Ελλαδα

Αγάπα τη «σχεδία» ως τον πλησίον σου!

Με τη «σχεδία» στους δρόμους

Στέφανος Τσιτσόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 556
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Στέφανος Τσιτσόπουλος, από τα γραφεία της A.V. στη Θεσσαλονίκη, βγήκε μια μέρα στο δρόμο σαπορτάροντας μετά από πρόσκληση-πρόκληση τη δράση της «σχεδίας». Ένιωσε πλήρης, χαρούμενος μα και αμήχανος κάποιες στιγμές. Και μας έγραψε για την εμπειρία της ζωής, από την πλευρά εκείνων όμως που το Σάββατο δεν κάνουν σόπινγκ.

Η Μαρία τελείωσε οικονομικά, μα λόγω κρίσης δεν μπόρεσε να βρει δουλειά. Πηγαινοέρχεται κάθε μέρα στο κέντρο της πόλης με το ποδήλατο, στέκεται στο πόστο της βουβή και μετρά την καλοσύνη των ανθρώπων και την αλληλεγγύη των περαστικών που αγοράζουν τη «σχεδία». Το περασμένο Σάββατο, μετά από πρόσκληση του περιοδικού δρόμου, φόρεσα το κόκκινο γιλέκο και δίπλα στη Μαρία στάθηκα κι εγώ στο πόστο που μου όρισαν, για να βοηθήσω εθελοντικά, εννοείται, τις πωλήσεις.

Μητροπόλεως και Αγίας Σοφίας, Θεσσαλονίκη, ώρα αιχμής, 12 με 1 το μεσημέρι, τότε που η πόλη παραδοσιακά κατεβαίνει για καφέδες, σόπινγκ και λοιπά ξέγνοιαστα που κάνουν οι άνθρωποι το weekend. Όχι όλοι, μα οι τυχεροί. Αυτοί που τους περισσεύουν, ξοδεύουν, χαίρονται και καταναλώνουν.

Σχετικά με τη «σχεδία»: Κοστίζει 3 ευρώ και από αυτά το 1,5 πηγαίνει κατευθείαν στον πωλητή. Άστεγοι, άνεργοι, άνθρωποι που ζούνε κάτω από το όριο της φτώχειας καταφέρνουν έτσι να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα αλλά και ένα κίνητρο ζωής, όπως και ένα μέσο επανένταξης και αρμολόγησης μιας νέας αρχής.

Σχετικά με τη Μαρία: «Ζω στη Νεάπολη, οι γονείς μου δεν μπορούν να με στηρίξουν οικονομικά και από τα πέντε με δέκα τεύχη που πουλώ την ημέρα κερδίζω ένα αξιοπρεπές ποσό για τα έξοδά μου». Της Μαρίας επομένως δεν της περισσεύουν, δεν καταναλώνει, δεν σκορπά αλόγιστα τα λίγα της ευρώ από εδώ κι από εκεί. Ναι, νεόπτωχη και πένητας είναι η φίλη μου, που μόλις γνώρισα.

Σχετικά με εμένα: Όλη την εβδομάδα έκανα πρόβες, τι θα λέω, πώς θα κεντρίσω το ενδιαφέρον, πώς θα προπαγανδίσω και πώς θα καταφέρω τους διερχόμενους να μου δώσουν όχι μόνο τρία ευρώ μα και να συνεχίσουν κάθε μήνα να σαπορτάρουν τα παιδιά που το πουλούν. Μη με πεις ούτε φιλάνθρωπο, ούτε ιππότη, ούτε χορηγό, σκέτο άνθρωπο πες με, μα και φανατικό αναγνώστη του περιοδικού –δεν έχω χάσει τεύχος του– που απλώς το περασμένο Σάββατο ένιωσε την ηθική υποχρέωση και το καθήκον να συντρέξει.

Εξήγησα στη Μαρία τη στρατηγική των πωλήσεων και το μαρκετινίστικο πλάνο μου, κάνοντας σ’ αυτήν πρώτα πρόβα τα λόγια μου: «Στη “σχεδία” που κυκλοφορεί, διαβάστε πρώτοι όλες τις νέες τάσεις της σεζόν, γιατί τρέντι είναι η αλληλεγγύη και νέα τάση, επιτέλους, ο σεβασμός και η αξιοπρέπεια». «Σαν να πουλάς περιοδικό μόδας!» ανταπάντησε. Ακριβώς. Αυτός ήταν ο στόχος μου. Λόγω του σημείου, κομβικό μονοπάτι διαβατών που λίγο αργότερα θα κυκλοφορούσαν με σακούλες ρούχων, γκάτζετ ή συσκευών τεχνολογίας, θεώρησα πως η σωστότερη προσέγγιση θα ήταν αυτή του πωλητή-τρεντ σέτερ. «Σάββατο, ιδανικός καιρός για σόπινγκ! Αγοράστε τη “σχεδία”, το μόνο περιοδικό που ξέρει πως αληθινή μόδα είναι να νοιάζεσαι, να σταματάς και να μην προσπερνάς ούτε και να βιάζεσαι».

