- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Δυτική Όχθη: Ένα οδοιπορικό με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα
Οι γυναίκες της Δυτικής Όχθης μιλούν για τη βία, τον εκτοπισμό και τα εμπόδια στην περίθαλψη
Ιστορίες από τη Δυτική Όχθη μέσα από τα μάτια των Γιατρών Χωρίς Σύνορα
→ Γράφει η Κυριακή Μαργαρίτη
Στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, δεκαετίες ισραηλινών περιορισμών και θανατηφόρας βίας έχουν διαμορφώσει την καθημερινή ζωή των Παλαιστινίων και την πρόσβασή τους σε βασικές υπηρεσίες. Η κατάσταση έχει επιδεινωθεί από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος στη Γάζα το 2023. Συνολικά 1.109 Παλαιστίνιοι -εκ των οποίων τουλάχιστον 243 είναι παιδιά- έχουν σκοτωθεί μέχρι σήμερα από τις ισραηλινές δυνάμεις και τους εποίκους στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ. Μόνο φέτος έχουν σκοτωθεί 74 άτομα.
Στη Ναμπλούς, όπου οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν ψυχολογική υποστήριξη, γυναίκες περιγράφουν τις δυσκολίες της καθημερινής τους ζωής και, ειδικότερα, τα εμπόδια στην πρόσβαση στην περίθαλψη. Μια κατάσταση που έχει επιδεινωθεί από τότε που οι ισραηλινές αρχές αποφάσισαν να αρνηθούν την εγγραφή σε πολλές διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.
Το 2011, η δύο ετών κόρη της Ράνας, παιδί με αναπηρία, αρρώστησε. Η οικογένεια ζούσε στο Αζούν Άτμα και δεν είχε αυτοκίνητο. Δεν κυκλοφορούσαν ταξί. Το χωριό, ένας θύλακας στην επαρχία Καλκίλια που περικυκλώνεται από οικισμούς και διαχωριστικά τείχη, έχει μόνο μία είσοδο: μια πύλη που ο ισραηλινός στρατός ανοίγει μόνο για λίγες ώρες την ημέρα. Εκείνη τη νύχτα, ήταν κλειστή.
«Η κόρη μου πέθανε επειδή δεν μπορούσαμε να φύγουμε» λέει η 39χρονη μητέρα. «Έπρεπε να περιμένουμε μέχρι το πρωί, να ανοίξει η πύλη και να βρούμε ταξί για να την πάει στο νοσοκομείο. Ό,τι πέρασα εγώ, το έχουν περάσει πολλές Παλαιστίνιες μητέρες. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποιο άλλο μέρος στον κόσμο όπου οι άνθρωποι υποφέρουν περισσότερο από ό,τι εδώ».
Η Ράνα έχει πέντε παιδιά, μεταξύ των οποίων και ένα μωρό λίγων μηνών. Δύο από τις κόρες της, δίδυμες, έχουν σοβαρές αναπηρίες. Την ημέρα του γάμου της, το 2004, το σπίτι τους κατεδαφίστηκε μερικώς από τον ισραηλινό στρατό. Πάνω από 20 χρόνια μετά, εκείνη και η οικογένειά της εξακολουθούν να το ξαναχτίζουν, δωμάτιο-δωμάτιο.
Από τα παράθυρά της, λέει, «το πρώτο πράγμα που βλέπεις είναι το τείχος και μετά τους οικισμούς. Πριν από μερικούς μήνες, ενώ επρόκειτο να γεννήσει, η Ράνα έπρεπε να βρει το κουράγιο να βγει στο δρόμο τη νύχτα. «Πρώτα πήγα στην Καλκίλια. Μου έγραψαν μια επιστολή παραπομπής που έλεγε ότι έπρεπε να πάω στη Ναμπλούς. Όμως ήταν νύχτα. Ο σύζυγός μου κι εγώ το σκεφτήκαμε για πολύ ώρα, και τελικά, πήραμε το ρίσκο». Φοβόταν, τόσο για τον εαυτό της όσο και για το αγέννητο παιδί της. Αυτή τη φορά, όλα πήγαν καλά. «Το μεγαλύτερο κατόρθωμα, αυτές τις μέρες, είναι να γυρίζεις σπίτι σώα και αβλαβής», λέει.
Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, που δραστηριοποιούνται στη Δυτική Όχθη εδώ και δεκαετίες, συμμερίζονται αυτή την εκτίμηση, όπως επισημαίνει ο Φιλίπε Ριμπέρο, επικεφαλής της αποστολής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα: «Όταν οι Παλαιστίνιοι στη Δυτική Όχθη φεύγουν από το σπίτι τους το πρωί, δεν ξέρουν αν θα μπορέσουν να επιστρέψουν το βράδυ, λόγω των σημείων ελέγχου. Οποιοσδήποτε μπορεί να συλληφθεί και να τεθεί σε διοικητική κράτηση από τον ισραηλινό στρατό για μήνες ή χρόνια. Σε αυτό προστίθεται ο φόβος μιας επίθεσης από εποίκους ή μιας στρατιωτικής επιχείρησης από τον ισραηλινό στρατό».
Η περίπτωση της Ράνας, που έχασε την κόρη της, δεν είναι καθόλου μεμονωμένη. «Αντιμετωπίζουμε ένα σύστημα παρεμπόδισης της παροχής φροντίδας: τα σημεία ελέγχου πολλαπλασιάζονται, τα ασθενοφόρα καθυστερούν ή εμποδίζονται, οι ιατρικές μεταφορές γίνονται στόχος, τα νοσοκομεία περικυκλώνονται, οι θεραπείες διακόπτονται. Η άρνηση παροχής φροντίδας δεν αποτελεί παράπλευρη απώλεια, αλλά τρόπο λειτουργίας», λέει ο Ριμπέρο.
Με την άρνηση των ισραηλινών αρχών να εγγράψουν 37 διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, στις αρχές του 2026, τα πράγματα έχουν γίνει πιο δύσκολα για την οργάνωση.
«Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι δεν μας επιτρέπεται πλέον να επικοινωνούμε με τις ισραηλινές στρατιωτικές αρχές που ελέγχουν τη Δυτική Όχθη για να συντονίσουμε τις μετακινήσεις των ομάδων μας. Αυτό δημιουργεί πραγματικά προβλήματα ασφάλειας», λέει ο Ριμπέρο. «Ποτέ δεν είμαστε σίγουροι ότι η προστασία στην οποία έχουν δικαίωμα οι ομάδες μας, ως εργαζόμενοι σε ανθρωπιστική οργάνωση, γίνεται σεβαστή όταν φεύγουν από τη Ναμπλούς».
Η αποστολή διεθνούς προσωπικού είναι πλέον αδύνατη για τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Ωστόσο, οι παλαιστινιακές ομάδες στη Δυτική Όχθη υποστηρίζονται εξ αποστάσεως από το Αμμάν της Ιορδανίας. Μην μπορώντας να εγγυηθούν την ασφάλεια των ομάδων τους εκτός πόλης, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν συγκεντρώσει όλες τις δράσεις τους στη μοναδική κλινική στη Ναμπλούς και έχει αναστείλει όλες τις κινητές δράσεις της, κυρίως σε Καλκίλια και Τούμπας. Αν η Ράνα θέλει να κάνει μια συνεδρία ψυχικής υγείας, πρέπει να ταξιδέψει από το Αζούν Άτμα στη Ναμπλούς, κάτι που είναι ιδιαίτερα δύσκολο.
«Οι συνεδρίες ψυχικής υγείας γίνονται από κοντά. Όχι μέσω τηλεφώνου», λέει η Σορούκ Αλ-Μαντμούτζ, κοινωνική λειτουργός που συνεργάζεται με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα εδώ και 22 χρόνια. «Θέλουμε οι ασθενείς μας να έρχονται στη Ναμπλούς για να λάβουν φροντίδα, επειδή την έχουν ανάγκη. Ταυτόχρονα, όμως, δεν θέλουμε να τους εκθέσουμε σε κίνδυνο».
Αυτό που έχει παρατηρήσει η Σουρούκ στους ασθενείς των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, όλα αυτά τα χρόνια, είναι μια επιδείνωση της κατάστασης. «Τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι παλαιότερα ήταν πολύ πιο απλά», εξηγεί. «Σήμερα, οι δυσκολίες είναι πολύ πιο περίπλοκες. Τόσο για τα παιδιά όσο και για τους ενήλικες».
Οι ψυχικές διαταραχές εμφανίζονται σε ολοένα και νεότερη ηλικία. Στα μικρότερα παιδιά, παίρνουν τη μορφή ενούρησης ή υπερκινητικότητας, που προκαλούνται από «το άγχος των στρατιωτικών εισβολών». «Δυστυχώς, ο θάνατος έχει γίνει κάτι συνηθισμένο στην περιοχή μας. Δεν ξέρουμε τι θα φέρει το αύριο», λέει η Αλ-Μαντμούτζ.
