Κοσμος

Γιατί η εργατική τάξη είναι το 70% της κοινωνίας, αλλά μόνο το 2% των βουλευτών

Ένα χάσμα μεγαλύτερο του ενός αιώνα

Newsroom
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το 70% του εργατικού δυναμικού εκπροσωπείται από μόλις το 2% των νομοθετών

Η εργατική τάξη αποτελεί κατά μέσο όρο το 70% του εργατικού δυναμικού στις δημοκρατίες, αλλά καταλαμβάνει μόλις το 2% των κοινοβουλευτικών εδρών. Το τεράστιο χάσμα δεν αποτελεί αποκλειστικά αμερικανικό φαινόμενο, ούτε φαίνεται να οφείλεται στην έλλειψη ικανοτήτων ή εκλογικής απήχησης των εργαζομένων.

Στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ το 2026, από τους 919 υποψηφίους των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, μόλις επτά προέρχονταν από επάγγελμα της εργατικής τάξης όταν εισήλθαν στην πολιτική. Το ποσοστό είναι χαμηλότερο του 1%, παρότι περίπου οι μισοί Αμερικανοί εργαζόμενοι απασχολούνται σε τέτοιες θέσεις.

Τα στοιχεία προέρχονται από προκαταρκτική ανάλυση των επαγγελματικών βιογραφικών όλων των υποψηφίων των δύο μεγάλων κομμάτων, την οποία πραγματοποίησαν οι πολιτικοί επιστήμονες Νίκολας Κάρνες και Νόαμ Λούπου.

Στην κατηγορία των εργατικών επαγγελμάτων συμπεριέλαβαν τη χειρωνακτική εργασία, όπως τις οικοδομικές εργασίες, τις υπηρεσίες, όπως την εστίαση, και τις θέσεις γραμματειακής υποστήριξης. Η ανάλυση εξέτασε το επάγγελμα που ασκούσε κάθε υποψήφιος όταν διεκδίκησε για πρώτη φορά δημόσιο αξίωμα.

Τα αποτελέσματα των προκριματικών εκλογών ήταν διαθέσιμα για όλες τις Πολιτείες εκτός από τη Λουιζιάνα, οι έξι εκλογικές περιφέρειες της οποίας δεν περιλαμβάνονταν ακόμη στην καταμέτρηση. Οι ερευνητές, ωστόσο, εκτιμούν ότι τα τελικά δεδομένα δύσκολα θα αλλάξουν ουσιαστικά την εικόνα.

Ένα χάσμα μεγαλύτερο του ενός αιώνα

Σε καμία περίοδο του αμερικανικού Κογκρέσου από τις αρχές του 20ού αιώνα έως σήμερα το ποσοστό των νομοθετών που προέρχονταν από επαγγέλματα της εργατικής τάξης δεν ξεπέρασε περίπου το 2%.

Η κατάσταση είναι αντίστοιχη και στις υπόλοιπες δημοκρατίες. Οι δύο ερευνητές συγκέντρωσαν δεδομένα από 97 χώρες για την περίοδο 2015-2017 και διαπίστωσαν ότι, κατά μέσο όρο, οι εργαζόμενοι σε χειρωνακτικά επαγγέλματα, υπηρεσίες και διοικητική υποστήριξη αντιστοιχούσαν στο 70% του εργατικού δυναμικού, αλλά μόλις στο 2% των εθνικών νομοθετικών σωμάτων.

Μόνο η Δανία, η Ιαπωνία, η Σουηδία και η Ουρουγουάη κατέγραφαν διψήφια ποσοστά εκπροσώπησης. Ακόμη και σε αυτές τις χώρες, όμως, το ποσοστό δεν ξεπερνούσε το 16%.

Η καλύτερη επίδοση συνδέεται κυρίως με τους ιστορικούς δεσμούς ανάμεσα στα συνδικάτα και τα πολιτικά κόμματα. Στην περίπτωση της Ιαπωνίας, ένας επιπλέον παράγοντας είναι η εξαιρετικά σύντομη προεκλογική περίοδος των δύο εβδομάδων, η οποία μειώνει το προσωπικό και οικονομικό κόστος μιας υποψηφιότητας.

Γιατί έχει σημασία το επάγγελμα των πολιτικών

Η επαγγελματική προέλευση των αιρετών δεν αποτελεί μόνο συμβολικό ζήτημα. Σύμφωνα με την έρευνα των Κάρνες και Λούπου, οι πολιτικοί που προέρχονται από εργατικά επαγγέλματα τείνουν να υποστηρίζουν ισχυρότερη προστασία στους χώρους εργασίας, ευρύτερο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας και αυστηρότερη ρύθμιση των επιχειρήσεων.

Όταν απουσιάζουν από τα κέντρα λήψης αποφάσεων, η δημόσια πολιτική τείνει να απομακρύνεται από τις προτεραιότητες των εργαζομένων και να πλησιάζει περισσότερο στα συμφέροντα των εύπορων επαγγελματικών στρωμάτων.

Το πρόβλημα δεν φαίνεται να είναι η ικανότητα των εργαζομένων να ασκήσουν πολιτικά καθήκοντα. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι είναι λιγότερο καταρτισμένοι, λιγότερο πολιτικά ενεργοί ή λιγότερο ελκυστικοί για τους ψηφοφόρους. Όταν συμμετέχουν στις εκλογές, εμφανίζουν περίπου τις ίδιες πιθανότητες επιτυχίας με τους υπόλοιπους υποψηφίους.

