Ελλαδα

Καθημερινοί άνθρωποι, λησμονημένες αξίες

Mία δίωρη βόλτα στην εορταστική πρωτεύουσα

Χρήστος Διαμαντής
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Φωτογραφίες: Χρήστος Διαμάντης

Κείμενο: Χάρις Γεωργίου


Μέσα σε μία δίωρη βόλτα στην εορταστική πρωτεύουσα, θα δεις τις φωταγωγημένες βιτρίνες των εμπορικών, αστέρια να κρέμονται περήφανα, πάνω από τους πολυσύχναστους δρόμους, λαμπιόνια και κορδέλες. Γκλίτερ και ασημόσκονες, κράχτες της καταναλωτικής φρενίτιδας των εορτών. Το μυαλό θα γεμίσει εικόνες, ακόμα κι αν τα χέρια παραμένουν χωρίς άσκοπα καταναλωτικά αγαθά.

Η μαγεία, άλλωστε, δεν βρίσκεται σε αυτά. Η μαγεία βρίσκεται στην ανθρωπιά που μας πιάνει τούτες τις μέρες. Στην αλληλεγγύη που στον καιρό της κρίσης έχει αρχίσει να διαδίδεται ανάμεσα στους ανθρώπους όλον το χρόνο, όχι μόνο στις γιορτές, μα τούτες τις μέρες έρχεται εντονότερα στο προσκήνιο.

Διασχίζοντας το κέντρο, θα δεις πολλά, θα ακούσεις περισσότερα. Σημασία έχει να έχεις τα μάτια και τα αυτιά σου ανοιχτά. Σημασία έχει να θες να τα δεις. Να θες και να είσαι έτοιμος να ακούσεις τις αλήθειες τους. Να σπάσεις τη βιτρίνα σου, να την τσαλακώσεις. Να ξεπεράσεις τα όρια της μικροαστικής σου ύπαρξης και της καταναλωτικής σου προδιάθεσης και να ορθώσεις το ανάστημά σου. Να νιώσεις όλες εκείνες τις διδαχές του ποιητή, «αν θες να λέγεσαι άνθρωπος…».

Είναι απόγευμα, λοιπόν, και ετοιμαζόμαστε σιγά σιγά να επιστρέψουμε σπίτι. Καθώς περπατάμε και η φωτογραφική καταγράφει το παρόν μας σε καρέ - εικόνες από την αστική βουή -  μας σταματά ο Χρήστος.

«Θες να βγούμε μια φωτογραφία μαζί;», θα μου πει και τότε θα ξεκινήσει η συζήτηση.

Ο Χρήστος μένει σε ένα στρώμα στη Σταδίου. Έχει ένα ντουλάπι δίπλα για να βάζει τα τρόφιμα, τα τσιγάρα και τα χάπια του. Έχει κι ένα στολισμένο Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ο Χρήστος ζει τα Χριστούγεννα, όπως όλοι μας. Ο Χρήστος ζει τα Χριστούγεννα, περισσότερο από τον καθένα μας. Μιας και έχει πιάσει για τα καλά το νόημα, μιας και τα ζει όλο το χρόνο.

Μας μιλάει για την κόρη του και την εγγονή του, για τα καλοκαίρια στην Ικαρία με τη γυναίκα του, για τον αδερφό του. Μας μιλά για τους ανθρώπους με  θαυμασμό. Μας λέει ακόμα και για τους ανθρώπους των καταστημάτων. Πόσο τον αγαπούν και πόσο τους σέβεται. Πόση αλληλεγγύη και πόση ζεστασιά έχει εισπράξει από τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους που τον επισκέπτονται και του κρατούν συντροφιά.

Καθώς μιλάμε, θα περάσει ένας κύριος. Ο Χρήστος θα τον κεράσει κουλουράκια από μια κούτα που έχει πάνω στο ντουλαπάκι. «Πάρ’ την όλη», θα του πει. «Δε θέλω άλλα για σήμερα».

Στη συνέχεια, θα συνεχίσουμε να μιλάμε σα να μη μας διέκοψε κανείς. Θα ανάψει ένα τσιγάρο και θα μας πει για το πώς βρέθηκε εκεί.

