- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
«Πριν το σχοινί βάλει τέλος στη ζωή μου»: Η υπόθεση της Νατζμέ Αμινί στο Ιράν μπροστά στη γενική αδιαφορία
Η ελευθερία, η ισότητα των φύλων και η αυτονομία του ανθρώπου απέναντι στη θεοκρατική εξουσία
Νατζμέ Αμινί: Η κραυγή μιας 23χρονης από το Ιράν - «Να γίνετε η φωνή μου»
Η Νατζμέ Αμινί είναι 23 ετών. Σπουδάζει Λογιστική. Ή, ακριβέστερα, σπούδαζε πριν η ζωή της μεταφερθεί από τα πανεπιστημιακά έδρανα σε ένα κελί των φυλακών Βακιλαμπάντ, στη Μασχάντ. Συνελήφθη στις 31 Ιανουαρίου 2026, στη διάρκεια των μεγάλων αντικυβερνητικών διαδηλώσεων στο Ιράν. Στις 18 Σεπτεμβρίου, ύστερα από μήνες κράτησης, κατάφερε να στείλει από τη φυλακή ένα ηχητικό μήνυμα, με το οποίο ανακοίνωσε ότι δύο ημέρες νωρίτερα είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Το ειδησεογραφικό πρακτορείο Human Rights Activists News Agency, που δημοσιοποίησε την υπόθεση, επιβεβαιώνει την κράτηση, τη δίκη της στο Επαναστατικό Δικαστήριο της Μασχάντ και τις κατηγορίες εναντίον της, σημειώνοντας ότι δεν έχει μπορέσει να επαληθεύσει την ίδια τη θανατική καταδίκη.
Η ίδια, πάντως, μιλά σαν άνθρωπος που βλέπει μπροστά του την αγχόνη. «Δεν προσπαθώ σήμερα να κάνω τον εαυτό μου ηρωίδα. Ζητώ μόνο ένα πράγμα: να γίνετε η φωνή μου», λέει στο μήνυμά της. Μιλά για τους γονείς της που την περιμένουν, για την οικογένειά της που ξυπνά κάθε πρωί φοβούμενη ότι θα τη χάσει, για τις ελπίδες και τα όνειρα μιας ζωής που, στα 23 της χρόνια, κινδυνεύει να κοπεί βίαια. Στη συνέχεια λέει ίσως το πιο τρομακτικό: φοβάται μήπως από ολόκληρη τη ζωή της απομείνουν μερικές γραμμές μέσα σε έναν δικαστικό φάκελο. Ζητά από δικηγόρους, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνείς οργανισμούς να ενδιαφερθούν για την υπόθεσή της. Στο τέλος κρατιέται από μια τελευταία ελπίδα: να προλάβει να δει ένα ελεύθερο και ευημερούν Ιράν «προτού το σχοινί βάλει τέλος στη ζωή μου».
Ας μείνουμε για λίγο σε αυτή την εικόνα.
Μια κοπέλα 23 ετών βρίσκεται μέσα σε μια φυλακή και πιστεύει ότι μπορεί να οδηγηθεί στην αγχόνη επειδή αμφισβήτησε ένα θεοκρατικό καθεστώς. Δεν χρειάζεται κάποια περίπλοκη πολιτική θεωρία για να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Υπάρχει ένας άνθρωπος, ένα κράτος και μια αγχόνη.
Ας σταματήσει εδώ το παιχνίδι των υπεκφυγών.
Τη Νατζμέ Αμινί δεν τη συνέλαβε ο δυτικός ιμπεριαλισμός. Δεν την έκλεισε στη φυλακή η αποικιοκρατία. Δεν τη δικάζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν απειλείται από το ΝΑΤΟ. Τη συνέλαβαν οι αρχές της Ισλαμικής Δημοκρατίας, τη δικάζει το ιρανικό θεοκρατικό κράτος και το σκοινί που φοβάται ότι θα περάσει στον λαιμό της βρίσκεται στα χέρια εκείνων που κυβερνούν το Ιράν. Αυτό είναι που καθιστά τόσο αποκρουστικό τον επιλεκτικό ανθρωπισμό: τη στιγμή που ένα πραγματικό ανθρώπινο σώμα κινδυνεύει να βρεθεί στην αγχόνη, κάποιοι αισθάνονται σχεδόν υποχρεωμένοι να αναζητήσουν πρώτα τον γεωπολιτικό αστερίσκο. Να μας θυμίσουν την Αμερική, τις επεμβάσεις, τις κυρώσεις, το Ισραήλ, οτιδήποτε μπορεί να μετακινήσει για λίγο το βλέμμα από τον πραγματικό δεσμοφύλακα και τον πραγματικό κρατούμενο.