Το πραγματικό εμπόδιο βρίσκεται πριν από την κάλπη

Η κύρια αιτία του χάσματος είναι ότι οι εργαζόμενοι σπάνια φτάνουν στο ψηφοδέλτιο. Η διεκδίκηση ενός δημόσιου αξιώματος απαιτεί χρόνο, οικονομικούς πόρους και τη δυνατότητα να εργαστεί κάποιος για μεγάλο διάστημα χωρίς αμοιβή.

Ένας εργαζόμενος σε επισφαλή θέση δυσκολεύεται περισσότερο να πάρει άδεια, να καλύψει τους λογαριασμούς του όσο ασχολείται καθημερινά με την προεκλογική εκστρατεία ή να αναλάβει τους κινδύνους που συνεπάγεται η δημόσια έκθεση. Οι ανησυχίες για την προσωπική ασφάλεια και την ιδιωτικότητα λειτουργούν επίσης αποτρεπτικά.

Το πρόβλημα ενισχύεται από τις επιλογές των κομμάτων. Οι πολιτικοί μηχανισμοί που εντοπίζουν, στρατολογούν και χρηματοδοτούν υποψηφίους τείνουν να προτιμούν επαγγελματίες με μεγαλύτερη οικονομική άνεση και ευελιξία χρόνου.

Οι εργαζόμενοι δηλώνουν πολύ σπανιότερα ότι κάποιος κομματικός παράγοντας τους ενθάρρυνε να θέσουν υποψηφιότητα. Η προκατάληψη δεν είναι πάντοτε ιδεολογική, αλλά συχνά πρακτική: ένας δικηγόρος ή ένας επιχειρηματίας μπορεί να συμμετέχει ευκολότερα σε συνεχείς συσκέψεις από έναν οικοδόμο που εργάζεται σωματικά από τις 7 το πρωί.

Γιατί δεν αρκούν τα συνδικάτα και η δημόσια χρηματοδότηση

Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η χαμηλή συνδικαλιστική συμμετοχή ή ένα εκλογικό σύστημα που ευνοεί τους πλούσιους ευθύνονται για την περιορισμένη παρουσία εργαζομένων στα κοινοβούλια.

Τα διεθνή στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν πλήρως αυτή την εξήγηση. Χώρες με πολύ υψηλότερα ποσοστά συνδικαλισμού από τις ΗΠΑ, όπως η Δανία και η Σουηδία, ή με γενναιόδωρη δημόσια χρηματοδότηση προεκλογικών εκστρατειών, όπως η Γερμανία, έχουν μόνο λίγες ποσοστιαίες μονάδες περισσότερους εκπροσώπους με εργατική προέλευση.

Ανεξάρτητα από το εκλογικό σύστημα, η υποψηφιότητα παραμένει προσωπικά και οικονομικά απαιτητική. Γι’ αυτό οι συγγραφείς του βιβλίου «Keeping Workers Off the Ballot: How Democracy Undermines Working-Class Representation» υποστηρίζουν ότι οι παρεμβάσεις πρέπει να στοχεύουν απευθείας στη στρατολόγηση και στήριξη εργαζόμενων υποψηφίων.

Οι προτεινόμενες λύσεις

Μία πρόταση είναι η δημιουργία σχολών πολιτικής προετοιμασίας για εργαζομένους. Στο Νιου Τζέρσεϊ, η συνδικαλιστική ομοσπονδία AFL-CIO λειτουργεί από τη δεκαετία του 1990 ένα τέτοιο πρόγραμμα, οι απόφοιτοι του οποίου καταγράφουν ποσοστό εκλογικής επιτυχίας 75%.

Ανάμεσά τους βρίσκεται ο πρώην επικεφαλής της πλειοψηφίας στη Γερουσία του Νιου Τζέρσεϊ Στίβεν Σουίνι, ο οποίος είχε συνυπογράψει τον νόμο του 2008 για την αμειβόμενη οικογενειακή άδεια.

Μια δεύτερη λύση θα ήταν η καθιέρωση πολιτικών υποτροφιών, ώστε οι υποψήφιοι της εργατικής τάξης να μπορούν να καλύπτουν τις βασικές οικονομικές υποχρεώσεις τους όσο συμμετέχουν σε μια προεκλογική εκστρατεία.

Τα κόμματα θα μπορούσαν επίσης να δεσμευτούν ότι θα υποστηρίζουν, θα χρηματοδοτούν ή θα τοποθετούν στα ψηφοδέλτιά τους ένα ελάχιστο ποσοστό υποψηφίων με εργατική προέλευση. Η αρχή θα μπορούσε να γίνει από την τοπική και πολιτειακή πολιτική, δημιουργώντας σταδιακά μια διαδρομή προς το Κογκρέσο.

Σε μια περίοδο κατά την οποία Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί διεκδικούν την ψήφο της εργατικής τάξης, η επιλογή περισσότερων υποψηφίων που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις συνθήκες της θα μπορούσε να αποτελέσει και αποτελεσματική εκλογική στρατηγική.

Πηγή: Washington Post