Κοσμος

Βρετανία: Η ιστορική ευκαιρία και η τεράστια ευθύνη του Άντι Μπέρναμ

Η στροφή στο εσωτερικό, ο κίνδυνος της υποβάθμισης των διεθνών κρίσεων, και η πιθανότητα της αλλαγής του πολιτικού χρόνου στο Ηνωμένο Βασίλειο

Άγης Παπαγεωργίου
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Άντι Μπέρναμ, η προσπάθεια ανασυγκρότησης του βρετανικού κοινωνικού κράτους και το δίλημμα μεταξύ εσωτερικής πολιτικής και διεθνούς ισχύος

Το προδιαγεγραμμένο είναι πλέον γεγονός: ο Άντι Μπέρναμ αποτελεί τον έβδομο – και δεύτερο Εργατικό – Πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου τα τελευταία δέκα χρόνια, μετακομίζοντας στη Downing Street εν μέσω αλλεπάλληλων διεθνών κρίσεων, αλλά και ενός συνεχώς περισσότερο οξυμένου εσωτερικού πολιτικού αναβρασμού, στη δεκαετή επέτειο του δημοψηφίσματος που βύθισε τη χώρα σε έναν παρατεταμένο πολιτικό χρόνο εσωστρέφειας. Πράγματι, δύσκολα μπορεί κανείς να βρει οποιαδήποτε περίπτωση που να ακουμπά έστω και λίγο τον συνδυασμό των προκλήσεων που καλείται να αντιμετωπίσει ο νέος Βρετανός Πρωθυπουργός· εκτός, ίσως, εκείνης του προκατόχου του.

Έχοντας ελιχθεί με παραδειγματική πολιτική δεξιοτεχνία, ο Άντι Μπέρναμ έχει πλέον μπροστά του τρία χρόνια μέχρι τις επόμενες εθνικές εκλογές ώστε να αντιστρέψει ένα παιχνίδι όπου οι αντίπαλοί του προηγούνται μεν από τα αποδυτήρια, αλλά ενδεχομένως και να γυρίζει. Σύμφωνα με τα ποιοτικά στοιχεία, οι Εργατικοί έχουν ανέβει ξανά στη δεύτερη θέση, συγκεντρώνοντας ένα ποσοστό της τάξεως του 20% - έναντι του 19% των Συντηρητικών – τη στιγμή που το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ βρίσκεται σε κάμψη εξαιτίας των σκανδάλων στα οποία εμπλέκεται ο επικεφαλής του, μαζεύοντας ένα ποσοστό της τάξεως του 23%. Το κατά πόσο ο Μπέρναμ θα καταφέρει να αλλάξει τις ισορροπίες μένει να φανεί στην πράξη, ωστόσο στην ανάληψη της πρωθυπουργίας του επιδεικνύει ήδη ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία υποδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο αναμένεται να πορευτεί, με την ευθύνη που αναλαμβάνει να είναι εξίσου ιστορική με την ευκαιρία που κρατάει πλέον στα χέρια του.

Άντι Μπέρναμ: Μπορεί ο νέος Άγγλος πρωθυπουργός να σώσει τη βρετανική σοσιαλδημοκρατία;

Η στροφή του Άντι Μπέρναμ σε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής

Από τις πρώτες του δηλώσεις έξω από τη Downing Street – στις οποίες προχώρησε άνευ σημειώσεων και πόντιουμ, σε στυλ Τζον Μέιτζορ – ο Μπέρναμ επιβεβαίωσε την πρόθεσή του να εστιάσει στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των οικονομικά και κοινωνικά ασθενέστερων Βρετανών, τοποθετώντας την αντιμετώπιση της ακρίβειας και τη συρρίκνωση των δαπανών διαβίωσης ως θεμελιώδεις στόχους της κυβέρνησής του. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μπέρναμ έχει ήδη εκδηλώσει την πρόθεσή του να επενδύσει σημαντικά στην κατασκευή κοινωνικών κατοικιών, όπως και σε λοιπές πολυδιάστατες παρεμβάσεις, ώστε να μειωθεί το διαρκώς αυξανόμενο κόστος στέγασης στη χώρα – τονίζοντας, αξιέπαινα, πως η εξάλειψη της αστεγίας αποτελεί μια δομική προτεραιότητα της ευρύτερης στεγαστικής του πολιτικής – ενώ έχει διαμηνύσει πως η Downing Street θα περιορίσει δραστικά την ισχύ των ενεργειακών μονοπωλίων, θέτοντας παράλληλα υπό δημόσιο έλεγχο τις βρετανικές επιχειρήσεις κοινής ωφελείας. Ήδη η νέα κυβέρνηση των Εργατικών ανακοίνωσε την απορρόφηση των εισφορών που θα αναγράφονται στους ενεργειακούς λογαριασμούς από τον προσεχή Οκτώβριο, ενώ έχει ανακοινώσει τόσο τη συνέχιση των γεωτρήσεων στη Βόρεια Θάλασσα ώστε να ενισχύσει την εγχώρια προσφορά ενέργειας, όσο όμως και μια σειρά παρεμβάσεων στη βρετανική βιομηχανική δραστηριότητα στο πλαίσιο της ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής σε κρίσιμους τομείς, αυξάνοντας παράλληλα την απασχόληση σε περιφέρειες όπου το Reform UK έχει επιδείξει ισχυρό πολιτικό μομέντουμ.

Το κατά πόσο ο Μπέρναμ θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των εξαγγελιών του αποτελεί και το ερώτημα του ενός δισεκατομμυρίου. Ωστόσο δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως ο νέος Βρετανός Πρωθυπουργός αναμένεται να προσπαθήσει να εφαρμόσει ένα μίγμα παρεμβατικής πολιτικής στην ελεύθερη οικονομία, το οποίο θα έχει ένα αδιαμφησβήτητο κοινωνικό πρόσημο, αποδίδοντας στην κυβέρνησή του ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με τη θητεία του ως Δήμαρχος του Μάντσεστερ· σημειώνεται πως κατά τη δημαρχία Μπέρναμ, η τοπική οικονομία σημείωσε μεν διπλάσιο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης συγκριτικά με εκείνη του Ηνωμένου Βασιλείου, έχοντας ωστόσο βασιστεί σχεδόν εξολοκλήρου στην ενίσχυση του τοπικού κατασκευαστικού τομέα και την υιοθέτηση μιας επιθετικής στεγαστικής πολιτικής. Το κατά πόσο οι παρεμβάσεις του Μπέρναμ – που αποδίδονται πλέον με τον όρο “manchesterism” – θα οδηγήσουν σε ανάλογα αποτελέσματα σε εθνικό επίπεδο παραμένει αμφισβητήσιμο· η επανατοποθέτηση των τοπικών λεωφορείων υπό τον έλεγχο της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι εξαιρετικά απλούστερη από την ολοκλήρωση της επανακρατικοποίησης των βρετανικών σιδηροδρόμων, η οποία, όσο αναγκαία και αν είναι, παραμένει εξαιρετικά περίπλοκη ως διαδικασία – και αυτό είναι απλώς ένα παράδειγμα των προβλημάτων που αναμένεται να δημιουργήσει η προσπάθεια της εφαρμογής ενός αντίστοιχου μίγματος παρεμβατικής πολιτικής σε κλίμακα.

