Ελλαδα

Ιστορίες από το εκτελεστικό απόσπασμα

Η θανατική ποινή στην Ελλάδα και οι εγκληματίες που κατέληξαν στο απόσπασμα 

Μπάμπης Κωφός
16’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Οι τέσσερις γυναίκες δολοφόνοι που οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα, οι φόνοι του τελευταίου εκτελεσθέντα στην Ελλάδα Βασίλη Λυμπέρη, η δράση δύο Γερμανών serial killers στη χώρα μας, και μια διαφορετική ιστορία, αυτή του κομμουνιστή Νίκου Γόδα, ο οποίος εκτελέστηκε γιατί δεν υπέγραψε δήλωση μετανοίας, φορώντας τη φανέλα του Ολυμπιακού.

Γυναίκες στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Τέσσερις γυναίκες οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα για εγκλήματα του ποινικού δικαίου στην Ελλάδα. Τέσσερις γυναίκες που έφτασαν στο φόνο για διαφορετικούς λόγους η καθεμία τους. 

Σταυρούλα Γκουβούση, η δολοφόνος για λόγους τιμής 

Η Σταυρούλα Γκουβούση, από το Λεωνίδιο Αρκαδίας, πίστευε ότι η νύφη της, η Μεταξία, είχε απατήσει το γιο της και πως το παιδί που κυοφορούσε ήταν καρπός του παράνομου έρωτά της. Την ανάγκασε να πάει στο Άργος για να κάνει έκτρωση, όμως ο γιατρός αρνήθηκε να προχωρήσει στην επέμβαση γιατί η εγκυμοσύνη βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο. Το πρωί της 7ης Ιανουαρίου του 1959 η Σταυρούλα Γκουβούση όρμησε στη νύφη της, η οποία κοιμόταν, την έδεσε, τη φίμωσε και τη χτύπησε πολλές φορές στο κεφάλι, μέχρι που έπεσε λιπόθυμη. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια του 22 ετών γιου της την πέταξαν στο πηγάδι και την άφησαν να πνιγεί. Μάνα και γιος λίγο μετά άρχισαν να φωνάζουν πανικόβλητοι ότι βρήκαν τη Μεταξία πνιγμένη στη στέρνα. Πίστευαν ότι είχαν κάνει το τέλειο έγκλημα, όμως οι καταθέσεις τους στην αστυνομία ήταν αντικρουόμενες, ενώ στο τέλος άρχισαν να κατηγορούν ο ένας τον άλλο. Η Σταυρούλα Γκουβούση εκτελέστηκε στον Άγιο Ιωάννη Θεολόγο Υμηττού στις 27 Αυγούστου 1960 και ο γιος της, Δημήτρης, τρεις ημέρες μετά στις φυλακές της Κέρκυρας.

 Η Σταυρούλα Γκουβούση, η νύφη της Μεταξία και ο γιος της Δημήτρης

Η εφημερίδα «Ελευθερία» έγραψε: Ο Γκουβούσης «εξομολογούμενος, ηκούσθη λέγων εις τον ιερέα, ότι ούτος δεν έπταιε δια τον στραγγαλισμόν της συζύγου του, αλλά ότι τον επήρε στον λαιμό της η μάνα του, της οποία ήτο ερωμένος…». Το τελευταίο στοιχείο ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε. Η Γκουβούση ήταν η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε στην Ελλάδα για ποινικό αδίκημα -είχαν υπάρξει εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων στην κατοχή και τον εμφύλιο- και μία από τις τέσσερις συνολικά.

Αθανασία, Αγγελινού, η συζυγοκτόνος της Πεύκης 

Η Αθανασία Αγγελινού ήταν μια γυναίκα που πίστευε πολύ στο Θεό. Το 1938 είχε την ατυχία να χάσει τον πρώτο της άντρα, με τον οποίο είχαν αποκτήσει ένα κοριτσάκι, τη Μαρία. Δύο χρόνια μετά παντρεύτηκε τον ξάδερφό της, τον Νίκο Αγγελινό. Τα πρώτα χρόνια ζούσαν αρμονικά, όμως μετά ήρθαν οι συγκρούσεις. Αιτία, το γεγονός ότι ο Αγγελινός ήταν γυναικάς και απατούσε τη σύζυγό του συστηματικά. Κι όχι μόνο αυτό. Καθώς εκείνη ήταν θρησκόληπτη και δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τις ερωτικές επιθυμίες του συζύγου της, εκείνος την έδερνε και την ανάγκαζε να βλέπει φωτογραφίες γυμνών γυναικών. Η Αθανασία λιβάνιζε τα ρούχα του αλλά και ολόκληρο το σπίτι μήπως και σταματήσουν όλα αυτά, χωρίς φυσικά αποτέλεσμα.

