Ελλαδα

Μένω στο σπίτι με παιδιά

​Μένω στο σπίτι από καιρό – δουλεύω στην τραπεζαρία, έξυπνα διασκευασμένη σε γραφείο. Απλώς τώρα δεν είμαι η μόνη

Μανίνα Ζουμπουλάκη
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

#menoume_spiti: Η Μανίνα Ζουμπουλάκη περιγράφει πώς είναι μια μέρα στο σπίτι με τα παιδιά εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού

Το καλό κομμάτι των κλειστών σχολείων (επειδή πάντα υπάρχει καλό κομμάτι, σε κάθε παλούκι) είναι ότι δεν ξυπνάω στις 7.15 το πρωί σαν ζόμπι, να ξυπνήσω τα δύο μικρότερα παιδιά, να τα ζουλήξω μπας και φτιάξουν τσάντες/φάνε πρωινό, να βγούμε στο δρόμο και να συρθούμε ένα χιλιόμετρο ως το σχολείο.

Εδώ περίπου σταματάνε τα καλά των κλειστών σχολείων. Γιατί εκτός από εμένα, που δεν βαριέμαι ποτέ στο σπίτι, τα παιδιά είναι χωρίς απογευματινές δραστηριότητες, χωρίς βόλτες στα πάρκα, άρα σκυλοβαριούνται… Οπότε, το 24ωρο με όλο τον κόσμο στο σπίτι, πάει κάπως έτσι:

9.30 πμ ξυπνάνε τα παιδιά, τρέχουν πάνω κάτω/τσουμαδιούνται. Ξανακοιμάμαι. Δεν είναι εύκολο, αλλά σηκώνομαι κατά 11.00. Η κόρη μου θέλει να με βάψει, λέω «αργότερα». 11.05 πμ, βάζω πλυντήριο ρούχων. 11.30 κάνω ασκήσεις (1.000 «πουλ-όβερ», για τον ώμο που έσπασα τον Αύγουστο, συν καμιά 300αριά κοιλιακούς για τα νεύρα μου) βλέποντας ταινία. Οι ταινίες γίνονται όλο και πιο δευτεράντζες: superhero movies β’ κατηγορίας, μια και έχω δει τα άπαντα, κι έχω ξεπέσει στα τσέτουλα, αλλά δεν παραπονιέμαι. Παραπονιούνται τα παιδιά που θέλουν την τηλεόραση για να παίξει playstation ο ένας, να δει Disney η άλλη που φτιάχνει κατασκευές με χάντρες. Η χάντρα μας βγαίνει από το ρουθούνι. Θέλει να με βάψει, λέω «αργότερα».

12.30 μμ μαγειρεύω γαρίδες με τζίντζερ: τις τσίμπησε ο μπαμπάς μας, Τελευταία Έξοδος-Ρίτα Χέιγουορθ, στην ψαραγορά. Βάζω πλυντήριο πιάτων (χθεσινά βουναλάκια) και ανοίγω λαπτοπ σε κάτι που γράφω. Ξεχνιέμαι. Παραλίγο να κάψω γαρίδες.

2.30 μμ. Αδειάζω πλυντήριο ρούχων και πιάτων, απλώνω ρούχα στον ωραίο ήλιο.

3.00-4.00 μμ. Τρώμε γαρίδες. Μα είναι βαρετό πρόγραμμα, σας λέω, ήδη τα δύο στα τρία παιδιά χτυπάνε το κεφάλι τους στο παρκέ. Το τρίτο, λίγο συφιλιασμένο με τη δουλειά του, που είναι από το σπίτι πλέον. Διαβάζω οκτακόσια σάιτ, μήπως κι έσκασε θεραπεία, θαύμα ή συγκλονιστικό νέο. Μπα.

4.30 μμ, γράφω, ενώ τα παιδιά μαλώνουν μεταξύ τους. Ο μικρός πάει να συνθέσει (μουσική). Οι άλλοι δύο κρατάνε μούτρα. Γράφω, λέμε. Η μικρή θέλει να με βάψει, λέω «αργότερα».

© Παναγιώτης Κιντής

5.30 μμ πάω στον μπακάλη γειτονιάς να πάρω κι άλλα μακαρόνια. Έχουν εξαντληθεί οι σπανακόπιτες: όλοι σκέφτονται «θα στουμπώσω με τόσο μακαρόνι, ας πάρω λίγο χορταρικό», και δεν έχει μείνει κατεψυγμένο σπανάκι, ούτε φύλλο. Αγοράζω 4 παγωτά, για ώρα ανάγκης. Γυρνώντας, βρίσκω στη γωνία κιβώτιο με 4 μικρά γατάκια, παρατημένα.