«Αν θες να αγιάσεις, πρέπει να αμαρτήσεις», έλεγε κάποτε η Αρλέτα. Και όπως όλοι μας, ο Χρήστος έκανε κάποιες επιλογές, οι οποίες είχαν αντίκτυπο. Θετικό ή αρνητικό, ακόμα δεν έχω συμπεράνει μιας και τούτος ο άνθρωπος δείχνει να ‘χει πιάσει το νόημα. Τι κι αν πολλοί νομίζουν πως τάχα έχει μόνο ένα στρώμα, ‘κείνος ξέρει να σου πει πράγματα που δεν έχεις ξανακούσει. Κείνος έχει άλλα πιο σημαντικά. Έχει ενδιαφέροντα. Γράφει στίχους για ρεμπέτικο. Έχει όνειρα. Θέλει να γράψει ένα βιβλίο. Έχει κι άλλα. Ακόμα πιο σπουδαία. Έχει παιδί, εγγόνι. Έχει φίλους. Έχει αγάπη, που σε τούτους τους καιρούς είναι ίσως η πιο λησμονημένη αξία.

Κάπου παρακάτω, ενώ μιλάμε, θα περάσει ένας πιτσιρικάς και θα του φέρει μια τσάντα.

«Γεια, τι  κάνεις;», θα τον ρωτήσει. «Σου έφερα φρούτα και κάποια ρούχα. Νηστεύεις ακόμα;», θα συνεχίσει να του μιλάει.

Ύστερα, θα μας απευθύνει το λόγο. «Καλησπέρα σας, είμαι ο Μάρκος», θα συστηθεί. Και κάπως έτσι, θα μπει στη συζήτηση.

Είναι 20 χρονών, πρωταθλητής στο δρόμο αντοχής. Μία μέρα, ξεκίνησε από το σπίτι του, έβαλε φαγητό σε ένα τάπερ και πήρε τους δρόμους γυρεύοντας να το δώσει σε κάποιον που να το έχει ανάγκη. Κάπως έτσι, γνώρισε το Χρήστο.

«Περνάω κάθε εβδομάδα, να δω τι κάνει», θα μας πει, κι ύστερα θα κάτσει να ακούσει μαζί μας τις ιστορίες του.

Θα κάτσουμε ώρα, ενώ πολύς κόσμος θα διέρχεται από το σπιτικό του Χρήστου, άλλοτε κοιτώντας με συγκατάβαση, άλλοτε με περιέργεια, κι άλλοτε αδιαφορώντας. Ύστερα, θα φύγουμε. Θα φύγουμε δίνοντας την υπόσχεση στους εαυτούς μας, να περνάμε συχνά για να βλέπουμε το νέο μας φίλο. Θα φύγουμε, έχοντας μάθει αξίες που δε διδάσκονται σε κανένα σχολείο. Αξίες όπως η αλληλεγγύη, η ανθρωπιά, αξίες όπως η αγάπη για τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα μας. Στο ίδιο σπίτι, στην ίδια πολυκατοικία, στην ίδια συνοικία, την ίδια πόλη, στην ίδια χώρα ή στον ίδιο πλανήτη. Αξίες που πρέπει να έχουμε όλο το χρόνο και που λησμονούμε μεγαλώνοντας, αντικαθιστώντας με το φόβο. Φόβο για τον άγνωστο που περπατά δίπλα μας, για τον άγνωστο που κοιμάται σε ένα στρώμα. Φόβο για τον ίδιο τον άνθρωπο.

Φόβοι που φωλιάζουν και θεριεύουν μέσα μας. Φόβοι που πουδράρονται όπως-όπως  και αντικαθίστανται από ενέσεις υλιστικής ματαιότητας. Μιας και οι αλήθειες, οι καθημερινές, έχουμε μάθει να μας τρομάζουν. Θαρρείς και όλοι μας βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι∙ καθένας μας, ακόμα ένας «ανθρωπάκος» του Βίλχελμ Ράιχ, που «δε θέλει να ξέρει, δε θέλει να ακούσει. Θέλει οπωσδήποτε να ζητωκραυγάσει [..] γυρεύοντας δήθεν την ευτυχία, αλλά θεωρώντας τη σιγουριά πιο σημαντική».

Προδομένοι από φόβους και ανασφάλειες, εγκλωβιζόμαστε ακόμα περισσότερο στη μοναξιά μας. Και τούτοι οι καθημερινοί άνθρωποι σαν ξυλοπάπουτσα που σέρνονται στη λεία επιφάνεια, ενός καλογυαλισμένου δαπέδου, να παλεύουν να αφυπνίσουν τον άνθρωπο μέσα μας.