Κοσμος

250 χρόνια ΗΠΑ: «Αμερική, σε αγαπώ, αλλά με φρικάρεις»

Μια επέτειος στην οποία οι ΗΠΑ αποδεικνύουν ξανά πως είναι καταδικασμένες να αλλάζουν

Άγης Παπαγεωργίου
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

250 χρόνια ΗΠΑ: Από την κατάκτηση της Δύσης στην ψηφιακή εποχή. Ο Ψυχρός Πόλεμος, και η τεχνολογική κυριαρχία

Όταν πριν από 250 χρόνια οι πατέρες της Αμερικανικής Επανάστασης –οι δικαίως δοξασμένοι, τόσο εντός όσο και εκτός της αμερικανικής επικράτειας «Founding Fathers»– υπέγραφαν τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, δεν θα ήταν δυνατόν να έχουν μια έστω και περιορισμένη αντίληψη για το πόσο επιτυχημένη θα ήταν η φαινομενικά αυτοκτονική τους πρωτοβουλία να αψηφήσουν τη Βρετανική Αυτοκρατορία. Δυόμισι αιώνες αργότερα, αποδεικνύεται πόσο δίκαιο και άδικο είχε ταυτόχρονα ο Μπέντζαμιν Φράνκλιν, ο οποίος είχε αστειευτεί μετά την υπογραφή της διακήρυξης πως οι επαναστάτες θα πρέπει να μείνουν ενωμένοι «διαφορετικά, θα κρεμαστούν χώρια».

Ο σκεπτικός –και ενδόμυχα αντιαμερικανός– ιστορικός θα υποστηρίξει πως όλες ανεξαιρέτως οι αυτοκρατορίες της καταγεγραμμένης Ιστορίας είναι καταδικασμένες να καταρρεύσουν. Ωστόσο, από το 1776 μέχρι και σήμερα, οι ΗΠΑ έχουν αποδείξει, πρωτίστως στον εαυτό τους, πως διατηρούν μια αυθεντικά δική τους δυνατότητα εξέλιξης και μετάλλαξης, με τον ευμετάβλητο αλλά κραταιό δυναμισμό του αμερικανικού εξαιρετισμού να παραμένει στον πυρήνα του αξιακού τους άξονα.

Οι ΗΠΑ είναι η ισχυρότερη οικονομική και αμυντική δύναμη του κόσμου, η γη των ευκαιριών, και μακράν της δεύτερης ο γεωπολιτικός πόλος με τη σπουδαιότερη ήπια ισχύ εντός του διεθνούς συστήματος· ταυτόχρονα, είναι και ο τόπος που μπορεί κανείς να χρεοκοπήσει γιατί η σκωληκοειδίτιδά του έσκασε τη λάθος στιγμή.

250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ

Με φόρα προς τα μπροστά

Είναι μάλλον αδύνατο να συνοψίσει κανείς σε μερικές εκατοντάδες λέξεις όλα όσα καθιστούν τις ΗΠΑ ως ένα μοναδικό ιστορικό παράδειγμα, σε κάθε επίπεδο. Ίσως όμως αυτό που καθιστά την Αμερική πραγματικά ξεχωριστή να είναι μια μοναδική αντίφαση που παρουσιάζει από το 1776 μέχρι σήμερα: οι ΗΠΑ είναι μια αυτοκρατορία της οποίας η ανθεκτικότητα δεν βρίσκεται στη συντήρηση, αλλά τη συνεχή εξέλιξη.

Αψηφώντας αρχικά την έτερη ισχυρότερη αυτοκρατορία που είχε γνωρίσει ποτέ η υφήλιος, προχωρώντας λίγο αργότερα στην κατάκτηση της Δύσης μέσω της συνεχούς μετατόπισης των συνόρων του πολιτισμού, προσελκύοντας παράλληλα τους ανά τον κόσμο κατατρεγμένους, από τη μοίρα υποταγμένους στο κοινωνικό περιθώριο της πατρίδας τους, αλλά και εκείνους που απλώς το ’χαν μέσα τους να βρουν την τύχη τους στις αχανείς της εκτάσεις και την ανερχόμενη βιομηχανική της ισχύ, η Αμερική έγινε από την αρχή συνώνυμη της ευκαιρίας.

Το κρίσιμο στοιχείο ωστόσο είναι πως, χάρη στην ευεργετική της γεωγραφική θέση, το αναξιοποίητο των πόρων της, το θυμικό των αυτοχθόνων και μη αποίκων της, και την αναγκαιότητα της επιβίωσης, αυτή η ευκαιρία μετουσιώθηκε σε εργατικότητα, δεξιοτεχνία, και εν τέλει αριστεία· ακόμα και σήμερα, το ταμπελάκι «made in the USA» υπόσχεται το βέλτιστο δυνατό επίπεδο, το καλύτερο όλων των άλλων, το αυθεντικά αμερικανικό.

