Κοσμος

Νόμπελ Οικονομικών 2026: Η σημασία των προσδοκιών στη χάραξη οικονομικής πολιτικής

Η συμβολή των φετινών νικητών στη σύνδεση των ατομικών οικονομικών αποφάσεων με τη συνολική πορεία της οικονομίας

Χρήστος Λούκας
Χρήστος Λούκας
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Νόμπελ Οικονομικών 2026: Η σημασία των προσδοκιών στη χάραξη οικονομικής πολιτικής
12.10.2026, Στοκχόλμη. Αξιωματούχοι ανακοινώνουν τους φετινούς νικητές του Βραβείου Νόμπελ Οικονομίας, Ρόμπερτ Ε. Χολ και Μάικλ Γούντφορντ © Atila Altuntas/Anadolu via Getty Images

Νόμπελ Οικονομικών 2026: Πώς ο Ρόμπερτ Χολ και ο Μάικλ Γούντφορντ συνέβαλαν στην κατανόηση της οικονομικής σταθεροποίησης και στον σχεδιασμό της σύγχρονης νομισματικής πολιτικής

Ανακοινώθηκε στις 12/10 το Νόμπελ Οικονομικών για το 2026, με φετινούς νικητές τον Ρόμπερτ Ε. Χολ από το Πανεπιστήμιο του Stanford και τον Μάικλ Γούντφορντ από το Πανεπιστήμιο Columbia. Η αιτιολογία: η συμβολή τους στην κατανόηση «των μικροοικονομικών θεμελίων της μακροοικονομικής σταθεροποίησης», σύμφωνα με τη Βασιλική Σουηδική Ακαδημία Επιστημών, η οποία απονέμει το βραβείο.

Ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχολούν την έρευνα των οικονομολόγων είναι η μελέτη των οικονομικών κρίσεων. Τα αίτιά τους, το πώς ξετυλίγονται και διαταράσσουν την πορεία της οικονομικής δραστηριότητας, καθώς και το τι μπορεί να γίνει για να περιοριστούν, αποτελούν θέματα πάνω στα οποία έχουν ανθίσει, αλλά και έχουν σβήσει, πολλές ακαδημαϊκές καριέρες, από την εποχή που ο Keynes ξεκίνησε τη συστηματική μελέτη τους μέχρι σήμερα.

Για αρκετές δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η μακροοικονομία στηριζόταν σε μοντέλα που περιέγραφαν στατιστικές σχέσεις ανάμεσα σε συνολικά μεγέθη, όπως η λεγόμενη «καμπύλη Phillips», η οποία συνέδεε τον πληθωρισμό με την ανεργία. Τη δεκαετία του 1970, όμως, ο στασιμοπληθωρισμός, δηλαδή ο συνδυασμός υψηλού πληθωρισμού και υψηλής ανεργίας, έδειξε ότι οι σχέσεις αυτές καταρρέουν όταν αλλάζει η πολιτική και οι άνθρωποι προσαρμόζουν τις προσδοκίες τους. Η ανάγκη για μοντέλα που να αντέχουν σε τέτοιες αλλαγές είναι το σημείο από το οποίο ξεκινά η δουλειά των φετινών νικητών.

Ο Χολ και ο Γούντφορντ δεν περιορίζονται στην απλή στατιστική σύνδεση μεταξύ μακροοικονομικών ποσοτήτων όπως η παραγωγή, η απασχόληση και η κατανάλωση. Αντιθέτως, ξεκινούν από τα μικροοικονομικά θεμέλια, δηλαδή τις αποφάσεις των μεμονωμένων ατόμων και επιχειρήσεων που συμμετέχουν στην οικονομία. Κεντρικής σημασίας για τη δουλειά των Χολ και Γούντφορντ είναι η εργαλειακή υπόθεση ότι οι μονάδες που απαρτίζουν το οικονομικό κύκλωμα σχηματίζουν αυτό που ονομάζεται «ορθολογικές προσδοκίες». Αξιοποιούν, δηλαδή, το σύνολο των διαθέσιμων πληροφοριών για να λάβουν οικονομικές αποφάσεις και θεωρείται ότι κατανοούν πώς λειτουργεί η οικονομία στην οποία ζουν, ενώ οι προσδοκίες που σχηματίζουν για τη μελλοντική τιμή των οικονομικών μεταβλητών δεν διαφέρουν συστηματικά από την πραγματική τιμή τους. Για παράδειγμα, αν οι καταναλωτές αναμένουν ότι η αξία ενός νομίσματος θα υποχωρήσει, δεν πέφτουν συστηματικά έξω: κατά μέσο όρο, η αξία του νομίσματος όντως κινείται προς την κατεύθυνση που προέβλεψαν.

