Ελλαδα

Τα κομμένα μπατζάκια

Πώς ζει κάποιος που γλίτωσε το θάνατο παρά τρίχα;

Άννα Δαμιανίδη
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η συγκινητική ιστορία μιας οικογένειας στην Κατοχή από το χωριό Δράκεια.

Η μητέρα μου πρωτόδε το χωριό της δικής της μητέρας όταν ήταν σαράντα χρονών, κι εντελώς τυχαία, επειδή περνούσαν από κει κοντά, από την Πορταριά του Πηλίου. Το «δικό» της χωριό ήταν η Δράκεια, λίγο πιο κάτω από τα Χάνια, λίγο πιο πάνω από την Αγριά, και δεν το ήξερε κανένας τη δεκαετία του 70. Τότε συνάντησε για πρώτη φορά τα ξαδέρφια που ήξερε ότι είχε, πρώτα ξαδέρφια μάλιστα. Την κάλεσαν για Πάσχα, έτσι την επόμενη χρονιά πήγαμε οικογενειακώς. Θυμάμαι ακόμα το κρύο κάτω από τα βαριά παπλώματα, μέχρι να τα ζεστάνουμε με το κορμί μας. Όμως η φύση ήταν μαγευτική, περπατήσαμε σ’ ένα πετρόχτιστο μονοπάτι ως το απέναντι χωριό, τον Άγιο Λαυρέντη, και μαγευτήκαμε όλοι, μέχρι που άρχισαν οι γονείς μου να ψάχνουν ν’ αγοράσουν σπίτι, πράγμα που έκαναν λίγα χρόνια μετά. Αποκτήσαμε κι εμείς χωριό, έστω με καθυστέρηση.

Τα ξαδέρφια εκείνα είχαν ορφανέψει από πατέρα μικρά, και με τρόπο φριχτό. Τον είχαν μαζέψει οι Γερμανοί στην Κατοχή, το ’43, είχαν εκτελέσει 120 Δρακειώτες, αντίποινα, για δυο Γερμανούς μοτοσυκλετιστές που είχαν σκοτώσει οι αντάρτες στο δρόμο προς τα Χάνια. Είχαν πάρει μαζί και το μεγάλο του γιο. Πόσο χρονών ήταν τότε, δεκαπέντε, δεκαεφτά; Δεν διευκρινίστηκε ποτέ. Έφηβος πάντως, και φορούσε μακρύ παντελόνι όπως οι μεγάλοι, κι εκεί που περίμεναν στο καφενείο την εκτέλεση είχε ο πατέρας την ιδέα να κόψει τα μπατζάκια, να φανεί μικρό το παιδί. Τότε φορούσαν κοντά παντελόνια τ’ αγόρια, και το σήμα ότι είχαν μεγαλώσει ήταν τα μακριά παντελόνια. Κι έτσι γλύτωσε ο Γιάννης, τον πέρασαν για μικρό και τον τράβηξαν στην άκρη. Είδε όμως να σκοτώνουν όλους τους υπόλοιπους, και τον πατέρα του μαζί.

Το χωριό Δράκεια στις αρχές του 20ου αιώνα

Πώς ζει κάποιος που γλίτωσε το θάνατο παρά τρίχα; Χορεύοντας κάθε μέρα από χαρά, δημιουργώντας, γλεντώντας, στίβοντας την πέτρα; Θα έπρεπε. Ο Γιάννης πέρασε την υπόλοιπη ζωή του ήσυχα, όσο πιο ήσυχα γινόταν, στο πατρικό του σπίτι, καλλιεργώντας τα πατρικά χτήματα, μιλώντας ελάχιστα, τρώγοντας ακόμα πιο ελάχιστα, χαμογελώντας σαν παιδί, πιάνοντας λίγο χώρο με την παρουσία του, σα να ντρεπόταν που είχε επιζήσει από τη μεγάλη σφαγή, ή σα να φοβόταν ότι μπορεί ακόμα να παραφυλάνε οι διώκτες του μήπως ανδρωθεί. Οι έρευνες για την ψυχολογία των επιζώντων του Ολοκαυτώματος έχουν καταγράψει συναισθήματα ενοχής, σα να ενσωματώνουν τα θύματα τη στάση των θυτών και να μην μπορούν να ξεφύγουν. Η βία που αντικρίζει ένας νέος δεν ξεπερνιέται με τίποτε, μπορεί να μην έχουν ακόμα καταγραφεί όλες οι ψυχικές ζημιές που προκαλεί. Ας είναι, ας μείνει μυστήριο, τώρα που χάνονται όλοι οι μάρτυρες των τρομερών αυτών γεγονότων, ας μη δοθεί ποτέ ξανά η ευκαιρία να μελετηθούν οι επιπτώσεις τους. Ας μείνουμε με τις παρατηρήσεις που μπόρεσε να κάνει ο καθένας.

Το χωριό Δράκεια σήμερα

Πέρασαν χρόνια για να συνέλθει το χωριό, αν ποτέ συνήλθε, γιατί σα να μην έφτανε η εκτέλεση εκείνη, έζησε και το σεισμό του Βόλου ως επίκεντρο, οπότε ούτε τις αναμνήσεις τους οι άνθρωποι δεν είχαν καιρό και διάθεση να διηγούνται. Μετά τη μεταπολίτευση πια, όταν δόθηκαν συντάξεις ‘εθνικής αντίστασης’ και αναγνωρίστηκε το βάρος εκείνης της μαζικής δολοφονίας, άρχισε κι εκείνος, ο επιζών, να μιλά περισσότερο, να θυμάται, να διηγείται, αλλά πάντα αποσπασματικά, σα να είχαν τραυματίσει το νου του οι σφαίρες που σκότωσαν τους άντρες γύρω του. Έφτιαξε ένα ντοσιέ και φυλούσε τα δημοσιεύματα, τον καλούσαν στην κατάθεση στεφάνου, μίλησε στην τηλεόραση. Αδύνατος όσο δεν έπαιρνε, τρεφόταν με μπισκότα Μιράντα βουτηγμένα σε γάλα, προς απελπισία της αδερφής του που κάθε μέρα μαγείρευε. Εκείνη του σιδέρωνε καθημερινά και τα γαλάζια πουκάμισα, έφτιαχνε την τσάκιση στα παντελόνια με τα οποία εμφανιζόταν στην πλατεία για καφέ όταν τέλειωνε τις δουλειές στα κτήματα. Έτσι αδύνατος και γερός πέρασε τα ενενήντα, με διαρκές χαμόγελο που σα να ευχαριστούσε για τη ζωή, σα να ντρεπόταν που ζούσε ακόμα, που απολάμβανε στις δεκαετίες της άνεσης τη δροσιά του πλάτανου και τη μυρωδάτη ζεστασιά της μασίνας. Άσε πια το αιρκοντίσιον στο σπίτι. Και έτσι «έφυγε». Αφού πρώτα έσπασε το γοφό και δεν ξεχώριζε κάτω από τα σκεπάσματα, τόσο ελάχιστος είχε απομείνει. Ιωάννης ο ήσυχος, ο λάθρα βιώσας. Φιλοσοφική στάση, ας πούμε.