Όπως έκανε κάθε βράδυ, έτσι και εκείνο της 25ης Ιουνίου 1960 η Αθανασία ετοίμαζε αποβραδίς το πρωινό του Νίκου, ο οποίος εργαζόταν ως οδηγός σε λεωφορεία. Όταν ξάπλωσαν για να κοιμηθούν, εκείνη περίμενε. Ο Νίκος κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως. Ύστερα από περίπου μια ώρα, η Αθανασία σηκώθηκε και πήρε έναν κασμά που είχε κρύψει στην ντουλάπα. Τον σήκωσε και τον χτύπησε δυνατά στο κεφάλι. Ο Αγγελινός ξύπνησε, μισοζαλισμένος από το δυνατό χτύπημα και τον ύπνο προσπάθησε να αμυνθεί, όμως εκείνη άρχισε να τον χτυπάει με λύσσα. Όταν βρήκαν το πτώμα του ήταν παραμορφωμένο.

Αμέσως μετά η Αθανασία έβαλε σε εφαρμογή το δεύτερο μέρος του σχεδίου της. Κάλυψε το πτώμα με πετσέτες και ύστερα έβαλε σε ένα ποτήρι νερό ασπιρίνες, βερονάλ και κινίνα, τα ήπιε και έπεσε να κοιμηθεί, περιμένοντας ότι δεν θα ξυπνήσει ποτέ. Όμως ξύπνησε τη νύχτα από πόνους στην κοιλιά κι έκανε εμετό - ήταν αυτό που την έσωσε, έστω προσωρινά. Την άλλη μέρα σηκώθηκε και βγήκε σα χαμένη στο δρόμο. Βρήκε μια γειτόνισσά της, της είπε ότι δεν αισθανόταν καθόλου καλά και της ζήτησε να τη συνοδεύσει με ταξί στο νοσοκομείο. Όταν επιβιβάστηκαν στο ταξί, λίγη ώρα μετά θυμήθηκε τι είχε προηγηθεί το προηγούμενο βράδυ. «Όχι στο νοσοκομείο, στην αστυνομία να πάμε, στην αστυνομία», είπε στον ταξιτζή. Πράγματι, το ταξί άφησε τις δύο γυναίκες έξω από το αστυνομικό τμήμα Αμαρουσίου, όπου η Αθανασία μπήκε μέσα σχεδόν ουρλιάζοντας. «Σκότωσα τον άντρα μου! Πηγαίνετε σπίτι μου στην Άνω Μαγκουφάνα, οδός Χρυσοστόμου Σμύρνης 79. Θα τον βρείτε νεκρό στο κρεβάτι του». Παρότι δεν την πίστεψαν, ο αξιωματικός έστειλε έναν άνδρα να ελέγξει. Εκεί, στην Άνω Μαγκουφάνα, που σήμερα είναι η περιοχή της Πεύκης, βρήκε τον Νίκο Αγγελινό κατακρεουργημένο πάνω στο κρεβάτι του.

Πριν το φονικό το ζευγάρι είχε αποφασίσει να πάρει διαζύγιο, όμως η μεγάλη διατροφή που ζητούσε η Αθανασία καθυστερούσε την υπόθεση. Για κάποιο διάστημα, μάλιστα, ο Αγγελινός είχε φύγει από το σπίτι. Πέσανε στη μέση συγγενείς και φίλοι και τα «ξαναβρήκαν». Αλλά αυτή τη φορά το τέλος που ερχόταν ήταν φρικτό. Η αστυνομία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για προμελετημένο σχέδιο, καθώς είχε βρει ένα σημείωμα γραμμένο από την Αθανασία: «Όλα θα του τα συγχωρούσα, αν δεν με τυραννούσε τόσο πολύ τις νύχτες και δεν με εβασάνιζε με εκείνες τις άσεμνες φωτογραφίες γυναικών που μου έδειχνε. Με βασάνιζε και με έδερνε, γι’ αυτό αναγκάστηκα να κάνω ό,τι έκανα». Η Αθανασία Αγγελινού καταδικάστηκε σε θάνατο τον Γενάρη του 1961 και εκτελέστηκε στο Γουδή στις 4 Οκτωβρίου του 1962.

Αλεξάνδρα Μέρδη, η δολοφόνος με το παραθείο

18 Οκτωβρίου του 1960, βρισκόμαστε στο Μεσολόγγι, στο χωριό Άγιος Ανδρέας. Η 62χρονη Αλεξάνδρα Μέρδη ρίχνει παραθείο στο φαγητό του 28χρονου γαμπρού της, Χρήστου Περβέντζα, ο οποίος πέθανε λίγη ώρα αργότερα ενώ είχε πάει για δουλειά στα χωράφια.