Οι ορθολογικές προσδοκίες, όσο «αφελείς» κι αν φαίνονται στους μη οικονομολόγους, είναι χρήσιμες για δύο λόγους. Πρώτον, παρότι κανείς δεν ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι προβλέπουν πάντα σωστά, πλήθος ερευνών, τόσο σε μακροοικονομικά δεδομένα όσο και σε εργαστηριακά πειράματα, δείχνει ότι σε πολλές περιπτώσεις αποτελούν μια ικανοποιητική προσέγγιση της πραγματικότητας. Δεύτερον, και σημαντικότερο, χωρίς αυτές τα μοντέλα δεν μπορούν να αξιολογήσουν σωστά την οικονομική πολιτική. Όπως επισήμανε ο Robert Lucas με αφορμή την εμπειρία της δεκαετίας του 1970, όταν αλλάζει η πολιτική αλλάζουν και οι προσδοκίες των ανθρώπων, και μαζί τους η συμπεριφορά τους· ένα μοντέλο που το αγνοεί αυτό δίνει λανθασμένες προβλέψεις ακριβώς τη στιγμή που τις χρειαζόμαστε περισσότερο. Οι προσδοκίες, μάλιστα, μπορεί να λειτουργήσουν και ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία: αν οι πολίτες πιστεύουν ότι η αξία του νομίσματος θα πέσει, σπεύδουν να το πουλήσουν, με αποτέλεσμα αυτό τελικά να καταρρεύσει.

Η συμβολή του Χολ αφορά κυρίως την πλευρά της ζήτησης. Σε μια εμβληματική εργασία του 1978, έδειξε ότι, αν τα νοικοκυριά σχηματίζουν ορθολογικές προσδοκίες και επιδιώκουν να εξομαλύνουν την κατανάλωσή τους στον χρόνο, οι αποφάσεις τους δεν καθορίζονται μόνο από το σημερινό τους εισόδημα αλλά και από το εισόδημα που αναμένουν να έχουν στο μέλλον. Συνέπεια αυτού είναι ότι η κατανάλωση μεταβάλλεται ουσιαστικά μόνο όταν προκύπτει νέα, απρόβλεπτη πληροφορία, κάτι που στατιστικά την κάνει να μοιάζει με «τυχαίο περίπατο». Το εύρημα έχει σαφείς προεκτάσεις για την οικονομική πολιτική: μια φορολογική ελάφρυνση που τα νοικοκυριά γνωρίζουν ότι είναι προσωρινή μπορεί να τονώσει τη ζήτηση πολύ λιγότερο από ό,τι προέβλεπαν τα παλαιότερα κεϊνσιανά μοντέλα. Ο Χολ μελέτησε επίσης εκτενώς την αγορά εργασίας και τη συμπεριφορά της ανεργίας στις υφέσεις, ενώ για χρόνια ηγήθηκε της επιτροπής του Εθνικού Γραφείου Οικονομικών Ερευνών (National Bureau of Economic Research) που χρονολογεί επίσημα τις υφέσεις της αμερικανικής οικονομίας.

Ο Γούντφορντ, από την άλλη πλευρά, εστίασε στην πλευρά της προσφοράς και ειδικότερα στον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις καθορίζουν τις τιμές τους. Επειδή οι επιχειρήσεις δεν αναπροσαρμόζουν τις τιμές τους συνεχώς, όταν τελικά τις αλλάζουν, λαμβάνουν υπόψη τον πληθωρισμό που αναμένουν για το μέλλον. Πάνω σε αυτή τη λογική, ο Γούντφορντ ανέπτυξε, κυρίως με το βιβλίο του «Interest and Prices» (2003), το θεωρητικό πλαίσιο της λεγόμενης νεοκεϋνσιανής προσέγγισης, στο οποίο βασίζονται σήμερα τα μοντέλα των περισσότερων κεντρικών τραπεζών. Κεντρικό του μήνυμα είναι ότι η νομισματική πολιτική δεν επηρεάζει την οικονομία τόσο μέσω του σημερινού επιτοκίου όσο μέσω των προσδοκιών για την πορεία των επιτοκίων στο μέλλον. Από εδώ πηγάζει και η σημασία που αποδίδουν πλέον οι κεντρικές τράπεζες στην επικοινωνία τους με τις αγορές, η λεγόμενη «καθοδήγηση για τη μελλοντική πορεία» (forward guidance), ένα εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε ευρέως μετά την κρίση του 2008, όταν τα επιτόκια είχαν ήδη φτάσει κοντά στο μηδέν.

Συνολικά, οι δύο νομπελίστες έδωσαν απάντηση σε ένα ερώτημα που απασχολεί τη μακροοικονομία ήδη από τη δεκαετία του 1970: πώς μπορεί η οικονομική πολιτική να σταθεροποιήσει την οικονομία, όταν τα άτομα και οι επιχειρήσεις προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους με βάση το τι περιμένουν ότι θα κάνουν οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες; Η απάντησή τους, ότι η πολιτική είναι αποτελεσματική όταν είναι αξιόπιστη και προβλέψιμη, έχει πλέον γίνει κοινός τόπος. Όπως σημείωσε ο πρόεδρος της επιτροπής του βραβείου, John Hassler, το έργο τους προσέφερε σταθερή θεωρητική βάση στα μοντέλα που χρησιμοποιούν σήμερα κεντρικές τράπεζες και κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο. Σε μια περίοδο κατά την οποία ενεργειακές κρίσεις, πληθωριστικές πιέσεις και γεωπολιτικοί κραδασμοί δοκιμάζουν συνεχώς τις οικονομίες, το φετινό Νόμπελ υπενθυμίζει ότι η διαχείριση των προσδοκιών είναι εξίσου σημαντική με τα ίδια τα εργαλεία της πολιτικής.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY