Κοσμος

Ενδιάμεσες εκλογές ΗΠΑ: Το (αργό) τέλος του πολιτικού εκχυδαϊσμού

Η Αμερική δεν ξύπνησε ξαφνικά σε μια νέα εποχή πολιτικής ευγένειας. Αλλά η κάλπη έδειξε ότι –ακόμα και σε μια βαθιά πολωμένη κοινωνία– η πολιτική υπερβολή δεν είναι ανεξάντλητος πόρος. 

Νίκος Μηλαπίδης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ αποδοκιμάζουν τον Τραμπ και αναδεικνύουν τα όρια του πολιτικού εκχυδαϊσμού, της πόλωσης και της επικοινωνιακής υπερβολής.

Κάποιες εκλογικές βραδιές αλλάζουν τον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων. Κάποιες εκλογικές βραδιές, όμως, αποκαλύπτουν και ότι κάτι βαθύτερο έχει αρχίσει να μεταλλάσσεται στους κόλπους της κοινωνίας. Οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου φαίνεται να ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.

Η Αμερική δεν γύρισε απλώς την πλάτη στον Ντόναλντ Τραμπ. Έστειλε ένα μήνυμα για τα όρια της πολιτικής ως «θεάματος», τα όρια της χυδαιότητας ως επικοινωνιακού όπλου και της αδιάκοπης έντασης ως τρόπου διακυβέρνησης.

Η επικράτηση των Δημοκρατικών, με την ανάκτηση της πλειοψηφίας τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία, συνιστά μια ηχηρή πολιτική αποδοκιμασία του Ντόναλντ Τραμπ και της πολιτικής του κυριαρχίας. Δεν πρόκειται μόνο για την απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου. Πρόκειται για ένα εκλογικό μήνυμα που αφορά την ίδια τη φυσιογνωμία της πολιτικής εξουσίας στην Αμερική.

Για μία, σχεδόν, δεκαετία, ο τραμπισμός οικοδόμησε ένα ιδιαίτερο πολιτικό μοντέλο. Υπήρξε κάτι περισσότερο από μια συντηρητική πολιτική πρόταση. Υπήρξε ένα συνολικό πολιτισμικό και επικοινωνιακό φαινόμενο που έφτασε στο σημείο να μετατρέψει την πολιτική σε «θέαμα», επιβάλλοντας την αισθητική της χυδαιότητας. Η «πρόκληση» έγινε στρατηγική. Η «προσβολή» έγινε επικοινωνία. Η «υπερβολή» έγινε κανονικότητα.

Ο Τραμπ δεν επιχείρησε απλώς να αλλάξει την αμερικανική πολιτική. Άλλαξε σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο με τον οποίο αυτή παρουσιάζεται, καταναλώνεται και αναπαράγεται. Η δημόσια αντιπαράθεση μετατράπηκε σε μία αδιάκοπη παράσταση, ένα «reality show» χωρίς διάλειμμα, όπου η ένταση έχει μεγαλύτερη σημασία από τον λόγο και η προσωπική σύγκρουση συχνά υποκαθιστά την πολιτική πρόταση.

Στην Αμερική του Τραμπ, ο πολιτικός ηγέτης δεν χρειάζεται πια να πείθει με επιχειρήματα. Αρκεί να κυριαρχεί με την επιβλητική παρουσία του· να προκαλεί, να προσβάλλει, να αιφνιδιάζει, να καταλαμβάνει τον δημόσιο χώρο. Η επιθετικότητα παρουσιάστηκε ως αυθεντικότητα, η αγένεια ως ειλικρίνεια, η περιφρόνηση των θεσμών ως απόδειξη αντισυστημικής τόλμης και –το χειρότερο– η διαρκής παραγωγή εχθρών ως αναγκαία προϋπόθεση πολιτικής συσπείρωσης.

