Ελλαδα

Τατσόπουλος υπέρ Μπογδάνου για την κρυφή γοητεία της τρομοκρατίας

Όταν ο Διαμαντόπουλος του ΣΥΡΙΖΑ έκανε την διάκριση μεταξύ ένοπλων και άοπλων συντρόφων

Newsroom
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Όταν ο Βαγγέλης Διαμαντόπουλος, τον Ιούλιο του 2014, δήλωνε μέσα στη Βουλή ότι ο Σάββας Ξηρός "διάλεξε την ένοπλη πάλη" (σε αντίθεση με τον ίδιον, εξυπακούεται, που διάλεξε την εμφανώς επικερδέστερη άοπλη) είχα πει ότι για τον Βαγγέλη "η ηλιθιότητα ήταν μονόδρομος"» γράφει ο Πέτρος Τατσόπουλος στο facebook.

Και συνεχίζει: «Δεν θυμάμαι πάντως, ούτε τότε, ούτε ποτέ πριν, ούτε ποτέ μετά, την Κουμουνδούρου να ενοχλείται από τη διάκριση του Βαγγέλη ανάμεσα σε "ένοπλους" και σε "άοπλους" συντρόφους, πέρα από τη σπουδή της να κρύβει τους πρώτους κάτω από το χαλί, όποτε στριμώχνεται και αποκλειστικά για επικοινωνιακούς λόγους.

Τώρα που ο Κωνσταντίνος Μπογδάνος, έστω κι επιπόλαια, έστω και άκομψα, της υπέδειξε το άτιμο το χαλί, η Κουμουνδούρου αναστατώθηκε και ο ΣΚΑΪ έσπευσε να της προσφέρει το κεφάλι του Μπογδάνου στο πιάτο. Βλέπετε, το χαλί με τους "ένοπλους" είναι μόνο η μία ντροπή. Η άλλη είναι το μαύρο μας το χάλι» σημειώνει μεταξύ άλλων ο πρώην βουλευτής. 

Παράλληλα ο Τατσόπουλος ανέβαζε και ένα σχετικό κειμένό του.

Η ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η πρώτη δίκη της 17 Νοέμβρη, το 2003, ξεπέρασε τους εννέα μήνες (162 συνεδριάσεις) αλλά το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης εξατμίστηκε αρκετά νωρίτερα. Δύο μοιραίες αποφάσεις, άσχετες μεταξύ τους, με χιλιάδες μίλια να χάσκουν ανάμεσα στα κέντρα λήψης τους, συνέτειναν στη διολίσθηση από την περιέργεια στην αδιαφορία.

Πρώτη, η απόφαση του δικαστηρίου ευθύς εξαρχής να μην υπάρξει τηλεοπτική κάλυψη. Δεύτερη, η σχεδόν ταυτόχρονη στρατιωτική επέμβαση των Αμερικανών στο Ιράκ του Σαντάμ Χουσεϊν -με... πλήρη τηλεοπτική κάλυψη. Μολαταύτα, το δυσαναπλήρωτο κενό της τηλεόρασης προσπάθησαν να το καλύψουν οι εφημερίδες με πακτωλό ρεπορτάζ -λιγότερο ή περισσότερο ευφάνταστων- και σχόλια επί σχολίων.

Μεταξύ των σχολιαστών στα "Νέα" ήταν ο Νίκος Γιαννόπουλος κι εγώ. Ο Γιαννόπουλος, ένα από τα ηγετικά στελέχη του Δικτύου για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα, με πιο πρόσφατη συγγραφική του δραστηριότητα τον πρόλογο στο αυτοβιογραφικό πόνημα του Δημήτρη Κουφοντίνα, μοιραζόταν τακτικά μαζί μου την ίδια σελίδα. Με φάτσα κάρτα τις μούρες μας και φαρδιές πλατιές τις υπογραφές μας, δεν έμενε η παραμικρή αμφιβολία σε χιλιάδες αναγνώστες για το ποιος ήταν ποιος και ποιος πρέσβευε τι.