Η Μαριάμ είναι 25 ετών. Κατάγεται από την περιοχή Τουλκαρέμ, στη βόρεια Δυτική Όχθη, και ο δρόμος από εκεί προς τη Ναμπλούς, όπως λέει, είναι «δύσκολος, γεμάτος παρακάμψεις, πολύ μακρύς, εξαντλητικός». Πρόσφατα βγήκε από μια μακρά περίοδο κατάθλιψης. «Μετά την έναρξη του πολέμου, ένιωσα την ανάγκη κάνω μία αλλαγή στη ζωή μου».
Παρακολούθησε το ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα μετά το άλλο και στη συνέχεια έδωσε εξετάσεις για τις υπηρεσίες επείγουσας ιατρικής περίθαλψης μαζί με φοιτητές νοσηλευτικής, πετυχαίνοντας υψηλή βαθμολογία. Τώρα συνοδεύει τα ασθενοφόρα κατά τη διάρκεια εισβολών στον καταυλισμό, για να βοηθήσει τους τραυματίες. «Ακόμη και με τα αλεξίσφαιρα γιλέκα μας, δεν υπήρχε καμία προστασία για τους παραϊατρικούς, τους δημοσιογράφους ή οποιονδήποτε άλλον», λέει. «Άνθρωποι σκοτώνονταν στα ίδια τους τα σπίτια, απλώς και μόνο επειδή κοίταζαν έξω από ένα παράθυρο».
Στις 21 Ιανουαρίου 2025, δύο ημέρες μετά την έναρξη ισχύος της εκεχειρίας στη Γάζα, ο ισραηλινός στρατός ξεκίνησε τη στρατιωτική επιχείρηση «Σιδηρούν Τείχος» στη Δυτική Όχθη. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, σχεδόν όλοι οι κάτοικοι των καταυλισμών εκτοπίστηκαν. Η Μαριάμ ήταν μία από αυτούς. Αφού βρήκε προσωρινό καταφύγιο στη Μπαλά, ένα κοντινό χωριό, έμαθε μια μέρα ότι οι στρατιώτες είχαν καταλάβει το σπίτι της οικογένειάς της και το είχαν κηρύξει στρατιωτική ζώνη.
«Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα πού να πάω», λέει. Ένα χρόνο μετά την έναρξη της επιχείρησης, οι καταυλισμοί παρέμεναν υπό κατοχή, και οι εντολές κατεδάφισης συνεχίζονται. Όταν η Μαριάμ μπόρεσε να επιστρέψει, βρήκε το σπίτι της σοβαρά κατεστραμμένο, αλλά ακόμα όρθιο, σε αντίθεση με αυτό της αδελφής της, η οποία τώρα ζει μαζί της.
«Δεν υπάρχει πια καταυλισμός», λέει. «Έχει μετατραπεί σε νεκροταφείο, επειδή τόσοι πολλοί άνθρωποι έχασαν τους αγαπημένους τους εκεί. Νιώθω σαν να υπάρχει ακόμα η μυρωδιά του αίματος». Η ιστορία της Μαριάμ δεν είναι μόνο μια ιστορία εκτοπισμού και βίας. Είναι ένα κομμάτι μιας ολόκληρης πολιτικής. Από τον Ιανουάριο του 2025, περισσότεροι από 33.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί από τους καταυλισμούς Τζενίν, Τουλκαρεμάντ Νουρ Σαμς, καθώς και από τις γύρω περιοχές, σύμφωνα με την UNRWA.
«Πρόκειται για μια σκόπιμη πολιτική περιορισμού του πληθυσμού και εδαφικού κατακερματισμού», λέει ο Ριμπέρο, επικεφαλής της αποστολής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. «Ο στόχος είναι να καταστεί αδύνατη η λύση των δύο κρατών, δηλαδή να αποτραπεί οποιαδήποτε εδαφική, κοινωνική, οικονομική ή πολιτιστική συνέχεια της Δυτικής Όχθης και της Παλαιστίνης γενικότερα.»
Αυτή η πολιτική έχει καθημερινές συνέπειες για τη Ράνα, η οποία αναγκάζεται να ακυρώνει πολλά ιατρικά ραντεβού, αλλά και πιο συνηθισμένες εξόδους: «Παλιά, ερχόμασταν στη Ναμπλούς κάθε εβδομάδα. Τώρα, ίσως μία φορά τον χρόνο. Μπορεί να συναντήσουμε εποίκους, και μπορεί να μας πετάξουν πέτρες».
→ Η Κυριακή Μαργαρίτη, είναι υπεύθυνη Τύπου των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.