Ο Περβέντζας, τον οποίο η πεθερά του αποκαλούσε «σώγαμπρο», είχε παντρευτεί τη Μαρία Μέρδη και ζούσαν όλοι μαζί, με τους γονείς της γυναίκας του, στο σπίτι των δικών της. Κάτοικοι του χωριού είχαν πει ότι οι καβγάδες μεταξύ πεθεράς και γαμπρού είχαν ξεκινήσει περίπου τρεις μήνες πριν από το έγκλημα. Η Αλεξάνδρα Μέρδη, σύμφωνα με την εφημερίδα «Μακεδονία», έλεγε ότι διέπραξε το έγκλημα γιατί το θύμα «τους είχεν αποξενώσει τόσον αυτήν όσον και τον σύζυγόν της». Άλλες πληροφορίες έλεγαν πως το πραγματικό κίνητρο ήταν κληρονομικοί λόγοι. Η δίκη έγινε στο Κακουργιοδικείο Αμαλιάδας, το οποίο έκρινε την Αλεξάνδρα Μέρδη ένοχη χωρίς ελαφρυντικά και την καταδίκασε στη θανατική ποινή, αθωώνοντας την κόρη της, Μαρία. Όμως, η απόφαση κηρύχθηκε πεπλανημένη και η δίκη επαναλήφθηκε στο Κακουργιοδικείο της Πάτρας. Το δικαστήριο καταδίκασε εκ νέου την Αλεξάνδρα Μέρδη σε θάνατο και την κόρη της σε κάθειρξη 15 ετών, πενταετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων και χρηματική ποινή 5.000 δρχ. Η «πεθερά με το παραθείο» εκτελέστηκε το πρωί της 4ης Σεπτεμβρίου 1962, στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στον Υμηττό.

Αικατερίνη Δημητρέα, η δηλητηριάστρια της Μάνης

Δηλητηρίασε τη μάνα της, τον αδερφό της, την ξαδέρφη της, ένα ανιψάκι της. Εάν δεν είχε συλληφθεί, ίσως να δηλητηρίαζε ολόκληρο το χωριό. Πρόκειται για την Αικατερίνη Δημητρέα, τη μοναδική Ελληνίδα κατά συρροή δολοφόνο. Όταν άρχισε την εγκληματική της δράση ήταν 42 χρονών. Έπασχε από ημιπληγία στο αριστερό της χέρι και πόδι, ήταν χωρισμένη και ζούσε με την κόρη της, Στέλλα, σε ένα φτωχικό σπίτι του χωριού Νεοχώρι Μεσσηνίας, με ένα επίδομα από την πρόνοια.

Η Αικατερίνη Δημητρέα

Ήταν 27 Μαΐου του 1962 όταν πρόσφερε στη μητέρα της, την 80χρονη Στεφούλα, ένα πιάτο μακαρόνια. Η ηλικιωμένη έπεσε στο πάτωμα με σπασμούς και πόνους στην κοιλιά και ξεψύχησε σχεδόν αμέσως. Της είχε ρίξει παραθείο. Κανείς δεν υποψιάστηκε κάτι, ο θάνατος της Στεφούλας αποδόθηκε στα καρδιακά της προβλήματα και η ζωή συνεχίστηκε. Μέχρι τις 19 Ιουλίου. Ήταν η σειρά της ξαδέρφης της, της 40χρονης Ποτούλας, στην οποία σέρβιρε καφέ με παραθείο. Η Ποτούλα έπαθε κι εκείνη σπασμούς, έπεσε στο πάτωμα και χτύπησε στο κεφάλι. Ήταν η αιτία θανάτου. Λίγες ημέρες αργότερα ήρθε η σειρά του αδερφού της, του 45χρονου Κωνσταντίνου. Πάλι με παραθείο στον καφέ. Όμως ο Κωνσταντίνος τη γλίτωσε. Έφυγε από το σπίτι της Αικατερίνης, έπεσε στη μέση του δρόμου και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί διέγνωσαν κρίση χολής. Όταν συνήλθε, ύστερα από μερικές ημέρες, του μαγείρεψε αυγά. Κι έριξε τόσο παραθείο που ο αδερφός της πέθανε σχεδόν ακαριαία. Ανακοπή καρδιάς λόγω κρίσης της χολής, κατέληξαν οι γιατροί.

Τρεις θάνατοι στην ίδια οικογένεια μέσα σε λίγους μήνες. Η υπόθεση είχε γίνει καθημερινό θέμα συζήτησης στα σπίτια του χωριού, όλοι μιλούσαν για κάποια κατάρα. Μέχρι που ένα μήνα μετά το θάνατο του αδελφού της, η Αικατερίνη Δημητρέα κέρασε ένα λουκούμι τον 5χρονο ανιψιό της Ηλία, που πέθανε κατά τη μεταφορά του προς το νοσοκομείο. Το παιδί δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, ένας τοπικός γιατρός μίλησε για δηλητηρίαση και ακολούθησαν εξετάσεις οι οποίες επιβεβαίωσαν την ύπαρξη παραθείου στον οργανισμό του. Κάποιες υποψίες που είχαν αρχίσει ήδη να πέφτουν στη Δημητρέα, μαζί με μαρτυρίες συγχωριανών που την είχαν δει να δίνει λουκούμι στο παιδί, οδήγησαν στη σύλληψή της, στις 10 Σεπτεμβρίου. «Έπρεπε να πεθάνουν γιατί με κακομεταχειρίζονταν» είπε, ενώ υπέδειξε το σημείο όπου είχε κρύψει το μπουκάλι με το παραθείο, σε ένα εκκλησάκι 500 μέτρα από το χωριό.