Η αυτονόητη παρατήρηση είναι απαραίτητη γιατί, χρόνια αργότερα, διάφοροι σύντροφοι του Γιαννόπουλου, θρυμματίζοντας κάθε κοντέρ πολιτικού αυνανισμού, με κατηγόρησαν ότι... μαρτύρησα τις απόψεις του Γιαννόπουλου για την τρομοκρατία. Ήταν, βλέπετε, μυστικό επτασφράγιστο, κρεμασμένο στα περίπτερα πανελλαδικά επί μήνες.

Το πρόβλημα ξεκινούσε από το γεγονός ότι μπορεί να μοιραζόμουν με τον Γιαννόπουλο την ίδια σελίδα, δεν μοιραζόμουν όμως και την ίδια άποψη. Για την ακρίβεια, εάν διάβαζες τότε τα σχόλιά μας, θα σχημάτιζες την εντύπωση ότι καλύπτουμε δύο διαφορετικές δίκες. Η ραχοκοκαλιά στη συλλογιστική του Γιαννόπουλου ήταν πως η δίκη της 17 Νοέμβρη ήταν μια πολιτική δίκη και οι κατηγορούμενοι ήταν πολιτικοί κρατούμενοι, με το μεροληπτικό δικαστήριο να έχει προ-αποφασίσει την τιμωρία τους πρωτίστως για τις πολιτικές τους απόψεις και μονάχα δευτερευόντως, αν όχι τριτευόντως για τα ανομήματά τους.

Εγώ ήμουν πιο ναϊφ. Δεν μου έβγαζες από το μυαλό ότι ανάλογες απόψεις με τις απόψεις των κατηγορουμένων αντάλλασσαν καθημερινά εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες συμπολίτες μας στο διαδίκτυο, αλλά κανένας δεν σκεφτόταν να τους καθίσει στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Ότι οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι έδιναν λόγο για 23 δολοφονίες. Ότι, χωρίς τις δολοφονίες, οι προκηρύξεις τους δεν θα χρησίμευαν ούτε για να τυλίξεις χοιρινή σπάλα στη Βαρβάκειο κρεαταγορά.

Μια δεκαετία πέρασε χωρίς ιδιαίτερες δικές μου προστριβές με τους ομοϊδεάτες του Γιαννόπουλου, πέρα από την αμοιβαία αντιπάθεια. Δεν μου έλειπαν και δεν τους έλειπα. Ωστόσο, όταν το 2012 βρέθηκα στο κοινοβούλιο ως ένας από τους 71 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ (εξέλιξη ακατανόητη, αν όχι καθαρή ύβρις, για πολλούς από τους γιαννοπουλικούς) δεν άργησα να καταλάβω ότι η συλλογιστική του Γιαννόπουλου για την τρομοκρατία ήταν πολύ πιο διαδεδομένη και αναντίρρητα πολύ πιο δημοφιλής από τη δική μου συλλογιστική.

Υπήρχαν μάλιστα και βουλευτές, όπως εκείνος ο αναρχικός υπάλληλος του ΟΤΕ, ο καρνάβαλος της Καστοριάς, που θεωρούσαν τους τρομοκράτες ως "συντρόφους εν όπλοις", παραστρατημένους αλλά καλόκαρδους. Βεβαίως, οι περισσότεροι είχαν το στοιχειώδες IQ να κατανοήσουν ότι αυτό το βίτσιο δεν είναι κάτι που θα πρέπει να βγει και παραέξω. Μπορούν να το διατηρούν, αλλά δεν μπορούν να το διαλαλούν. Ένα αθώο prive αστείο.