Δυστυχώς για τον Μπέρναμ, η δημοσιονομική εικόνα του Ηνωμένου Βασιλείου είναι αποκαρδιωτική. Από τη μία, το δημόσιο χρέος παραμένει πεισματικά σταθερό περίπου στο 95% του ΑΕΠ – καθώς καμία εκ των κυβερνήσεων που προηγήθηκαν της δικής του δεν κατάφερε να οδηγήσουν στους περιορισμούς που είχαν εξαγγείλει – ενώ, από την άλλη, το βρετανικό πρωτογενές έλλειμμα είναι οριακά διαχειρίσιμο, καθώς κυμαίνεται περίπου στο 5% του ΑΕΠ κατά την τελευταία πενταετία, με τις εκτιμήσεις για τη συνέχεια να αναθεωρούνται διαρκώς προς το χειρότερο. Τέλος, η βρετανική οικονομία – σε αντίθεση με εκείνη του Μάντσεστερ – σημειώνει παρατεταμένα αναιμική ανάπτυξη, η οποία δεν αναμένεται να ξεπεράσει το 1.5% στο άμεσο μέλλον, στερώντας από το κεντρικό κράτος τόσο τη δυνατότητα να αντλήσει πόρους μέσω της αύξησης των φορολογικών εσόδων, αλλά και να απομειώσει ταχύτερα τον λόγο του δημόσιου χρέους ως προς το βρετανικό ΑΕΠ. Ο συνδυασμός των συγκεκριμένων δεικτών επιβεβαιώνει μια αδυσώπητη μακροοικονομική πραγματικότητα, που έχει γονατίσει όλους τους πρόσφατους προκατόχους του Μπέρναμ και ισχύει από τα Φώκλαντ ως τη Νήσο Πίτκαιρν και πάλι πίσω: η βρετανική κυβέρνηση απλώς δεν έχει τα απαιτούμενα χρήματα ώστε να προχωρήσει στις παρεμβάσεις που – σωστά – ο νέος Βρετανός Πρωθυπουργός έχει προτεραιοποιήσει.

Με τη σύζυγό του Marie-France van Heel στην Ντάουνινγκ Στριτ © Dan Kitwood/Getty Images

Το στοίχημα των διεθνών κρίσεων και της συρρίκνωσης της βρετανικής επιρροής

Παρά το αρνητικό μομέντουμ της βρετανικής οικονομίας, ο Μπέρναμ αναμένεται να αφιερώσει μακράν περισσότερο χρόνο από τον προκάτοχό του σε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής, κρίνοντας πως η ενίσχυση της βρετανικής παραγωγικής δραστηριότητας, σε συνδυασμό με εκείνη των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων, θα έχει διττό θετικό αποτέλεσμα: πρώτον, την ενίσχυση της βρετανικής ανταγωνιστικότητας, και δεύτερον, την ενίσχυση του βιοτικού επιπέδου στη χώρα, η οποία μόνο ωφέλιμη μπορεί να αποδειχθεί πολιτικά τόσο για τους Εργατικούς, όσο και για τον ίδιο τον Βρετανό Πρωθυπουργό. Όμως – και αναπόφευκτα – με αυτόν τον τρόπο ο Μπέρναμ θα έρθει αντιμέτωπος με μια ακόμα αδυσώπητη μακροοικονομική πραγματικότητα, η οποία εφαρμόζει σε κάθε διαδικασία λήψης αποφάσεων: το κόστος ευκαιρίας της επιλογής που θα κάνει ενδεχομένως να αποδειχθεί μοιραίο, εξαιτίας εκείνων που μοιραία θα αναγκαστεί να αποκλείσει. Θέτοντάς το απλουστευτικά, κάθε επιπλέον λίρα που θα επενδύσει η Downing Street στις αμέτρητες παρεμβάσεις που έχει προοικονομήσει ο Μπέρναμ αυτομάτως δεν μπορεί να διατεθεί στον τομέα της άμυνας, της ανανέωσης των βρετανικών πυρηνικών δυνατοτήτων, και της ευρύτερης ενίσχυσης της διεθνούς επιρροής του Ηνωμένου Βασιλείου· εξάλλου, το πλέον δραματικό κόστος ευκαιρίας – για όλους τους αιρετούς, όχι μόνο για τον Μπέρναμ – αφορά το σημείο που επιλέγει ο καθένας να εστιάσει την προσοχή του, έναντι οποιασδήποτε εναλλακτικής.