Όπως προέκυψε από την ανάκριση, μερικούς μήνες πριν είχε αποπειραθεί να δηλητηριάσει μια 4χρονη ανιψιά της και τη γυναίκα του άλλου της αδελφού. Δύο ημέρες μετά όλο το χωριό, με επικεφαλής τον πρόεδρο, τον παπά και το δάσκαλο, παρακολούθησαν την εκταφή των προηγούμενων τριών θυμάτων, τα σπλάχνα των οποίων εστάλησαν για τοξικολογική εξέταση. «Έριξα παραθείο στα μακαρόνια της μάνας μου για να γίνουν πιο… νόστιμα. Στα αυγά του αδελφού μου έβαλα δηλητήριο για να δει πόσο… καλή μαγείρισσα είμαι. Η μητέρα μου με βασάνιζε και ήθελε να με βγάλει από το σπίτι, το ίδιο και ο αδελφός μου. Όσο για την Ποτούλα, έβαζε λόγια να με διώξουν, να με αφήσουν να πεθάνω της πείνας και εγώ και η κόρη μου. Η μητέρα μου με βασάνιζε συνεχώς. Ο αδελφός μου με απόπαιρνε, με έδερνε. Ήμουν μια φτωχή γυναίκα που την εγκατέλειψε ο άνδρας της και έπρεπε να ζήσω το μικρό μου κοριτσάκι, τη Στέλλα. Αλλά, μου φερόντουσαν όλοι εχθρικά. Και περισσότερο η μάνα μου και ο αδελφός μου. Με πίεζαν να κάνω όλες τις δουλειές αν και ήξεραν πως είμαι άρρωστη κι έπασχα από την καρδιά μου. Κάθε ώρα μου έλεγαν να φύγω από το σπίτι. Γι αυτό κι εγώ τους εκδικήθηκα. Με μισούσαν όλοι. Θέλαν το κακό μου», έλεγε η Δημητρέα σε δημοσιογράφους, σύμφωνα με την εφημερίδα «Ακρόπολις», της 13ης Σεπτεμβρίου.

Η Δημητρέα στην κατάθεσή της είπε ότι στα «σαράντα» του αδερφού της σκόπευε να δηλητηριάσει με παραθείο στα κόλλυβα όλο το χωριό. Και κάποιοι σκέφτηκαν ότι ήταν σοβαρά διαταραγμένη. Έτσι, παραπέμφθηκε στο Δαφνί ώστε να εξακριβωθεί αν είχε ή όχι το ακαταλόγιστο. Η διάγνωση ανέφερε: «Η νοημοσύνη της Αικ. Δημητρέα ελεγχθείσα κλινικώς και εργαστηριακώς δια ψυχολογικών δοκιμασιών ευρέθη ότι κείται στο μεταίχμιον του κατωτάτου ορίου του μέσου όρου της ανθρωπίνης διανοήσεως και της διανοητικής καθυστερήσεως, η ως άνω δεν εμφανίζει ενεργά στοιχεία ψυχώσεως,  αι σωματικαί παθήσεις της και εν γένει αι άθλιαι συνθήκαι υφ’ ας έζη κατά τα τελευταία έτη, ασφαλώς επέδρασαν εν συνδυασμώ και προς την συναισθηματική της ανωριμότητα εις την διαμόρφωσιν του ανωμάλου χαρακτήρος και πιθανώς ερμηνεύουν, εις τινά βαθμόν, τας αντικειμενικάς αντιδράσεις της».

Η δίκη πραγματοποιήθηκε στις 7-8 Μαΐου 1963, στο Κακουργιοδικείο Ναυπλίου. Ο συνήγορος υπεράσπισης παρουσίασε τη Δημητρέα ως άτομο μειωμένου καταλογισμού. Το ίδιο προσπάθησε να δείξει κι εκείνη, απαντώντας «δεν θυμάμαι» και «δεν ξέρω» στην ερώτηση αν εκείνη ήταν η δολοφόνος. Ο εισαγγελέας δεν πείστηκε, στην αγόρευσή του είπε ότι η κατηγορούμενη είχε σώας τας φρένας. Μάρτυρες από το χωριό είπαν ότι τα εγκλήματα έγιναν για οικονομικούς λόγους, διότι η μητέρα της άφηνε όλη της την περιουσία στα αδέρφια της. Και οι ένορκοι αποφάνθηκαν ότι η κατηγορούμενη εκτέλεσε τα εγκλήματά της από πρόθεση. Η Αικατερίνη Δημητρέα καταδικάστηκε σε τέσσερις φορές στην ποινή του θανάτου και εκτελέστηκε στο Γουδή στις 10 Απριλίου 1965. Ήταν η τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε στην Ελλάδα.

Βασίλης Λυμπέρης, ο τελευταίος εκτελεσθείς

Στις 15 Αυγούστου 1972 πραγματοποιήθηκε η τελευταία εκτέλεση θανατοποινίτη στην Ελλάδα. Ήταν ο Βασίλης Λυμπέρης, ο οποίος έκαψε ζωντανούς τη σύζυγό του, τα δυο τους παιδιά και την πεθερά του.

Το χρονικό του εγκλήματος

Ποτέ δεν έγινε απολύτως ξεκάθαρο το κίνητρο του εγκλήματος. Ο δράστης υποστήριξε πως ήθελε να «τρομάξει» την πεθερά του, η οποία έβαζε εμπόδια στη σχέση με τη γυναίκα του, με την οποία ήταν σε διάσταση. Άλλοι λένε πως ο Λυμπέρης διατηρούσε δεύτερη σχέση και ήθελε να ξεφορτωθεί μια και καλή τη σύζυγό του. Τόσο ο ίδιος όσο και οι συνεργοί του, το βράδυ του εγκλήματος, είχαν καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ.