Επί ενάμιση χρόνο εξακολούθησα να πιστεύω -εν πολλοίς, εξακολουθώ και σήμερα- ότι η κρυφή γοητεία της τρομοκρατίας στις συλλογική συνείδηση του ΣΥΡΙΖΑ (όπως και στη συνείδηση ενός μέρους της ελληνικής κοινωνίας ευρύτερα, γαλουχημένου με την αυτοδικία) ήταν ένα ρομαντικό κατάλοιπο από τη νιότη των πρεσβυτέρων μελών του, τότε που η κατάκτηση της εξουσίας με τον κοινοβουλευτικό αραμπά -άντε τώρα 3% στις εκλογές, άντε στις επόμενες 4%, κούτσα κούτσα στις μεθεπόμενες 5%- ήταν ένα άπιαστο όνειρο και σχεδόν όλοι, άλλος λίγο-άλλος πολύ, μπήκαν κάποτε στον πειρασμό να σκεφτούν μήπως θα έπρεπε να σπρώξουν τις εξελίξεις με τα περίστροφα -ενδεχόμενο που οι συντριπτικά περισσότεροι απέρριψαν εγκαίρως.

Εντούτοις, καθώς κυλούσαν οι μήνες και οι δικές μου απόψεις ενοχλούσαν όλο και πιο πολύ, νομοτελειακά θα έφθανε κάποια στιγμή που δεν θα ανέχονταν από εμένα ούτε βήξιμο. Η στιγμή αυτή ήρθε τον Ιανουάριο του 2014, αμέσως μετά την απόδραση του Χριστόδουλου Ξηρού, μόλις εκμαιεύτηκε από τον Νίκο Ευαγγελάτο η τηλεοπτική μου δήλωση ότι "ορισμένα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ τρέφουν συμπάθεια για τις ιδέες των τρομοκρατών". Ε, όχι. Μου διεμήνυσαν με κάθε τρόπο ότι αρκετά ανέχτηκαν τις προκλήσεις μου κι εγώ έδειξα έκπληκτος που τις κρατούσαν σε τεφτέρι. Χωρίσαμε τα τσανάκια μας και βρήκαμε την υγειά μας.

Ο ασκός που άνοιξε ο Γιάννης Πανούσης με τις πρόσφατες αποκαλύψεις του έδωσαν νέα ώθηση στον προβληματισμό γύρω από τη σχέση του κυβερνητικού πλέον ΣΥΡΙΖΑ με τη διάδοχη γενιά τρομοκρατών, όπως αυτή εκφράζεται κυρίως μέσα από τις γραμμές της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς. Κατ' αρχάς, οι μεθοδεύσεις της ίδιας της κυβέρνησης (πρώτα προκαλεί τον Πανούση να καταθέσει στοιχεία στον εισαγγελέα και, μόλις το πράττει, καταθέτει εκείνη μηνυτήρια αναφορά για "παραβίαση απορρήτου") επαναφέρουν στο προσκήνιο το αναπάντητο ερώτημα αν η κυβέρνηση είναι ηλίθια, επικίνδυνη ή και τα δύο.

Δύσκολα μπορούμε να οδηγηθούμε με τα στοιχεία του Πανούση -τουλάχιστον όσα έχουν διαρρεύσει μέχρι στιγμής, δεν ξέρουμε αν προκύψει κάτι συνταρακτικότερο κατόπιν- στο συμπέρασμα ότι η τρομοκρατία δεν είναι παρά το "οπλισμένο χέρι" της κυβέρνησης, μια κατηγορία που παρέμεινε αναπόδεικτη για το πάλαι ποτέ κραταιό ΠΑΣΟΚ και πολύ θα ήθελε να μεταφέρει τώρα η Νέα Δημοκρατία στις πλάτες του ΣΥΡΙΖΑ.

Από την άλλη μεριά, το περιεχόμενο -πολλώ γε μάλλον, το ύφος- των διαλόγων που διέρρευσαν προδίδουν μια κυβέρνηση που εμφανώς (μην πω, απεγνωσμένα) επιδιώκει να πετύχει ένα προφορικό memorandum με τους τρομοκράτες, μια άτυπη εκεχειρία, επωφελή και για τις δύο πλευρές, με πολλαπλά κι εν μέρει άδηλα ανταλλάγματα. Όπως το διατύπωσε και κάποιος στο διαδίκτυο: "Αυτή η χώρα δεν παίζεται. Ακόμη και οι τρομοκράτες ζητούν ρουσφέτι".