6.00 μμ, τα παιδιά τρώνε τα 3 παγωτά. Μένει 1, για ώρα ανάγκης. Ο μεγάλος παίρνει τα αδέρφια του, μαζεύουν τα γατάκια, τα πηγαίνουν σε κτηνίατρο. Είναι 2 εβδομάδων, θέλουν ειδικό γάλα και μπιμπερό. Το κέντημα λέγεται «γατάκια πολύ μικρά που κάποιο τέρας τα άφησε να ψοφήσουν».

6.30 μμ, γράφω θεατρικό, τρομάρα μου, επειδή θα ανοίξουν σύντομα τα θέατρα και θα με ψάχνουν. Λέω ότι δουλεύω και να μη με πρήζουν. Έχουν φάει τα πάντα, ρωτάνε τι θα φάμε το βράδυ. Πετάω πίτσα στο φούρνο. Ταΐζουμε με πολύ ζόρι τα γατάκια. Η κόρη να με βάψει, «αργότερα».

© Παναγιώτης Κιντής

8.30 μμ, διαβάζω για επιδημίες, σκέφτομαι να το κάνω θέμα, ωραίο δεν είναι; Ανεβαστικό κιόλας. Μιλάω με φίλη στο τηλέφωνο, τα ίδια, εκτός που εμείς εδώ τρώμε ασταμάτητα και πλένουμε ρούχα/πιάτα ων ουκ έστιν αριθμός. Ταΐζουμε τα γατάκια με σταγονόμετρο. Τους καθαρίζουμε ποπούς με μπατονέτες.

9.00-9.30 μμ, γράφω. Σχεδόν καίω πίτσα. Με φίλο στο τηλέφωνο λέμε τι μαγειρέψαμε, ξεχνάω να του πω για το τζίντζερ στις γαρίδες. Γαμώτη. Και για τα γατάκια. Η κόρη να με βάψει, απαπα.

10.00 μμ, βλέπουμε ταινία Disney με την κόρη μου, παίζει ο Colin Firth παρακαλώ, η Kelly Preston ΚΑΙ ο Jonathan Pryce (“What a girl wants", 2003). Το σενάριο είναι πάνω σε θεατρικό έργο (“The reluctant debutante”, William Douglas Home, 1955) και η μικρή μου λέει να ΠΑΨΩ ΠΙΑ ΗΜΑΡΤΟΝ, ΜΑΜΑ, να δει την εργάρα με την ησυχία της. Τρώμε τσιπς και σχολιάζουμε την Υψηλή Κοινωνία που φοράει ωραία φορέματα αλλά ίου-χαζά καπέλα. Τα γατάκια κοιμούνται.

11.30 μμ, ήταν το απόλυτο feel good movie, αισθανόμαστε *χαμογελάκια*. Η κόρη με βάφει, να πάω στοn χορό με Σταχτοπούτα, ώρα που είναι. Τα 11χρονα αποσύρονται με τα κινητά να κάνουν τικ-τοκ και διαδικτυακά σημεία και τέρατα. Διαβάζω για την πανούκλα. Γράφω. Θα δείξει αργότερα τι ακριβώς, δεν το έχω ακόμα.

12.00 μεσάνυχτα, βλέπουμε το “Lucy” (Luc Besson, 2014, με την Scarlet Johansson). Πώς ήτανε η Disney; Καμία σχέση. Τρώμε τα νύχια μας και όλα τα φιστίκια.

1.30, γράφω. Όχι το θεατρικό, το άλλο. Δε θυμάμαι ποιο, γράφω συνήθως 2-3 πράγματα μαζί. Γκουγκλάρω πληροφορίες για γατάκια, που μάλιστα έχουνε ψύλλους. Που όμως δεν πάνε στον άνθρωπο (κατά ένα σ;Aιτ. Κατά άλλο, πάνε. Πιστεύουμε το πρώτο, που είναι ευοίωνο).

2.00, διαβάζω βιβλίο (P.D. James, “A mind to murder”, δεύτερο χέρι).

3.00-4.00 πμ, μαύρη νύχτα. Τα 2 στα 4 γατάκια δεν αναπνέουν. Τα παρακαλάω να συνέλθουν, τα χαϊδεύω, κουρέλι. Ελπίζω ότι θα ζήσουν τα 2, που τρώνε επιτέλους, ότι θα τελειώσει ο κορωνοιός, ότι θα αρχίσει το σχολείο από παρα-παρα-μεθαύριο. Και γράφω, ακόμα κι αν δεν υπάρχει άμεσος πελάτης ίσως ούτε έμμεσος, και κοιμάμαι κουλές ώρες, όπως όλη η οικογένεια, που μπαινοβγαίνει και τσιμπάει κaτιτίς σε άτακτα διαστήματα, για να μην αισθάνεται μοναξιά η κουζίνα…