Το δομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει εδώ ο Μπέρναμ είναι πως, ακριβώς λόγω της ευρύτερης διεθνούς αναταραχής και των εξωγενών κρίσεων που αντιμετωπίζει η Ευρώπη στο σύνολό της, κανένας Βρετανός Πρωθυπουργός δεν έχει το περιθώριο να υποβαθμίσει τη σημασία της ενεργούς εξωτερικής πολιτικής, αλλά και της ενίσχυσης του γεωπολιτικού αποτυπώματος της χώρας. Πρώτος απ’ όλους αυτό το κατάλαβε ο Κιρ Στάρμερ, ο οποίος παρότι και εκείνος δεν είχε να επιδείξει κανένα ουσιαστικό παρελθόν σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, εντούτοις αποδείχθηκε μεγάλος παίκτης διεθνώς, αναβαθμίζοντας παράλληλα την – από καιρό ξεχαρβαλωμένης – ήπια ισχύ του Ηνωμένου Βασιλείου. Από την πλευρά του, ο Μπέρναμ έχει μεν διαμηνύσει πως οι σταθερές της προσέγγισης του Λονδίνου εντός του διεθνούς συστήματος θα παραμείνουν απαράλλαχτες – και σίγουρα δείχνει να το εννοεί, καθώς η αμφισβήτησή τους μόνο αχρείαστα προβλήματα θα του προκαλούσε – ωστόσο δύσκολα θα επιδείξει την ίδια ζέση με τον προκάτοχό του ώστε να ηγηθεί στο πλαίσιο της Συμμαχίας των Προθύμων, να ενισχύσει ενεργά την Ουκρανία – ακόμα και ταξιδεύοντας συχνά στο Κίεβο – απέναντι στη ρωσική εισβολή, αλλά και να διαχειριστεί την «ξεχωριστή σχέση» του Ηνωμένου Βασιλείου με τις ΗΠΑ με πραγματισμό, παρά το πολιτικό, ιδεολογικό, και στο τέλος της ημέρας αξιακό χάσμα που χωρίζει και εκείνον, όπως και τον Στάρμερ, με τον Ντόναλντ Τραμπ. Το γεγονός και μόνο πως ο Μπέρναμ κληρονομεί μια εντυπωσιακή αύξηση των αμυντικών δαπανών της χώρας – με τον Στάρμερ να θέτει τον πήχη στο 3.5% του ΑΕΠ – είναι ενδεικτικό των συνθηκών στις οποίες ο νέος Βρετανός Πρωθυπουργός καλείται να ελιχθεί, με το κόστος ευκαιρίας μιας εκούσιας συρρίκνωσης του γεωπολιτικού αποτυπώματος της χώρας στην τρέχουσα διεθνή συγκυρία να είναι εξίσου τεράστιο.

Στην πραγματικότητα, η πραγματικά υπαρξιακή πρόκληση την οποία αντιμετωπίζει ο Μπέρναμ αφορά τον βαθμό στον οποίο θα καταφέρει να ενισχύσει τον κοινωνικό χαρακτήρα της κυβέρνησής του, πετυχαίνοντας μια ουσιαστική βελτίωση του βιωτικού επιπέδου των μέσων Βρετανών, σε συνδυασμό με τη διατήρηση τόσο της ήπιας, όσο όμως και της σκληρής ισχύος της χώρας στα σημερινά της επίπεδα. Σε ό,τι αφορά το τελευταίο, ο Μπέρναμ δεν έχει την πολυτέλεια της επιλογής· σε αντίθεση με τον πολιτικό χρόνο των δύο Εργατικών Πρωθυπουργών, Τόνι Μπλερ και Γκόρντον Μπράουν, που προηγήθηκαν των δεκατεσσάρων ετών κυβερνητικού χάους των Συντηρητικών από το 2010 έως το 2024, ο Μπέρναμ δεν έχει την πολυτέλεια να εστιάσει στις κατά τα άλλα απολύτως θεμιτές παρεμβάσεις που έχει προτεραιοποιήσει, όπως επίσης και στην – τεχνικά κοστοβόρα – πολιτική αποκέντρωση του Ηνωμένου Βασιλείου. Το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει εξαιρετικά ευάλωτο απέναντι στη μεταβλητότητα του διεθνούς συστήματος, ενώ το Brexit – το οποίο ο Μπέρναμ πολέμησε, σε αντίθεση με τον Τζέρεμι Κόρμπιν – έχει αποδείξει σε όποιον μιλάει αγγλικά πως το Λονδίνο δεν έχει πια τη δυνατότητα να επηρεάσει ουσιαστικά τις διεθνείς ισορροπίες, πόσο μάλλον δε με έναν τρόπο που να αποδίδει στην εκάστοτε βρετανική κυβέρνηση περισσότερο δημοσιονομικό χώρο ώστε να στραφεί σε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής, συγκριτικά με τα κράτη-μέλη της ΕΕ· το αντίθετο. Η μόνη λύση είναι η άσκηση μιας συνεχούς και ενεργής εξωτερικής πολιτικής, και αυτό ο Στάρμερ το είχε αντιληφθεί πλήρως.