Δυστυχώς, η λογική αυτή δεν περιορίστηκε στην Αμερική. Εξήχθη ως πολιτικό προϊόν, αντιγράφηκε από ηγέτες, αποτέλεσε πρότυπο για πολιτικούς σχηματισμούς άλλων χωρών και βρήκε πρόσφορο έδαφος σε κοινωνίες που είχαν κουραστεί από την παραδοσιακή πολιτική γλώσσα. Η επιτυχία της βασίστηκε σε μία απλή αλλά ισχυρή παραδοχή: Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, η «εντύπωση» αξίζει περισσότερο από την αξιοπιστία και η «οργή» κινητοποιεί περισσότερο απ’ ό,τι η λογική.

Όμως, η πολιτική δεν μπορεί να παραμένει επ’ αόριστον όμηρος της επικοινωνιακής της υπερβολής. Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη σημασία της χθεσινής εκλογικής αναμέτρησης. Η ίδια η κάλπη έθεσε τα όρια.

Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι δεν προσήλθαν στις κάλπες για να δώσουν ένα μάθημα αισθητικής ή καλών τρόπων. Η οικονομία, το κόστος ζωής, ο πόλεμος με το Ιράν και η λειτουργία της κυβέρνησης βρέθηκαν στο επίκεντρο των ανησυχιών τους. Οι δημοσκοπικές μετρήσεις της εκλογικής βραδιάς κατέγραψαν, επίσης, την ισχυρή δυσαρέσκεια για την πορεία της χώρας και το αναντίρρητο αίτημα για ενίσχυση των θεσμικών ελέγχων στην προεδρική εξουσία.

Ωστόσο, θα ήταν λάθος να αντιμετωπίσουμε το αποτέλεσμα ως μία απλή αριθμητική τιμωρία της κυβερνητικής πολιτικής. Η πολιτική συμπεριφορά ενός ηγέτη δεν είναι αποκομμένη από την πολιτική του αποτελεσματικότητα. Ο τρόπος με τον οποίο απευθύνεται στους πολίτες του, ο τρόπος που αντιμετωπίζει τους αντιπάλους του, ο τρόπος που αναφέρεται στους θεσμούς και αντιλαμβάνεται την εξουσία, αποτελούν μέρος της πολιτικής του πρότασης.

Κάποια στιγμή, η διαρκής σύγκρουση μπορεί να πάψει να λειτουργεί ως εργαλείο συσπείρωσης και να μετατραπεί σε παράγοντα πολιτικής κόπωσης. Και αυτό ακριβώς, είναι ένα από τα πιθανά μηνύματα της αμερικανικής κάλπης.

Παρ’ όλα αυτά, χρειάζεται προσοχή στις εύκολες αναγνώσεις, καθώς το χθεσινό εκλογικό αποτέλεσμα δεν μεταφράζεται μόνο ως μία νίκη των Δημοκρατικών. Η εκλογική ήττα του τραμπισμού δεν ισοδυναμεί, αυτομάτως, με μια συνολική ιδεολογική μεταστροφή της αμερικανικής κοινωνίας, ούτε συνιστά λευκή επιταγή προς τους Δημοκρατικούς. Το ίδιο το Δημοκρατικό Κόμμα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές εσωτερικές αντιθέσεις, αναζητώντας μια συνεκτική πολιτική ταυτότητα και μια πειστική απάντηση στις οικονομικές και κοινωνικές ανασφάλειες των πολιτών.

Οι ψηφοφόροι δεν επιβραβεύουν κατ' ανάγκην ένα ολοκληρωμένο εναλλακτικό όραμα. Μπορεί, απλώς, να θέτουν φραγμό σε μια πολιτική εξουσία που θεωρούν ότι έχει υπερβεί τα όρια της θεσμικής και κοινωνικής ανεκτικότητας. Και αυτή η διάκριση έχει σημασία. Διότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί ως διαγωνισμός δημοφιλίας προσώπων. Λειτουργεί ως σύστημα περιορισμού της εξουσίας, εναλλαγής των κυβερνώντων και διαρκούς λογοδοσίας.