Εδώ ακριβώς δοκιμάζεται ο ανθρωπισμός και μαζί του ένα βαθύτερο σύμπτωμα της σημερινής Δύσης: η αδυναμία ενός μέρους του ακαδημαϊκού και προοδευτικού κόσμου να υπερασπιστεί χωρίς ενοχές τις ίδιες τις αξίες που τον έκαναν ελεύθερο. Πανεπιστημιακοί, ακτιβιστές και κάθε λογής αλληλέγγυοι επαγγελματίες της ευαισθησίας μπορούν να εξανίστανται για τις λεπτότερες μορφές συμβολικής καταπίεσης στις δυτικές κοινωνίες και την ίδια στιγμή να αναζητούν ελαφρυντικά, ιστορικές υποσημειώσεις και γεωπολιτικές δικαιολογίες όταν απέναντί τους υπάρχουν πραγματικές φυλακές, πραγματικά μαστίγια και πραγματικές αγχόνες. Εκεί δεν δοκιμάζεται απλώς η συνέπεια μιας πολιτικής παράταξης· δοκιμάζεται η πνευματική αυτοπεποίθηση ενός ολόκληρου πολιτισμού.
Κάποτε πρέπει να τελειώνουμε και με μια άλλη βολική υποκρισία: την ιδέα ότι κάθε σύγκριση πολιτισμών είναι περίπου ύποπτη, ότι όλες οι κοινωνικές και πολιτικές παραδόσεις οφείλουν να αντιμετωπίζονται ως ισοδύναμες και ότι η λέξη «ανώτερος» απαγορεύεται ακόμη και όταν μιλάμε για την ελευθερία του ανθρώπου.
Όχι. Δεν είναι όλα ίδια.
Ένας πολιτισμός που κατέκτησε, έπειτα από αιώνες συγκρούσεων, την ισότητα ενώπιον του νόμου, την ελευθερία της συνείδησης, τη χειραφέτηση της γυναίκας, το δικαίωμα να πιστεύεις ή να μην πιστεύεις, την ελευθερία του λόγου, τη σεξουαλική αυτοδιάθεση και την προστασία του παιδιού έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπίζεται αυτές τις κατακτήσεις χωρίς να απολογείται. Απέναντι σε αυτές τις κατακτήσεις υπάρχουν πρακτικές που είναι απλώς βαρβαρότητα.
Το να επιβάλλεις σε μια γυναίκα πώς θα ντυθεί είναι βαρβαρότητα. Το να τη μαστιγώνεις επειδή αμφισβήτησε μια θρησκευτική επιταγή είναι βαρβαρότητα. Το να αντιμετωπίζεις το σώμα της ως ιδιοκτησία της οικογένειας, του συζύγου, του ιερέα ή του κράτους είναι βαρβαρότητα. Το να επιτρέπεις τον γάμο ενός παιδιού με έναν ενήλικο είναι βαρβαρότητα. Η κλειτοριδεκτομή, όπου εφαρμόζεται, είναι ακρωτηριασμός, όχι «έθιμο» που δικαιούται τον σεβασμό μας.
Δεν υπάρχει τίποτε προοδευτικό στην ανοχή απέναντι σε αυτά. Υπάρχει μόνο φόβος απέναντι στις ίδιες μας τις αξίες.
Ακριβώς εδώ εμφανίζεται μια από τις μεγάλες αντιφάσεις της δυτικής Αριστεράς. Στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών μπορεί να ανακαλύπτει πατριαρχία σε μια λέξη, σε μια διαφήμιση, σε μια χειρονομία. Όταν όμως η πραγματική πατριαρχία εμφανίζεται με νόμους, αστυνομία ηθών, φυλακές, μαστίγια και αγχόνες, ξαφνικά αρχίζουν οι υποσημειώσεις: αποικιοκρατία, ιμπεριαλισμός, πολιτισμική ιδιαιτερότητα, Δύση, ΗΠΑ.
