- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Νάιτζελ Φάρατζ – Μαρίν Λεπέν: βίοι ημιπαράλληλοι
Πώς οι επικεφαλής της βρετανικής και της γαλλικής ακροδεξιάς επιχειρούν να μετατρέψουν τους λεκέδες σε παράσημα, στον δρόμο προς τη Downing Street και το Élysée.
Πώς ο Νάιτζελ Φάρατζ και η Μαρίν Λεπέν προσπαθούν να εκμεταλλευτούν πολιτικά τις διώξεις και τις καταδίκες εναντίον τους
Ακόμα και δέκα μόλις χρόνια πριν, το ενδεχόμενο της εκλογής του Νάιτζελ Φάρατζ στη βρετανική πρωθυπουργία, και αντιστοίχως της Μαρίν Λεπέν στη γαλλική προεδρία, έμοιαζε εξόχως παρατραβηγμένο. Σύμφωνοι, ο μεν επικεφαλής του Reform UK αποτέλεσε μακράν τον επιδραστικότερο αρχιτέκτονα του Brexit το 2016 – πολύ περισσότερο από τον Μπόρις Τζόνσον – πετυχαίνοντας σε μεγάλο βαθμό μόνος του να σπρώξει το Ηνωμένο Βασίλειο στο χάος της εξόδου από την ΕΕ, με τη δε άτυπη ηγέτιδα του Rassemblement National να φέρνει τη γαλλική ακροδεξιά στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2017, όπου ηττήθηκε, για πρώτη φορά, από τον Εμμανουέλ Μακρόν· ακόμα και τότε, τίποτα δεν προμήνυε πως μια δεκαετία αργότερα, οι δύο τους θα αποτελούσαν τους κυριάρχους του βρετανικού και του γαλλικού συστήματος.
Ο κόσμος, όμως, του 2026 θα σόκαρε εκείνον του 2016 – ποικιλοτρόπως – και η ανάδειξη των Φάρατζ και Λεπέν σε δομικούς πόλους ισχύος στις χώρες τους μοιάζει πλέον αυτονόητη. Αρκεί να δει κανείς τις αθροιστικές δημοσκοπήσεις και στις δύο περιπτώσεις· από τη μια, το Reform UK αποτελεί ήδη εδώ και έναν χρόνο την κυρίαρχη πολιτική δύναμη στο Ηνωμένο Βασίλειο, απολαμβάνοντας ένα σταθερό – αν και μονοψήφιο – προβάδισμα έναντι των Εργατικών και των Συντηρητικών, ενώ από την άλλη, η Λεπέν προηγείται με μια διαφορά η οποία ξεπερνάει το 20% έναντι τόσο του επικρατέστερου – και πρώην Πρωθυπουργού – μετριοπαθούς αντιπάλου της, Εντουάρ Φιλίπ, όσο όμως και του επικεφαλής της γαλλικής αριστεράς, Ζαν-Λουκ Μελανσόν. Το κρισιμότερο στοιχείο ωστόσο – πέραν των δημοσκοπικών τους προβαδίσματος και των ημιπαράλληλων πολιτικών τους βίων – είναι πως οι Φάρατζ και Λεπέν επιχειρούν να μετατρέψουν τις νομικές περιπέτειες που αντιμετωπίζουν σε οχήματα ανάληψης της διακυβέρνησης, η οποία μοιάζει πλέον λίγες ανάσες μακριά και για τους δύο.
