήγαινα καλά, πόσο μάλλον τώρα. 

Κάθε τόσο ρωτάω τους φίλους μου αν τους φαίνεται και σ’ αυτούς σουρεαλιστικό όλο αυτό. Ή δυστοπικό. Βασικά ψάχνω τις λέξεις για μια πρωτόγνωρη εμπειρία γι’ αυτόν τον κίνδυνο που ήρθε από μακριά και μοιάζει να ’χει δει πολύ επιστημονική φαντασία. Πιο πολύ θέλω να επιβεβαιώσω ότι συμβαίνει, ότι ζούμε δηλαδή όλοι μαζί από κοινού –αλλά κλεισμένοι σπίτια μας– μια ομαδική παράκρουση. Να επιβεβαιώσω ότι δεν έχω πάθει σχιζοφρένεια, δε μας φτάνανε όλα τ’ άλλα. Αν φοβούνται. Ευτυχώς η γάτα δε φοβάται. Αυτό με ηρεμεί.

Μιλάω άπειρα στο τηλέφωνο να αντέξω τη σιωπή. Η πόλη είναι ήσυχη. Δεν ακούω αυτοκίνητα, φωνές, καβγάδες, γέλια από το παράθυρό μου. Και φαντάσου μου άρεσε η σιωπή. Η γάτα κοιμάται. Καμιά φορά ροχαλίζει λιγάκι ή βγάζει κάτι ήχους σαν να βλέπει όνειρα. Ευτυχώς που όπου πάω μετά από λίγο έρχεται κι αυτή. Θέλει να κοιμάται δίπλα μου. Μάλλον έχει καταλάβει ότι δεν είμαι και πολύ καλά με τον εγκλεισμό, τα καταλαβαίνουν κάτι τέτοια οι γάτες, αυτές έχουν συνηθίσει ν’ αράζουν σπίτι.

Όταν ήταν μικρή όλο την κοπανούσε και πήγαινε βόλτες. Έκανε πασαρέλα στην κουπαστή του μπαλκονιού για να με τρομάξει. Τώρα άμα τσαντιστεί πάει μέχρι το διπλανό μπαλκόνι. Ή μπαίνει στην ντουλάπα. Ένας γείτονας έβαλε ένα ωραίο τραγούδι. Ένας άλλος έβαλε μπρος ένα μπλακ εντ ντέκερ. Αυτό που με τρομάζει πιο πολύ είναι ότι σε λίγο μπορεί να είναι χειρότερα. Απομονωμένοι. Και άρρωστοι. Σκέφτομαι ότι μπορεί να πέσει το ίντερνετ, τα τηλέφωνα, ο πολιτισμός. Ότι δε θα έχουμε ρεύμα και νερό. Ότι μπορεί να χρειαστεί να φάω τη γάτα μου, ή αυτή εμένα. Δεν έχω θέμα.

Μετά, το απόγευμα, περνάνε 2-3 φίλοι. Μένουμε κοντά. Δεν αγκαλιαζόμαστε, δε φιλιόμαστε, εγώ βράζω. Όλο μαγειρεύω, τέτοια μανία μαγειρέματος δεν έχω ξαναπάθει. Τους λέω συνέχεια «φάτε φάτε!», σαν τη γιαγιά μου την Κική. Διαβάζω βιβλία συνταγών. Πάω μόνο μέχρι τον μανάβη, αγοράζω φρέσκα άγρια, σπαράγγια, αβοκάντο, τέτοια. Πιάνουμε κουβέντα. Είναι πολύ γλυκός και αυτός και ο αδερφός του, μόνο που μοιάζουνε πολύ και τους μπερδεύω. Ο Βαγγέλης και ο Δημήτρης. Ακούνε και οι δύο και στα δύο. Εμένα μου πήρε καιρό να καταλάβω ότι δεν είναι το ίδιο πρόσωπο. Το λέω στον Δημήτρη. Ή στον Βαγγέλη δεν έχει σημασία. Πιάνουμε κουβέντα, έτσι κι αλλιώς δεν έχει δουλειά. Πάω και στο σούπερ μάρκετ μιλάω με την ταμία – μ’ αυτήν πάντα μιλούσα. Μιλάω και με την κυρία με τα τσιγάρα στη γωνία και στη βραδινή βάρδια μιλάω με τον γιο της που δεν ξέρω πώς τον λένε, αλλά αυτουνού του ταίριαζε το Βαγγέλης πολύ περισσότερο. Έχω αγωνία μην ξεμείνω από καπνό, δεν είναι καλή φάση να το κόψω.

Μετά γυρίζω και μαγειρεύω. Η κουζίνα ναρκοπέδιο. Θα ήθελα να μου έπλενε κάποιος τα πιάτα να είχα από αυτές τις σχέσεις που ο ένας μαγειρεύει και ο άλλος πλένει και μετά τρως. Να βλέπαμε ταινίες. Σεξ δεν θέλω τώρα, δεν μπορώ.

Από τη βαρεμάρα ωστόσο βλέπω καμιά τσόντα. Τα κλείνω όλα αμέσως δεν έχω όρεξη για τίποτα, για το μόνο που έχω όρεξη είναι να βλέπω τους φίλους μου, να είμαι με τους φίλους μου, να αγκαλιάσω τη μαμά μου και τον μπαμπά μου και να μου πει κάποιος πως τελείωσε όλος αυτός ο εφιάλτης, πως είναι όλα ένα αστείο γιατί εγώ αυτό με την έλλειψη αγκαλιάς δεν το ’χω. Πάλι καλά που έχω τη γάτα.