Η Μαρία με κοιτούσε δύσπιστα. Αυτή, βλέπεις, πουλά το περιοδικό της βουβά. Ίσως ντρέπεται και γι’ αυτό δεν φωνασκεί. Ίσως δεν έχει το σθένος, ούτε σωματικό ούτε ψυχικό, για να προωθήσει σαν ντελάλης-γελωτοποιός στην αυλή του βασιλιά, όπως η αφεντιά μου, την πραμάτεια της. Όμως το κόλπο θεωρώ πως έπιασε! Πέρα δηλαδή από όσους ήξεραν για το χάπενινγκ της ημέρας, πως δηλαδή καμιά δεκαριά επώνυμοι Θεσσαλονικείς θα συντρέχαμε ώστε το μήνυμα της «σχεδίας» να φτάσει σε ακόμα περισσότερους, που δεν έχουν γνώση περί της ύλης, της σημασίας και της χειρονομίας μέσω της αγοράς κάθε τεύχους, το τάργκετ γκρουπ μου ήταν οι ανέμελοι! Σε τούτους προσδοκούσα να φτάσει το μήνυμα. Στα νέα ζευγάρια που έψαχναν για βέρα στα κοσμηματοπωλεία. Στους φραπεδαριστές και τους καπουτσινίστας, που επειγόντως έπρεπε να μάθουν πόση αξία έχει πέρα από το σνίκερ το καινούργιο ή τα ακουστικά για το κινητό που θα αγόραζαν, το να διαβάσουν και να μυηθούν στο κόνσεπτ δρόμος - ενημέρωση - αλληλοβοήθεια. Στις χαρωπές οικογένειες που βγήκαν στην πόλη για να την περπατήσουν και να τη χαρούν, σκαλώνοντας σε τσίπουρα και οίνους εσοδείας. Σε όλους αυτούς που μπορούν, γεροί να είναι, να γεύονται και να κάνουν πράγματα που δεν μπορεί να κάνει η Μαρία.

Κι έτσι έμαθα πολλά το περασμένο Σάββατο. Που άλλοι σταμάτησαν και αγόρασαν το τεύχος κι άλλοι απέτρεψαν το βλέμμα τους κι ας έβγαζε μάτι το κόκκινο γιλέκο μου: δεν είναι ίδιοι όλοι οι άνθρωποι και δεν έπιασε σε όλους η μαρκετινίστικη στρατηγική μου, πολύ δε περισσότερο σε νέα παιδιά που υποτίθεται ότι νοιάζονται περισσότερο. Ναι, για τον εαυτό τους και τίποτα άλλο. Συγχωρέστε με αν ακούγομαι σκληρός, μα δεν υπάρχει χώρος στον καθρέφτη τους για καμιά Μαρία και καμιά «σχεδία», σέλφηδες όνομα και πράμα. Δεν πειράζει, γιατί για όλους πάει το «σας ευχαριστώ» μου. Και σε σας που σταματήσατε και στους άλλους που απλώς προσπεράσατε ψυχροί και αυτοσυγκεντρωμένοι, απορροφημένοι στο είναι σας και στοχοπροσηλωμένοι αυστηρώς στο εγώ σας.

«Βλέπεις!», παρατηρεί η Μαρία, όταν της εξομολογούμαι πόσο με εντυπωσιάζει η αδράνεια και η νωχέλεια των περαστικών. «Άσχετα από το γιλέκο-σήμα, ορατό από απόσταση, δεν φτάνει μόνο του για να κινητοποιήσεις το αλάρμ και τα ευγενή ανθρώπινα ένστικτα. Καμιά φορά νιώθω εντελώς αόρατη, σκέψου εσύ που το βροντοφωνάζεις και δεν δίνουν σημασία, σε ξέρουν, είσαι κάποιος και δεν σταματούν, ενώ εγώ ένα σκέτο πλάσμα».

Έμαθα πολλά για την πόλη το περασμένο Σάββατο. Για την καλοσύνη των κυριών και τη στοργή των κυρίων, την αγνότητα των μικρών παιδιών και τη συμπόνια των νεαρών ηλικιών που συντρέχουν άδολα και με ειλικρίνεια. Των Θεσσαλονικέων δηλαδή που σταμάτησαν, αγόρασαν, γνώρισαν τη Μαρία και από το επόμενο τεύχος, που θα το πουλά πάλι μόνη της χωρίς τον «επώνυμο» καραγκιοζάκο της (σχώρα με, Μαρία, αλλά επιστράτευσα όλα τα μέσα), πάλι θα το παίρνουν. Τρία ευρώ, συνάνθρωποι, τρία ευρώ, Νόμπελ ανθρωπιάς κάθε μέρα, σε κάθε αβοήθητο, τρία ευρώ, ώστε έτσι όλοι να πάνε στην ευχή του Θεού. Με ακούς ή τζάμπα ξελαρυγγίζομαι; Δεν πειράζει, θα το ξαναπώ: «Διαβάζετε, διαδίδετε, υποστηρίξτε τη “σχεδία”, το μόνο περιοδικό που γνωρίζει και ορίζει το στιλ. Άνθρωποι, δηλαδή, και Μαρίες πάνω από όλα».