Και αυτό ακριβώς υπενθύμισε η χθεσινή αμερικανική εκλογική αναμέτρηση.

Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της συγκυρίας να μην είναι η πολιτική υποχώρηση του Τραμπ, αλλά το ενδεχόμενο να έχει αρχίσει να εξαντλείται η κοινωνική ανοχή απέναντι σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό ύφος.

Σίγουρα, η δημοκρατία δεν απαιτεί ευγένεια από όλους τους πολιτικούς της εκπροσώπους. Απαιτεί, όμως, στοιχειώδη σεβασμό στην αλήθεια, στους θεσμούς, στον πολιτικό αντίπαλο και στους κανόνες της δημόσιας αντιπαράθεσης. Δεν απαιτεί ομοφωνία· απαιτεί τη δυνατότητα της διαφωνίας χωρίς την απαξίωση του άλλου. Δεν απαιτεί πολιτική χωρίς πάθος· απαιτεί πάθος που να μην ακυρώνει τη λογική. Δεν απαιτεί ηγέτες χωρίς ισχυρή προσωπικότητα· απαιτεί ηγέτες που να κατανοούν ότι η δημόσια εξουσία δεν είναι ιδιωτική σκηνή και ότι η κοινωνία δεν είναι το ακροατήριο μιας προσωπικής παράστασης.

Ο εκχυδαϊσμός της πολιτικής δεν θα υποχωρήσει επειδή χάθηκαν κάποιες εκλογικές αναμετρήσεις. Έχει βαθύτερες ρίζες. Σε ένα περιβάλλον διάχυτης οικονομικής ανασφάλειας, κρίσης εμπιστοσύνης, κοινωνικής πόλωσης και αποδυνάμωσης των παραδοσιακών θεσμών διαμεσολάβησης, ο εκχυδαϊσμός τρέφεται και ενισχύεται. Σε μια εποχή όπου η ψηφιακή οικονομία της προσοχής επιβραβεύει τον εντυπωσιασμό, την πρόκληση και την υπερβολή, ο εκχυδαϊσμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να αναπαραχθεί και να κυριαρχήσει στον δημόσιο λόγο.

Γι' αυτό και το τέλος του, αν πράγματι έχει αρχίσει, δεν μπορεί παρά να είναι αργό, άνισο και αβέβαιο. Μπορούμε, άραγε, να ελπίζουμε στην επιστροφή του μέτρου;

Η Αμερική δεν ξύπνησε ξαφνικά σε μια νέα εποχή πολιτικής ευγένειας. Δεν εξαφανίστηκαν οι διχασμοί της ούτε θεραπεύτηκαν οι κοινωνικές της αντιθέσεις. Αλλά η κάλπη έδειξε ότι –ακόμα και σε μια βαθιά πολωμένη κοινωνία–  η πολιτική υπερβολή δεν είναι ανεξάντλητος πόρος. Και ίσως, τελικά, αυτή να είναι η πιο ενδιαφέρουσα ανάγνωση της 3ης Νοεμβρίου: Όχι ότι τελείωσε ο τραμπισμός. Αλλά ότι για πρώτη φορά, έπειτα από χρόνια, τίθεται με τόσο εμφατικό τρόπο το ερώτημα αν η πολιτική μπορεί να ξαναγίνει κάτι περισσότερο από θόρυβος, θυμός και διαρκής παράσταση.

Η δημοκρατία δεν χρειάζεται λιγότερη ένταση· χρειάζεται περισσότερο περιεχόμενο. Δεν χρειάζεται λιγότερη σύγκρουση· χρειάζεται σαφείς κανόνες και όρια. Και, πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να ξαναβρεί την αξιοπρέπεια του δημοσίου λόγου.

Το τέλος του πολιτικού εκχυδαϊσμού δεν ανακηρύσσεται με εκλογικά αποτελέσματα. Κάποιες φορές, όμως, αρχίζει από αυτά.