Η δωρεά των πέντε εκατομμυρίων και ο σκουπιδοτενεκές
Πριν από λίγες εβδομάδες, ο Νάιτζελ Φάρατζ ανακοίνωσε την παραίτηση του από το βρετανικό κοινοβούλιο, στον απόηχο ενός πρωτοφανούς σκανδάλου. Συγκεκριμένα, ο επικεφαλής του Reform UK έλαβε το 2024 ένα ποσό ύψους πέντε εκατομμυρίων λιρών από τον Βρετανό επιχειρηματία, Κρίστοφερ Χάρμπορν, ο οποίος δραστηριοποιείται στον κλάδο των κρυπτονομισμάτων με έδρα την Ταϊλάνδη, και αποτελεί φανατικό υποστηρικτή – αλλά και βασικό χρηματοδότη – του κόμματος. Το πρόβλημα για τον Φάρατζ ξεκίνησε από τη στιγμή που δε δήλωσε, ως όφειλε, τη συγκεκριμένη δωρεά αφότου εξελέγη βουλευτής – για πρώτη φορά στην καριέρα του, παραδόξως – παραβαίνοντας τον ξακουστό Rule 5, ο οποίος υποχρεώνει τους Βρετανούς αιρετούς να δηλώνουν με προθεσμία ενός μηνός από την εκλογή τους οποιαδήποτε σχέση ή κίνηση η οποία παράγει οικονομικά συμφέροντα. Η δωρεά του Χάρμπορν ήρθε στη δημοσιότητα τον περασμένο Απρίλιο – δηλαδή δύο χρόνια παρά κάτι μετά και τις εκλογές του 2024 – με τις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές να ξεκινούν σχεδόν αμέσως τη διεξαγωγή σχετικής έρευνας στις αρχές του Μαϊου· λίγες εβδομάδες αργότερα, και αφού απέτυχε πλήρως να δώσει πειστικές εξηγήσεις στις δημόσιες τοποθετήσεις του, ο Φάρατζ ανακοίνωσε την παραίτησή του από την έδρα του Κλάκτον, αναγκάζοντας ουσιαστικά την αναστολή της κοινοβουλευτικής έρευνας εναντίον του.
Το βασικό επιχείρημα του Φάρατζ ήταν πως η μασχετική δωρεά πραγματοποιήθηκε πριν την εκλογή του στο Κοινοβούλιο, τη στιγμή ωστόσο που ο σχετικός κανονισμός υποχρεώνει τη δήλωση οποιασδήποτε δωρεάς η οποία υπερβαίνει το ποσό των 300 λιρών, με αναδρομική ισχύ δώδεκα μηνών. Σημειώνεται πως ο επικεφαλής του Reform UK στο παρελθόν έχει συμπληρώσει πάνω από δεκαπέντε εκπρόθεσμες δηλώσεις οικονομικών συμφερόντων· στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, η πιθανότητα ώστε ο Φάρατζ να αξιοποίησε το συγκεκριμένο ποσό στην προεκλογική εκστρατεία του 2024 είναι το πρώτο σημείο κλειδί: αν αποδειχθεί πως η γαλαντομία του Χάρμπορν δεν αποτέλεσε προσωπικό δώρο, αλλά αντιθέτως, έμμεση χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας τόσο του Φάρατζ, όσο και του Reform UK, τότε ενδεχομένως να προκύπτει παράβαση τόσο του Rule 5, όσο όμως και της βρετανικής εκλογικής νομοθεσίας. Το δεύτερο είναι πως, αν η σχετική δωρεά αποτέλεσε κάποιου είδους αμοιβή για τον Φάρατζ είτε για τον ρόλο που έπαιξε στο Brexit, είτε για να ρεφάρει τα εισοδήματα που θα απωλέσει επιλέγοντας τη βουλευτική έδρα έναντι της ιδιώτευσής του – όπως ο ίδιος έχει αφήσει να εννοηθεί – τότε αυτή θα έπρεπε να δηλωθεί όπως προβλεπόταν, ώστε να φορολογηθεί αντιστοίχως. Ο συνδυασμός και των δύο περιπτώσεων μπορεί να οδηγήσει τόσο στην αποπομπή του Φάρατζ από το κοινοβουλευτικό του αξίωμα, όσο όμως και στη διεξαγωγή ποινικών, πλέον, ερευνών εναντίον του.
