Ελλαδα

Δίκη Marfin: Ζήσαμε με την αγωνία του θανάτου για πολλή ώρα

Καταθέτουν όσοι έζησαν τον εφιάλτη πριν από έξι χρόνια στο υποκατάστημα της Σταδίου

Newsroom
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πρώτη ημέρα δίκης στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας για τον εμπρησμό στο υποκατάστημα της τράπεζας Marfin στην Σταδίου και στο απέναντι βιβλιοπωλείο Ιανός, που έκοψε το νήμα της ζωής σε τρεις ανθρώπους, μεταξύ των οποίων μία έγκυος γυναίκα τεσσάρων μηνών.

Στο εδώλιο δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατά περίσταση σειρά αδικημάτων, μεταξύ των οποίων, ανθρωποκτονία από πρόθεση, απόπειρα ανθρωποκτονίας, έκρηξη, κατασκευή και κατοχή εκρηκτικής βόμβας. Οι δύο κατηγορούμενοι αρνήθηκαν την οποιαδήποτε ανάμειξη στον εμπρησμό, λέγοντας μάλιστα ότι καταδικάζουν την ενέργεια. Ειδικότερα, ο δεύτερος δήλωσε πως δεν ήταν καν στη διαδήλωση κατά του μνημονίου αλλά στην εργασία του.

Οι γονείς της εγκύου Αγγελικής Παπαθανασοπούλου ανέβηκαν στο βήμα του μάρτυρα, χωρίς όμως να θελήσουν να μιλήσουν. Ιδιαίτερα συγκινημένος ο Ζαχαρίας Παπαθανασόπουλος επιχείρησε να περιγράψει με ποιον τρόπο έμαθε το χαμό της κόρης του από τον ανιψιό του. Παράσταση πολιτική αγωγής δήλωσαν και οι συγγενείς των άλλων δύο εκλιπόντων, Επαμεινώνδα Τσάκαλη και Παρασκευής Ζούλια.

Στις καταθέσεις τους, οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της Marfin, «ξαναέζησαν» τις δραματικές στιγμές κατά τη διάρκεια της εμπρηστικής επίθεσης, αλλά και τις αγωνιώδεις προσπάθειες να σωθούν από τις φλόγες και τον πυκνό καπνό που είχε δημιουργήσει συνθήκες ασφυξίας στο κτήριο. 

«Ζήσαμε την αγωνία του θανάτου πάρα πολλή ώρα,  δεν ξέραμε αν θα ζούμε στα επόμενα 5 λεπτά. Αναρωτιόμασταν, γιατί δεν βλέπουμε την πυροσβεστική, άκουσα μετά ότι εμποδίστηκε από κάποιους διαδηλωτές. Θυμάμαι ότι μας έβριζαν, περπατούσαν και μας φώναζαν "να καείτε, να καείτε"», υποστήριξε στην κατάθεσή του υπάλληλος της τράπεζας.

Στην ύπαρξη ενός ατόμου μεταξύ του πλήθους στην οδό Σταδίου που μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς φαινόταν ότι έριχνε κάποιο υγρό το οποίο αναζωπύρωνε τη φωτιά, αναφέρθηκε άλλος υπάλληλος, που βρισκόταν στο μπαλκόνι προσπαθώντας να σωθεί. Όπως είπε στην κατάθεσή του, «προσπάθησα να κατέβω στο ισόγειο για να σβήσω τη φωτιά. Είδα φλόγες που έγλειφαν το ισόγειο και ανέβηκα πάνω. Στο μπαλκόνι, στο 2ο όροφο ήταν 2 συνάδελφοι, και μου είπαν "αυτοί έρχονται και πετάνε κι άλλο". Έσκυψα και είδα κάποιον στο σημείο που είχε σπάσει η τζαμαρία, που κρατούσε κάνιστρο και κάτι έριχνε, ή έτσι φαινόταν. Το έκανε  2-3 φορές και όταν έφευγε ξαναφούντωνε η φωτιά. Φορούσε μαύρα ρούχα, ήταν νεαρός μετρίου αναστήματος καλοντυμένος, θα μπορούσε να ήταν φοιτητής, 20 -22 χρονών. Μας κοιτούσε και μας έκανε άσεμνη χειρονομία». Το δικαστήριο διέκοψε για τις 14 Οκτωβρίου.