Σύμφωνα με το σενάριο στο οποίο κατέληξε η αστυνομία, ο Λυμπέρης γνώρισε τους συνεργούς του Αγγελόπουλο και Καπρέτσο τα Χριστούγεννα του 1971, παίζοντας χαρτιά. Πολύ σύντομα εκμυστηρεύτηκε στον Αγγελόπουλο ότι ήθελε να κάνει κακό στην πεθερά του και του έταξε ένα αυτοκίνητο αν τον βοηθήσει. Ο Αγγελόπουλος αρχικά ήταν επιφυλακτικός, όμως στη συνέχεια ενέδωσε, ενώ ενημέρωσε και τον Καπρέτσο.

Ο Βασίλης Λυμπέρης. Διακρίνονται στο πρόσωπό του τα εγκαύματα, τα οποία προσπάθησε να αποδώσει σε ατύχημα με καμινέτο

Τη νύχτα της Δευτέρας 4 Ιανουαρίου 1972 οι τρεις άνδρες συναντήθηκαν σε μια ταβέρνα, όπου ο Λυμπέρης άρχισε ξανά να τους μιλά για τα σχέδιά του. Αφού κατανάλωσαν μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, αποφάσισαν να δράσουν. Ο Λυμπέρης είχε ήδη προμηθευτεί τρία μπιτόνια βενζίνης, τα οποία είχε βάλει στο αυτοκίνητό του. Στο δρόμο σταμάτησαν να πάρουν σπίρτα και κατευθύνθηκαν στο Χαλάνδρι. Στο δρόμο ο Αγγελόπουλος φέρεται να είπε στον Λυμπέρη ότι στο σπίτι ίσως να βρίσκονταν η γυναίκα του και τα παιδιά του. Τότε ο Λυμπέρης, με πρόσχημα ότι ήθελε να τους επισκεφθεί, τηλεφώνησε και ρώτησε την πεθερά του αν ήταν μόνη. Εκείνη του απάντησε καταφατικά, δε χρειαζόταν να πάει.

Λίγη ώρα μετά τα μεσάνυχτα, πάρκαραν σε ένα χωράφι κοντά στο σπίτι. Ο Λυμπέρης με τον Αγγελόπουλο μπήκαν στο σπίτι, με τα κλειδιά του Λυμπέρη, ενώ ο Καπρέτσος έμεινε στο αυτοκίνητο να ελέγχει. Αρχικά έβαλαν φωτιά στο δωμάτιο της πεθεράς. Ο θόρυβος ξύπνησε τη σύζυγο, η οποία όρμησε στον Λυμπέρη. Αφού πάλεψαν, ο Λυμπέρης την έσπρωξε στο δωμάτιό της, έβαλε φωτιά και κλείδωσε την πόρτα. Φεύγοντας κλείδωσαν και την εξώπορτα. Από το σπίτι ανασύρθηκαν νεκροί η πεθερά του Λυμπέρη, η Αντιγόνη Μάρκου 55 ετών, και τα δυο παιδιά του, η Παναγιώτα δυόμιση χρονών και ο Γιώργος ενός. Η σύζυγός του Βασιλική, 24 ετών, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου έχασε τη μάχη με τη ζωή 20 ώρες αργότερα.

Πριν πεθάνει, η Βασιλική πρόλαβε να πει: «Κοιμόμουνα και άκουσα θόρυβο. Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου και είδα τον άνδρα μου να σκορπά με ένα δοχείο βενζίνη. Μόλις με είδε, μου φώναξε πως θα πληρώσω για όλα. Του φώναξα πως είναι κακούργος και έβαλα τις φωνές, αλλά κανείς δεν με άκουγε. Με άρπαξε και με πέταξε στις φλόγες και με κρατούσε εκεί για να καώ ζωντανή. Έκλεισε και την πόρτα για να μην γλιτώσουμε».

Την επομένη το πρωί κόσμος είχε συγκεντρωθεί έξω από το σπίτι. Στον τόπο του εγκλήματος πήγε και ο ίδιος ο Λυμπέρης, ο οποίος είχε ειδοποιηθεί από τον πατέρα του. Έφερε ελαφρά εγκαύματα, αλλά δικαιολογήθηκε ότι τα έπαθε σε κάποιο ατύχημα με καμινέτο. Όμως, η κατάθεση της Βασιλικής είχε αρχίσει ήδη να γίνεται γνωστή και υπήρξε ένταση. Ο Λυμπέρης συνελήφθη και ύστερα από αντικρουόμενες καταθέσεις, παραδέχθηκε την ενοχή του. «Εγώ το έκανα αλλά δεν ήθελα να κάνω κακό στα παιδιά μου. Αιτία ήταν η πεθερά μου» είπε στην αστυνομία. Αμέσως μετά το Κακουργιοδικείο Αθηνών τον καταδίκασε τέσσερις φορές σε θάνατο, μία για κάθε θύμα.