Η ιστορική ευκαιρία του Άντι Μπέρναμ

Ο Άντι Μπέρναμ φαίνεται πως έχει όλες τις κατάλληλες ιδέες ώστε να αποδειχθεί ένας εξαιρετικός σοσιαλδημοκράτης Πρωθυπουργός εν καιρώ ειρήνης. Ο νέος Βρετανός Πρωθυπουργός επιδεικνύει έναν σαφή ιδεολογικό άξονα, ενώ τα πεπραγμένα του στο Μάντσεστερ είναι εξόχως ενθαρρυντικά τόσο σε ό,τι αφορά την αποφασιστικότητά του, όσο όμως και τη διαδικασία λήψης των αποφάσεών του. Παράλληλα, το γεγονός πως κατάφερε να αναλάβει τη βρετανική πρωθυπουργία μέσω ενός συνδυασμού ενεργειών στο παρασκήνιο επιβεβαιώνει πως η προσωπικότητά του χαρακτηρίζεται από ένα οξυμένο πολιτικό ένστικτο, το οποίο ο Κιρ Στάρμερ φάνηκε πως δυστυχώς δεν έχει. Το πρόβλημα για τον Μπέρναμ δεν είναι το μίγμα της πολιτικής που προκρίνει, αλλά η πιθανότητα αυτό να συνθλιβεί από τη διεθνή πραγματικότητα την οποία ο ίδιος δεν έχει τη δυνατότητα, ούτε μάλλον και τη θέληση, να επηρεάσει προς όφελός του.

Από την άλλη, ο Μπέρναμ – ο οποίος παρότι είναι soft λαϊκιστής, φαίνεται πως κουβαλάει και έναν αυθεντικό πραγματισμό μέσα του – έχει στα χέρια του μια ιστορική ευκαιρία, με το βάρος της ευθύνης να μοιάζει ασήκωτο. Αν πετύχει, ο νέος Βρετανός Πρωθυπουργός θα έχει καταφέρει να αναστήσει τη βρετανική σοσιαλδημοκρατία, και αυτομάτως να ανακόψει τη διολίσθηση της βρετανικής πολιτικής σκηνής προς τη μισαλλοδοξία και τον αυτοκαταστροφικό λαϊκισμό στον οποίο έχει βυθιστεί η χώρα τα τελευταία δέκα χρόνια. Αν αποτύχει, ωστόσο, η τύχη των Εργατικών μάλλον θα μοιάζει με εκείνη του γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος – και η δική του με εκείνη του Φρανσουά Ολλάντ, ο οποίος παρά τις κατά καιρούς εξαιρετικές ιδέες του, αποχώρησε από τη γαλλική προεδρία με μονοψήφια ποσοστά αποδοχής. Όμως, όπως γράφουν και οι συντοπίτες του Oasis, you gotta roll with it – και όπου πάει.