Φυσικά, παραδίδοντας την έδρα του, αλλά και διεκδικώντας την επανεκλογή του στο Κλάκτον – καθώς στο βρετανικό μονοεδρικό εκλογικό σύστημα, η εκκένωση μιας έδρας αυτομάτως εκκινεί τις διαδικασίες αντικατάστασης του εκάστοτε παραιτηθέντος, έκπτωτου, ή αποθανόντος βουλευτή – ο Φάρατζ επιχειρεί να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα από τον καθένα στο Ηνωμένο Βασίλειο: να παίξει με το θυμικό τόσο του τοπικού, όσο και του εθνικού εκλογικού σώματος, διεκδικώντας πέρα από την επανεκλογή του στο Κλάκτον, την πολιτική κάθαρση της κάλπης. Η επιστροφή του Φάρατζ στο Γουέστμινστερ δεν θα ακυρώσει την επανεκκίνηση των ερευνών εναντίον του, ωστόσο θα του δώσει την ευκαιρία να σπινάρει τη δικιά του εκδοχή των πραγμάτων: οι ψηφοφόροι του Κλάκτον γνώριζαν τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, και εκείνος τούς έδωσε τη δυνατότητα να επιλέξουν αν εξακολουθούν να τον θεωρούν κατάλληλο ώστε να τους εκπροσωπεί, άρα και να ηγηθεί του Reform UK στις επόμενες εθνικές εκλογές, όποτε και αν αυτές διεξαχθούν. Το αφήγημα που προσπαθεί να στήσει ο Φάρατζ – σε μια εξαιρετικά φιλική προς αυτόν μονοεδρική – είναι τόσο εξόφθαλμο που όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα αρνήθηκαν να κατεβάσουν δικό τους υποψήφιο, αφήνοντάς τον να παίξει μόνος του. Ωστόσο, ο επικεφαλής του Reform UK φαίνεται πως θα χρειαστεί τελικά να επικρατήσει του Count Binface, ενός θαυμαστού υποψηφίου-τρολ – από τα αμέτρητα που έχουν κατά καιρούς εμφανιστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο – με μορφή υπερήρωα-σκουπιδοντενεκέ, του οποίου το επιχείρημα προς τους ψηφοφόρους του Κλάκτον δε θα μπορούσε να είναι περισσότερο σαφές: «δεν είμαι ο Νάιτζελ Φάρατζ».
Η τέταρτη καταδρομική για το Élysée· με βραχιολάκι
Η περίπτωση της Μαρίν Λεπέν βρίσκεται ένα βήμα πιο μπροστά από εκείνη του Νάιτζελ Φάρατζ, καθώς η άτυπη επικεφαλής του Rassemblement National έχει ήδη αντιμετωπίσει τη γαλλική δικαιοσύνη, η οποία λίγο έλειψε να της στερήσει την τέταρτη κατά σειρά διεκδίκηση της γαλλικής προεδρίας, στη φορά που η κατάκτησή της μοιάζει πιθανότερη από ποτέ. Θέτοντας το συνοπτικά, η ηγέτιδα της γαλλικής ακροδεξιάς έχει ήδη καταδικαστεί για κατάχρηση ευρωπαϊκών κονδυλίων, καθώς αποδείχτηκε πέραν πάσης αμφιβολίας πως αξιοποίησε πόρους που διέθεσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την πληρωμή των συνεργατών του στις Βρυξέλλες – όπως προβλέπεται για τα κόμματα των κρατών-μελών της ΕΕ που εκλέγουν ευρωβουλευτές – για αμιγώς κομματικούς σκοπούς εντός της Γαλλίας, ενισχύοντας τον ευρύτερο κομματικό μηχανισμό· το ποσό το οποίο καταχράστηκε η Λεπέν ξεπερνάει τα 2.8 εκατομμύρια ευρώ. Σε αντίθεση με τον Φάρατζ, η Λεπέν δεν κατηγορήθηκε πως πλούτησε προσωπικά, αλλά αντιθέτως κρίθηκε ένοχη για υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος, με τις γαλλικές δικαστικές αρχές να την καταδικάζουν πρωτόδικα σε φυλάκιση 4 ετών, εκ των οποίων τα δύο είχαν ανασταλτικό χαρακτήρα, καταβολή προστίμου της τάξεως των 100.000 ευρώ, αλλά και πενταετή στέρηση εκλογιμότητας. Κρίσιμα, το τρίτο σκέλος της πρωτόδικης ποινής αυτομάτως σήμαινε πως η Λεπέν δεν μπορούσε να διεκδικήσει ξανά την προεδρία στις εκλογές του 2027.
Όμως, όπως ακριβώς επιχειρεί να κάνει ο Φάρατζ στο Κλάκτον, έτσι και η Λεπέν επιχείρησε να αξιοποιήσει την πρωτόδικη ποινή εναντίον της, συσπειρώνοντας τους δυνητικούς ψηφοφόρους του Rassemblement National, και κλιμακώνοντας στο μέγιστο δυνατό την πίεση προς τη γαλλική δικαιοσύνη κατά τη διάρκεια της έφεσής της. Πράγματι, στις 7 Ιουλίου, η Λεπέν πέτυχε μια πρώτη σημαντική νίκη καθώς το εφετείο αποφάνθηκε τη μείωση της ποινής της στα τρία έτη – εκ των οποίων τα δύο με αναστολή, και το ένα με κατ’ οίκον περιορισμό, φορώντας βραχιολάκι ηλεκτρονικής επιτήρησης – αλλά και τη μείωση της στέρησης των πολιτικών της δικαιωμάτων, ανοίγοντάς της ξανά τον δρόμο της διεκδίκησης της προεδρίας, και αυτή τη φορά από θέση αδιαμφησβήτητης δημοσκοπικής ισχύος. Σημειώνεται πως το γαλλικό ανώτατο δικαστήριο για ποινικές υποθέσεις, Cour de Cassation – στο οποίο προσέφυγε η Λεπέν ώστε να αρθεί η ηλεκτρονική της επιτήρηση, αλλά και να πετύχει την πλήρη δικαίωσή της όσο αδύνατη και αν αυτή μοιάζει με βάση τα δεδομένα – διατηρεί το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης του εφετείου, γεγονός που θεωρητικά καθιστά την εκ νέου επιβολή μιας απαγόρευσης της συμμετοχής της Λεπέν στις προεδρικές εκλογές πιθανή, με τη σχετική τελεσίδικη απόφαση να αναμένεται τον Ιανουάριο του 2027, κάτι λιγότερο από τρεις μήνες πριν τις προεδρικές εκλογές, στις οποίες ο – εξαιρετικά αντιδημοφιλής, πλέον – Εμμανουέλ Μακρόν δεν έχει δικαίωμα να συμμετάσχει, καθώς ολοκληρώνει τη δεύτερη θητεία του στην προεδρία.
Στον πυρήνα της υπόθεσης, ωστόσο, η ηγέτιδα της γαλλικής ακροδεξιάς έχει ήδη καταφέρει να κάνει αυτό που επιχειρεί και ο Φάρατζ. Αντιμετωπίζοντας την ποινική διαδικασία με φόρα και θράσος, η Λεπέν ουσιαστικά αντέστρεψε το υπαρξιακό πολιτικό ερώτημα της όλης ιστορίας, καλώντας τους Γάλλους να αναρωτηθούν όχι αν κάποια υποψήφια πρόεδρος, η οποία έχει ήδη καταδικαστεί για ένα εξαιρετικά σοβαρό οικονομικό έγκλημα, μπορεί όντως να ηγηθεί της χώρας – και δη στις τρέχουσες ταραχώδεις εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες – αλλά αντιθέτως, αν η δικαστική εξουσία έχει το δεοντολογικό δικαίωμα να αποτρέψει από το εκλογικό σώμα να επιλέξει εκείνο ελεύθερα σε ποιο πρόσωπο επιθυμεί να εμπιστευτεί τη γαλλική προεδρία, ανεξαρτήτως της παραπάνω συνθήκης. Η περίπτωση της Λεπέν έχει μέσα της την ατόφια και αυθεντική εξωφρενικότητα της καταδίκης της, η οποία αυτομάτως θα καταστήσει μία πιθανή επικράτηση της στο δεύτερο γύρο των προεδρικών του 2027 ως την απόλυτη και αδιαμφισβήτητη πολιτική της κάθαρση, αλλά και προσωπική δικαίωση· κανένας ψηφοφόρος του Rassemblement National δεν μπορεί πλέον να παριστάνει πως δεν ήξερε. Φυσικά, η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας πως τα προεδρικά εκλογικά συστήματα δύο γύρων τείνουν να ευνοούν τον μετριοπαθέστερο ψηφοφόρο, όμως αν η Λεπέν βρει απέναντί της τον Μελανσόν το 2027 τότε όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά· από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη είναι μάλλον δύσκολο να επιλέξεις.
Η ευρωπαϊκή ακροδεξιά ανάμεσα στο θρίαμβο και τη συντριβή
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών, η επέλαση μιας σειράς ευρωσκεπτικιστικών και ακροδεξιών κομμάτων και προσωπικοτήτων στα – κατά τ’ άλλα – ιστορικά μετριοπαθή πολιτικά συστήματα της πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών κρατών έχει υπάρξει τόσο επιτυχής, ώστε η επιρροή τους να αποτελεί πλέον περισσότερο σταθερά, παρά εξαίρεση. Η άνοδος της ακροδεξιάς σε ευρωπαϊκό επίπεδο μπορεί μεν να είναι αδιαμφισβήτητη, η εδραίωσή της όμως ως εναλλακτικού πυλώνα εξουσίας έχει μέχρι στιγμής αποδειχθεί αδύνατη, καθώς πέραν της περίπτωσης του Fratelli d'Italia της Τζόρτζια Μελόνι – η οποία έστριψε ολοταχώς προς την παραδοσιακή κεντροδεξιά μετά και την εκλογή της στη γαλλική πρωθυπουργία – κανένας άλλος όμορος πολιτικός οργανισμός δεν έχει καταγράψει οποιαδήποτε εντυπωσιακή νίκη.
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, η , των περιπτώσεων τόσο του Νάιτζελ Φάρατζ, όσο και της Μαρίν Λεπέν δεν αφορούν μόνο το βρετανικό και το γαλλικό πολιτικό σύστημα αντίστοιχα, αλλά αντιθέτως τον ευρύτερο βαθμό στον οποίο ο ιδεολογικός χώρος που εκπροσωπούν θα ξεκινήσει πλέον να νομιμοποιείται στο συλλογικό ευρωπαϊκό θυμικό ως μία πραγματική – και, αναπόφευκτα με το πέρασμα του χρόνου – συστημική επιλογή. Τόσο ο Φαρατζ, όσο και η Λεπέν, έχουν αποδείξει πως όσες νομικές κατηγορίες – και καταδίκες – και αν αντιμετωπίζουν, έχουν καταφέρει να πείσουν τους ψηφοφόρους τους πως αυτές περισσότερο παραπέμπουν σε παράσημα της πολιτικής τους σταδιοδρομίας, της ιδεολογικής τους καθαρότητας, και της προσωπικής τους αξιοπιστίας, παρά σε λεκέδες που δε βγαίνουν με τίποτα. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως ο πρώτος θα είναι ο επόμενος Βρετανός Πρωθυπουργός, και η δεύτερη η πρώτη Γαλλίδα Πρόεδρος, ούτε όμως το αποκλείει· κάθε άλλο – και αυτό είναι που τρομάζει περισσότερο.