Η υπόθεση Λυμπέρη πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη

Η εκτέλεση

Λέγεται ότι ο Λυμπέρης πριν ακόμα μάθει ότι την επομένη επρόκειτο να εκτελεστεί, ζήτησε από έναν δεσμοφύλακα μολύβι και χαρτί για να γράψει ένα σύντομο γράμμα αποχαιρετισμού προς τη μητέρα του. Στη συνέχεια παρακάλεσε να έλθει ο ιερέας της ενορίας για να τον κοινωνήσει. Εκεί, παρακάλεσε «να τον συγχωρέσουν ο Θεός και οι άνθρωποι».

Το επόμενο πρωί, στις 25 Αυγούστου 1972, οδηγείται στο εκτελεστικό απόσπασμα. Τριάντα στρατιώτες δηλώνουν πρόθυμοι να επανδρώσουν το δωδεκαμελές εκτελεστικό απόσπασμα. Ο Λυμπέρης ζητεί να του δέσουν τα μάτια, όπως και γίνεται. Από κάπου παρακολουθεί η μητέρα του. Έξι σφαίρες βρίσκουν στο κορμί του. Ήταν η σειρά του επικεφαλής υπολοχαγού να δώσει τη χαριστική βολή, αλλά δεν μπόρεσε και διέταξε έναν επιλοχία να τον αντικαταστήσει. Ήταν κι εκείνος ταραγμένος. Πήρε ένα αυτόματο όπλο, πλησίασε το πεσμένο σώμα του Λυμπέρη, έστρεψε το βλέμμα του αλλού και από τον εκνευρισμό του το όπλο εκπυρσοκρότησε τρεις φορές και οι τρεις σφαίρες παραμόρφωσαν το κρανίο του νεκρού.

Την ίδια μέρα επρόκειτο να εκτελεστεί στην Κέρκυρα ο συνεργός του Παύλος Αγγελόπουλος. Λόγω του νεαρού της ηλικίας του (18 ετών) η εκτέλεση της θανατικής ποινής ανεστάλη επ΄ αόριστον και τρία χρόνια μετά μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη.

Η ιστορία μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο και άρχισε να προβάλλεται στις 25 Σεπτεμβρίου 1972. Τίτλος της «Οι Σατανάδες της Νύχτας». Έκοψε 56.560 εισιτήρια.

Νίκος Γόδας. Ο περήφανος κομμουνιστής που εκτελέστηκε με τη φανέλα του Ολυμπιακού.

Μια από τις πλέον τραγικές μορφές του ελληνικού αθλητισμού ο Νίκος Γόδας, γεννήθηκε το 1921 στο Αϊβαλί και με τη Μικρασιατική καταστροφή βρέθηκε πρώτα στη Μυτιλήνη, μετά στην Κρήτη και τελικά στον Πειραιά, στην Παλιά Κοκκινιά. Από μικρό παιδί άρχισε να δουλεύει στην οικογενειακή ταβέρνα «Αραπάκια», στο υπόγειο του πατρικού, και η διέξοδος ήταν το ποδόσφαιρο. Είχε ξεχωρίσει για το ταλέντο του. Όταν μετά το χειμώνα της πείνας του ’41 άρχισε να αναπτύσσεται μια υποτυπώδης αθλητική δραστηριότητα, από την ομάδα της Κοκκινιάς μεταπήδησε σε αυτή του Ολυμπιακού. Παράλληλα, μπαίνει στην αντίσταση ως μέλος του 5ου Επίλεκτου Λόχου του ΕΛΑΣ στην Κοκκινιά.

«Αφιερωμένη στη μανούλα μου και στον πατέρα μου εις ένδειξη σεβασμού και αγάπης. Φυλακές Κέρκυρας 22/2/48». Η αφιέρωση της φωτογραφίας που έστειλε ο Νίκος Γόδας στους γονείς του λίγους μήνες πριν την εκτέλεσή του.

Το 1942 σκοράρει για πρώτη φορά ως ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού σε βάρος του Εθνικού και στη συνέχεια με αντίπαλο τον Απόλλωνα, ενώ το Μάιο του 1943 αγωνίζεται βασικός απέναντι στον Παναθηναϊκό στον τελικό ενός τουρνουά που διοργάνωσε ο Δήμος Πειραιά. Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου είναι από τους καλύτερους της ομάδας στον τελικό του Κυπέλλου Χριστουγέννων, όπου ο Ολυμπιακός κερδίζει με 5-2 τον Παναθηναϊκό.

Την ίδια ώρα, ο Γόδας πρωταγωνιστεί και στις μάχες της αντίστασης. Στη μάχη της «Ηλεκτρικής» στο Κερατσίνι, βρισκόταν στα πολυβολεία. Στην πρώτη γραμμή και στη μάχη της Κοκκινιάς, την 7η Μαρτίου του 1944. Μετά, στα Δεκεμβριανά, πολέμησε τους Άγγλους στις μάχες της Δραπετσώνας, του Προφήτη Ηλία και στο νεκροταφείο της Ανάστασης στον Πειραιά, όπου η μονάδα του Γόδα καταγράφει πολλές απώλειες. Με την αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από την Αθήνα και τον Πειραιά, ο Γόδας πηγαίνει στο Βελούχι. Αρχές του 1945 παθαίνει πνευμονία και επιστρέφει στον Πειραιά. Κάποιοι τον κάρφωσαν και συλλαμβάνεται. Πρώτα μεταφέρεται στις φυλακές της Αίγινας όπου συνεχίζει να παίζει ποδόσφαιρο με άλλους φυλακισμένους. Και μετά στις φυλακές της Κέρκυρας. Στις 13 Ιουλίου του 1945 ο Νίκος Γόδας και άλλοι 10 συναγωνιστές του καταδικάζονται σε θάνατο. Αρνείται να υπογράψει δήλωση μετανοίας και τα ξημερώματα της 19ης Νοεμβρίου του 1948 οδηγείται στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Τον ρώτησαν για την τελευταία του επιθυμία και αυτή ήταν να εκτελεστεί με την ερυθρόλευκη φανέλα. Αφήνει κι ένα σημείωμα για τους δικούς του: «Θέλω να ζήσετε καλά. Πεθαίνω για την πατρίδα και τα ιδανικά μου. Αν κάνετε γιο, να του δώσετε το όνομά μου». Η τελευταία του φράση προς τους συγκρατούμενούς του είναι «νενικήκαμεν, ζήτω οι ολυμπιονίκες του σοσιαλισμού, γεια σας συναθλητές μου». Τον μεταφέρουν στο Λαζαρέτο, ένα νησάκι έξω από το λιμάνι της Κέρκυρας, ο Γόδας είναι 27 χρονών. Δεν θέλει να του δέσουν τα μάτια. Ο επικεφαλής του αποσπάσματος διατάζει πυρ.

Οι Δυτικογερμανοί serial killers που σκότωσαν έξι ανθρώπους

Οι Δυτικογερμανοί Χανς Μπασενάουερ και Χέρμαν Ντουφτ, σεσημασμένοι από την Ιντερπόλ για ληστείες και επιθέσεις στη Δυτική Γερμανία, τη Μασσαλία και τη Νάπολη, έφτασαν στην Ελλάδα οδικώς στις 19 Φεβρουαρίου 1969 και μέσα σε 40 ημέρες πρόλαβαν να σκοτώσουν έξι ανθρώπους. Αυτά είναι τα εγκλήματά τους. 

Στις 5 Μαρτίου στους Αγίους Θεοδώρους Θηβών, σε πρατήριο βενζίνης, σκοτώνουν τον ιδιοκτήτη του, Νικόλαο Κανάρη, 35 ετών, καθώς και τον στρατιώτη Κωνσταντίνο Κούλη, 22 ετών, που τους παρακάλεσε, αν πάνε προς Αθήνα, να τον πάρουν μαζί τους. Τραυμάτισαν σοβαρά και τον 30χρονο υπάλληλο του πρατηρίου Αναστάσιο Γκιζίνο. Λίγες ημέρες μετά, στις 13 Μαρτίου, μπήκαν στη βίλα του 50χρονου Ελληνοαμερικανού χρηματιστή Παντελή Αθηναίου, στη Βούλα, με σκοπό να τον ληστέψουν. Τον σκότωσαν με ένα ρόπαλο. Στις 7 Απριλίου, στο Μεγάλο Καβούρι, λήστεψαν και σκότωσαν τον 34χρονο ταξιτζή Ιωάννη Φραγκιαδάκη. Τον είχαν πάρει από το Χίλτον και με το ταξί του επέστρεψαν στο Χίλτον. Στις 10 Απριλίου, στο 41ο χιλιόμετρο Αθηνών - Λαμίας, στη Μαλακάσα, λήστεψαν και έσφαξαν τον 40χρονο υπάλληλο πρατηρίου βενζίνης Ιωάννη Τσουτσάνη. Την επόμενη μέρα οι δύο Δυτικογερμανοί ξεκίνησαν για την Πάτρα. Στον δρόμο τους προσπέρασε μία BMW με γερμανικές πινακίδες, που οδηγούσε ο 40χρονος μετανάστης στη Γερμανία Γεώργιος Παπαγεωργίου. Στο 51ο χιλιόμετρο Αθηνών - Κορίνθου, στην Κινέττα, του έκαναν νόημα να σταματήσει, δήθεν για να του ζητήσουν βοήθεια. Και τον εκτέλεσαν. Οι δύο άνδρες, γυρνώντας στην Αθήνα, άφησαν τη Μερσεντές και κυκλοφορούσαν με την BMW. Πάρκαραν τη Μερσεντές κάπου στο Χαϊδάρι. Η δασκάλα Μαρία Ζαμπουράκη, βγαίνοντας από το σπίτι της, είδε παρκαρισμένη τη Μερσεντές με τις γερμανικές πινακίδες και το σπασμένο φανάρι, κάτι υποψιάστηκε και τηλεφώνησε στην αστυνομία. Όταν οι δύο εγκληματίες γύρισαν για να πάρουν το αυτοκίνητο, έπεσαν σε ενέδρα των αστυνομικών, συνελήφθησαν, ομολόγησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο. 

Αριστερά ο Χανς Μπασενάουερ, δεξιά ο Χέρμαν Ντουφτ

Εκτελέστηκαν και οι δυο στις 15 Δεκεμβρίου του 1969. Στην Αίγινα ο Μπασενάουερ, με δεμένα μάτια και λυγμούς. Στην Κέρκυρα ο Ντουφτ, ο οποίος αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια, ρώτησε αν το πτώμα του θα μεταφερθεί στη Γερμανία και αποχαιρέτισε το εκτελεστικό απόσπασμα στα ελληνικά, λέγοντάς τους «γεια σας, γεια σας».

Οι δυο Γερμανοί ήταν υδραυλικοί στο επάγγελμα. Ο Μπασενάουερ ήταν παντρεμένος και πατέρας τριών παιδιών. Λέγεται πως η γυναίκα του έκανε απόπειρα αυτοκτονίας όταν έμαθε για τα εγκλήματα του συζύγου της. Ο Ντουφτ υπηρέτησε στη Λεγεώνα των Ξένων στον γαλλο-αλγερινό πόλεμο. Λένε πως ο Μπασενάουερ ήταν πειθήνιο όργανο του Ντουφτ. Όταν εκτελέστηκαν ήταν και οι δύο 32 ετών.


Διάφορες πληροφορίες για τη θανατική ποινή στην Ελλάδα και τον κόσμο

Η τελευταία εκτέλεση θανατοποινίτη στην Ελλάδα έγινε το 1972. Επισήμως καταργήθηκε το 1993, κάτι που επιβεβαιώθηκε και στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001.

Η τελευταία καταδίκη στην εσχάτη των ποινών ήταν το 1977 από το Κακουργιοδικείο Κρήτης για ανθρωποκτονία (χωρίς ποτέ να εκτελεστεί).

Από το 1960 μέχρι το 1972 καταδικάστηκαν στην Ελλάδα σε θάνατο 30 άνθρωποι για ανθρωποκτονίες, 7 για ληστείες μετά φόνου κι ένας για ανθρωποκτονία και απόπειρα βιασμού.

Στην ιστορία έμειναν η εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη, ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ, αγωνιστή της εθνικής αντίστασης κατά των Γερμανών και στέλεχος του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας το 1952, με την κατηγορία της κατασκοπείας. Επίσης, η εκτέλεση των πρωταιτίων της Μικρασιατικής καταστροφής του 1922. Τότε, στο απόσπασμα οδηγήθηκαν οι πρώην πρωθυπουργοί Δημήτρης Γούναρης, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης και Νικόλαος Στράτος, ο Νικόλαος Θεοτόκης, υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη), ο Γεώργιος Μπαλτατζής, υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη και ο Γεώργιος Χατζανέστης, αντιστράτηγος και αρχιστράτηγος Μικράς Ασίας και Θράκης.

Διάφορες μέθοδοι θανατικής ποινής από την αρχαιότητα έως και σήμερα, σε κάποιες περιπτώσεις και σε ορισμένες χώρες του κόσμου, ήταν: βρασμός (σε νερό ή λάδι), ταφή (ζωντανός/ή), στην πυρά, σταύρωση, σύνθλιψη, διαμελισμός, γδάρσιμο, ανασκολοπισμός, δηλητηρίαση, πριόνισμα, λιθοβολισμός, στο λάκκο με τα φίδια, στα άγρια θηρία, εκπαραθύρωση, αποκεφαλισμός. Αργότερα, επικράτησαν ο τυφεκισμός, η ηλεκτρική καρέκλα, ο θάλαμος αερίων. 

Στην Ευρώπη η εκτέλεση δια απαγχονισμού θεωρούνταν εξευτελιστική. Αντιθέτως, ο αποκεφαλισμός ήταν για τους αριστοκράτες.

Στην Ελλάδα μετά το 1913 δεν έγινε ξανά εκτέλεση στη λαιμητόμο, ενώ από το 1931 καθιερώθηκε ως αποκλειστικός τρόπος εκτέλεσης ο τυφεκισμός.

Το 2015 η Διεθνής Αμνηστία κατέγραψε δραματική αύξηση στις εκτελέσεις παγκοσμίως. Εκτελέστηκαν τουλάχιστον 1.634 άνθρωποι. Οι πέντε κορυφαίες χώρες- εκτελεστές στον κόσμο ήταν με τη σειρά η Κίνα, το Ιράν, το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία και οι ΗΠΑ.

Συνολικά, 140 κράτη σε όλο τον κόσμο έχουν καταργήσει τη θανατική με νόμο ή στην πράξη. Το 2015 κατήργησαν πλήρως τη θανατική ποινή από τη νομοθεσία τους τα νησιά Φίτζι, η Μαδαγασκάρη, η Δημοκρατία του Κονγκό και το Σουρινάμ.

Το 2015 στις ΗΠΑ έγιναν 28 εκτελέσεις, ο χαμηλότερος αριθμός από το 1991, ενώ σε 18 Πολιτείες έχει καταργηθεί η θανατική ποινή.

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα ενάντια στη θανατική ποινή αποτελεί το ενδεχόμενο δικαστικής πλάνης, άρα και η εκτέλεση ενός αθώου.