Κι όμως, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια θεωρητική συζήτηση περί «Δύσης» και «Ανατολής». Στο Ιράν οι γυναίκες εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρές νομικές διακρίσεις στον γάμο, στο διαζύγιο, στην κληρονομιά και στην επιμέλεια των παιδιών. Η υποχρεωτική μαντίλα εξακολουθεί να επιβάλλεται, ο παιδικός γάμος παραμένει νόμιμος χωρίς απόλυτο κατώτατο όριο ηλικίας όταν υπάρχει δικαστική έγκριση, ενώ η μαστίγωση εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως ποινή.
Ακόμη πιο κραυγαλέα είναι η αντίφαση όταν τμήματα του ΛΟΑΤΚΙ κινήματος εμφανίζονται κάτω από συνθήματα όπως «Queers for Palestine». Ο εξωραϊσμός της Χαμάς, σε μια Γάζα όπου η νομοθεσία προβλέπει όλη την γκάμα της ανθρώπινης βαρβαρότητας σε βάρος της ύπαρξής τους —όχι των αυτονόητων δικαιωμάτων τους— που απολαμβάνουν στον δυτικό κόσμο, δημιουργεί μια νέα συνθήκη φρίκης υπό την προσχηματική αιγίδα του ανθρωπισμού. Υπέρ ανθρώπων που απήγαγαν, βίαζαν και κατακρεουργούσαν νήπια —βρέφη. Την ίδια ώρα, η ισραηλινή κοινωνία παρέχει στους ομοφυλόφιλους και στα ομόφυλα ζευγάρια ένα πολύ ευρύτερο πλέγμα δικαιωμάτων.
Εδώ ακριβώς ο ανθρωπισμός παύει να είναι αρχή και μετατρέπεται σε πολιτική επιλογή. Γιατί ο ανθρωπισμός που χρειάζεται πρώτα να πληροφορηθεί ποιος είναι ο θύτης για να αποφασίσει πόσο θα συγκινηθεί από το θύμα δεν είναι ανθρωπισμός. Είναι ιδεολογική λογιστική.
Η γυναίκα του Ιράν δεν χρειάζεται από εμάς διάλεξη για τον ιμπεριαλισμό. Γνωρίζει ποιος της απαγορεύει να βγει στον δρόμο όπως επιθυμεί. Γνωρίζει ποιος μπορεί να τη συλλάβει. Γνωρίζει ποιος τη δικάζει. Γνωρίζει ποιος κρατά το μαστίγιο και ποιος την απειλεί με την αγχόνη.
Και πρέπει επιτέλους να έχουμε το θάρρος να πούμε κάτι ακόμη: σε ό,τι αφορά την ατομική ελευθερία, την ισότητα των φύλων, την ανεξιθρησκία, την αυτονομία του ανθρώπου και την προστασία του παιδιού, το φιλελεύθερο δημοκρατικό κεκτημένο της Δύσης αποτελεί ιστορικά πολύ υψηλότερο επίπεδο θεσμικής προστασίας από μια θεοκρατία που υποτάσσει τον νόμο στη θρησκευτική εξουσία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Ευρωπαίος είναι καλύτερος άνθρωπος από τον Ιρανό ή ο χριστιανός από τον μουσουλμάνο. Σημαίνει κάτι πολύ απλούστερο και πολύ πιο ουσιαστικό: ότι ορισμένοι θεσμοί προστατεύουν καλύτερα την ανθρώπινη ελευθερία από άλλους. Και αν ακόμη και αυτή τη διαπίστωση φοβόμαστε να την κάνουμε, τότε έχουμε φτάσει σε μια παράξενη κατάσταση: υπερασπιζόμαστε όλες τις κουλτούρες εκτός από εκείνη που μας έδωσε το δικαίωμα να τις κρίνουμε. Στο μεταξύ, πίσω από όλες αυτές τις μεγάλες λέξεις, υπάρχει ακόμη ένα κορίτσι 23 ετών, κλεισμένο σε μια φυλακή της Μασχάντ.
Δεν μας ζητά να λύσουμε το Μεσανατολικό. Δεν μας ζητά να αποφανθούμε για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Δεν μας ζητά να διορθώσουμε την Ιστορία.
Ζητά να μην την αφήσουμε να πεθάνει: «Να γίνετε η φωνή μου».
Ίσως τελικά αυτή η πρόταση να είναι αρκετή για να ξεχωρίσει τον πραγματικό ανθρωπισμό από τον ανθρωπισμό των συνθημάτων.