Ο μύθος της Αμερικής –ίσως να– είναι μεγαλύτερος από την ισχύ της. 

Η συμβολή των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους –η οποία πέραν του προφανώς πρακτικού της σκέλους συνέβαλε τα μέγιστα και στη χρεοκοπία τόσο των παρωχημένων κοινωνικών δογμάτων των ευρωπαϊκών μοναρχιών, όσο και στις σκοταδιστικές νομοτέλειες του φασισμού– αλλά και η ταχύτατη εξάπλωση του αμερικανικού καπιταλισμού μετά και το κραχ 1929 απέδωσαν στις ΗΠΑ ένα στάτους που δεν απώλεσαν ποτέ. Κρύβοντας, αρκετά μακριά από τα φώτα των αμέτρητων ουρανοξυστών της Νέας Υόρκης, τις αδυσώπητες κοινωνικές ανισότητες της αμερικανικής κοινωνίας, που είχαν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται στις αρχές του 20ου αιώνα.

Παράλληλα, η επικράτηση των ΗΠΑ στην πρωτίστως αξιακή σύγκρουσή τους με τη Σοβιετική Ένωση στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου νομιμοποίησε στις συνειδήσεις της διεθνούς κοινότητας αυτό που όλοι ανεξαιρέτως οι Αμερικανοί ηγέτες, από τον Τζορτζ Ουάσιγκτον μέχρι και τον Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο υποστήριζαν από την αρχή: οι ΗΠΑ, και όλα όσα πρεσβεύουν, βρίσκονται στη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Η δεύτερη ανάγνωση του συγκεκριμένου αξιώματος προφανώς δεν μπορεί να είναι διαφορετική από τη βέβαιη συντριβή όσων θα τολμούσαν ποτέ να το αψηφήσουν, όπως προσπάθησε ανεπιτυχώς να κάνει η Μόσχα για σχεδόν μισό αιώνα· το Πεκίνο, βέβαια, σήμερα, έχει μάλλον διαφορετική άποψη.

Στην πραγματικότητα, η επικράτηση των ΗΠΑ στον Ψυχρό Πόλεμο, και ο τρόπος με τον οποίο αυτή επετεύχθη, κρύβει μέσα της το μοναδικό γνώρισμα της ισχυρότερης αυτοκρατορίας που έχει γνωρίσει ποτέ η ανθρωπότητα. Σε ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος απέναντι στον σοσιαλισμό, ο αμερικανικός καπιταλισμός πέτυχε τη μετάβαση στον ψηφιακό κόσμο, αναγκάζοντας το διεθνές σύστημα να μεταβεί βιαίως σε έναν πολιτικό χρόνο όπου η ισχύς δεν μετριέται πλέον σε αχανείς εκτάσεις, βιομηχανική παραγωγή και αξιοποίηση φυσικών πόρων, αλλά στην ταχύτητα της επεξεργασίας δεδομένων και την εκθετική αύξηση του κύκλου εργασιών του ιδιωτικού τομέα μέσα από μια οθόνη.

Ο αρτηριοσκληρωτικός σοσιαλισμός του Λεονίντ Μπρέζνιεφ δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να ακολουθήσει τον καλπάζοντα αμερικανικό καπιταλισμό σε έναν θαυμαστό νέο κόσμο που δομούσε κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωση. Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, για την οποία μιλούσαν αντίστοιχα ο Μαρξ, ο Ένγκελς, και οι πατέρες του σοσιαλισμού, εξέπνευσε τον τελευταίο της επιθανάτιο ρόγχο στα smartphone και τις συχνά εξωφρενικά ακριβοπληρωμένες αναρτήσεις των ανά τον κόσμο influencers, στα κοινωνικά δίκτυα τα οποία ανέπτυξαν ξανά κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωση οι κολοσσοί του αμερικανικού big tech.

Το ακατανόητο της αμερικανικής κοινωνίας

Δεν χρειάζεται να μπει κανείς σε λεπτομέρειες για να συνειδητοποιήσει τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξαν οι ΗΠΑ κατά τη διάρκεια των τελευταίων 250 ετών ως προς τη βελτίωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Αρκεί να σκεφτούμε πως, στην πλειοψηφία τους, οι σπουδαιότερες ερευνητικές ανακαλύψεις –από τον κλάδο της ιατρικής μέχρι εκείνον της τεχνητής νοημοσύνης– αποτελούν στην ουσία αμερικανικά εξαγώγιμα αγαθά, είτε μας αρέσει, είτε όχι.

Η πασίγνωστη σε εμάς ιστορία του Γεώργιου Παπανικολάου, ενός χαρισματικού παιδιού από την Κύμη, ο οποίος μετοικώντας στις ΗΠΑ και εξαντλώντας στο έπακρο τις ευκαιρίες που είχε στα χέρια του, πέτυχε να σώσει τη ζωή εκατομμυρίων γυναικών μέσω του παπ τεστ· πόσο άραγε να έχει αλλάξει η Κύμη από το 1883 μέχρι σήμερα; Η ιστορία του Παπανικολάου, αλλά και η δυστυχώς λιγότερο γνωστή του Μάικ Δουκάκη, ο οποίος διεκδίκησε επί ίσοις όροις την αμερικανική προεδρία το 1988, είναι η ιστορία των ΗΠΑ.

Η πρόσφατη ιστορία, ή καλύτερα εποποιία, του Γιάννη Αντετοκούμπο και της οικογένειάς του αρκεί για να σωπάσει ακόμα και ο πλέον αρνητικά διακείμενος απέναντι στο κατά πόσο οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν την αυτονόητη επιλογή των καλύτερων στον κλάδο τους στον κόσμο. Ο Γιώργος από την Κύμη, ο Μιχάλης με τον Μυτιληνιό πατέρα, και ο Γιάννης που πουλούσε δίσκους ως παράνομος μετανάστης στην Ομόνοια, στις ΗΠΑ έγιναν ο Dr Pap, ο Duke και ο Greek Freak, παράγοντας γνώση, δίνοντας ελπίδα, και δημιουργώντας πλούτο για τον κόσμο ολόκληρο· στις ΗΠΑ και μόνο εκεί.

© Wikimedia Commons

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η αμερικανική κοινωνία είναι μακράν η πλέον αντιφατική εντός της Δύσης. Σήμερα, το πλουσιότερο κράτος του διεθνούς συστήματος παρουσιάζει το μεγαλύτερο επίπεδο οικονομικής ανισότητας μεταξύ των πλουσιότερων και των φτωχότερων κοινωνικών του στρωμάτων.

Ενδεικτικά, ο δείκτης Gini για τις ΗΠΑ παραμένει καρφωμένος στο 0.40, με τα τέσσερα οικονομικά ισχυρότερα ευρωπαϊκά κράτη –τα οποία ανήκουν και στις επτά ισχυρότερες οικονομίες παγκοσμίως ως μέλη του G7– κινούνται στο επίπεδο του 0.29. Η σκοτεινή πλευρά του αμερικανικού εξαιρετισμού, της αστείρευτης κινητήριας δύναμης που μετέτρεψε τις ΗΠΑ στο κέντρο του κόσμου μέσα σε ελάχιστα χρόνια, με δεδομένο τον μη βιολογικό χρόνο των κρατών συγκριτικά με εκείνον των πολιτών τους, εντοπίζεται στην απουσία ενός στοιχειωδώς αξιόπιστου κοινωνικού ιστού.

Ακόμα και σήμερα, οι ΗΠΑ αρνούνται να προχωρήσουν στη θεσμοθέτηση ενός καθολικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, αλλά και να εξασφαλίσουν στους πολίτες τους –και δη, στις γυναίκες και τις μειονότητες– μια σειρά κοινωνικών δικαιωμάτων τα οποία τόσο στην Ευρώπη, όσο και στο λεγόμενο anglosphere όπου συμπεριλαμβάνεται και ο γειτονικός Καναδάς, θεωρούνται αυταπόδεικτα και αδιαπραγμάτευτα. Ενδεικτικά, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να μην έχουν θεσμοθετήσει άδειες μητρότητας και ασθένειας σε ομοσπονδιακό επίπεδο, στερώντας ένα τμήμα του αμερικανικού εκλογικού σώματος να στερεί από ένα άλλο ένα στοιχειώδες επίπεδο αξιοπρέπειας.

Το χάσμα βαθαίνει περισσότερο αν κάνει κανείς μια βόλτα με το αμάξι σε ορισμένες γωνιές των ΗΠΑ, όπου τίποτα δεν θυμίζει την επιχειρηματική, ακαδημαϊκή, και εν τέλει πολιτισμική ελίτ των ακτών.

Από τις παρακμάζουσες μεσοδυτικές πολιτείες της λεγόμενης Rust Belt των εκατοντάδων εγκαταλελειμμένων εργοστασίων, έως τις ανύπαρκτες κοινωνικές και κρίσιμες υποδομές των βάλτων της Λουιζιάνα, υπάρχει μια Αμερική που αδυνατεί να ακολουθήσει το αδιάλειπτο μομέντουμ των κέντρων λήψης αποφάσεων, έχοντας μείνει πίσω συγκριτικά ακόμα και από κράτη τα οποία λιγότερα από εκατό χρόνια πριν θεωρούνται υποανάπτυκτα, με την όποια προοπτική μπορεί να είχαν να εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τη συμβολή της Ουάσιγκτον.

Σήμερα, οι περισσότεροι μάλλον θα επέλεγαν να ζήσουν στη Σεούλ και την Ταϊπέι αντί του Ντιτρόιτ και της Νέας Ορλεάνης, για χίλιους και έναν λόγους. Παράλληλα, ένα τμήμα των ΗΠΑ παραμένει κοινωνικά εγκλωβισμένο σε απολύτως παρωχημένα στεγανά. Από τους εξωτικούς Άμις της Μοντάνα και της Ιντιάνα, στους υπερσυντηρητικούς Ευαγγελιστές του Νότου, εκατομμύρια Αμερικανοί πολίτες μοιράζονται ένα αξιακό σύστημα το οποίο δεν πατάει σχεδόν πουθενά στην πραγματικότητα του 21ου αιώνα, και του ανεπτυγμένου κόσμου τον οποίο οι ΗΠΑ κατάφεραν σε συντριπτικό βαθμό να δημιουργήσουν χάρη στον αδυσώπητο δυναμισμό της οικονομίας και του πολιτικού τους συστήματος.

Από τους εξωτικούς Άμις της Μοντάνα και της Ιντιάνα, στους υπερσυντηρητικούς Ευαγγελιστές του Νότου, εκατομμύρια Αμερικανοί πολίτες μοιράζονται ένα αξιακό σύστημα το οποίο δεν πατάει σχεδόν πουθενά στην πραγματικότητα του 21ου αιώνα,

Την ίδια στιγμή, εκατομμύρια Αμερικανοί παραμένουν πνιγμένοι στα χρέη που έχει δημιουργήσει η αναγκαιότητα της λήψης μιας σειράς δανείων ώστε να εξασφαλίσουν τα βασικά. Από την εκπαίδευση και το αυτοκίνητό του, μέχρι την κάλυψη των ασφαλιστικών και νοσοκομειακών του αναγκών, ο μέσος Αμερικανός χρωστάει περίπου 55.000 δολάρια –με το αθροιστικό χρέος των αμερικανικών νοικοκυριών να ξεπερνάει τα 18.6 τρισεκατομμύρια– αποτελώντας καύσιμο μιας debt-driven economy, που απειλεί να τον κατασπαράξει.

Το κόστος της μοναδικότητας

Ακόμα και αν ζήσεις στις ΗΠΑ, το πιθανότερο είναι πως δεν θα μπορέσεις ποτέ να αντιληφθείς πλήρως όλες τις πτυχές –αλλά και τις αμέτρητες αντιφάσεις– της αμερικανικής κοινωνίας. Από το 1776 μέχρι σήμερα, οι ΗΠΑ έγιναν ταυτόσημες της προόδου, της ισχύος, και της ευημερίας· ταυτόχρονα, στις ΗΠΑ παρατηρούνται φαινόμενα και συνθήκες που δεν θα δει κανείς πουθενά στον υπόλοιπο δυτικό κόσμος, από τη Νέα Ζηλανδία έως την Ισλανδία, και από τον Καναδά μέχρι την Κύπρο.

Ίσως πάλι αυτό είναι και το κόστος της μοναδικότητας των ΗΠΑ· το ακατανόητο της αμερικανικής κοινωνίας είναι εκείνο που έσπρωξε τόσο τις ΗΠΑ, όσο και τον κόσμο όλο προς τα μπρος, αλλάζοντας παράλληλα τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων που είτε ξεχώρισαν επειδή βρήκαν στη γη των ευκαιριών τις δικές τους για να θεριέψουν –όπως ο Γιώργος Παπανικολάου– είτε επειδή ήταν τόσο καλοί σε ό,τι έκαναν, που δεν θα μπορούσαν ποτέ να καταλήξουν αλλού, όπως ο Γιάννης Αντετοκούνμπο.

Ίσως οι Menzingers, ένα πανκ ροκ συγκρότημα από το Σκράντον της Πενσυλβάνια –την ιδιαίτερη πατρίδα του Τζο Μπάιντεν– να το θέτουν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον: «America, I love you, but you’re freaking me out» σε ένα ρεφρέν που θα μπορούσε να ψιθυρίσει ένας μετανάστης που πλούτησε στο Σικάγο, αλλά και ένας redneck που δεν έχει φύγει ποτέ από τη Δυτική Βιρτζίνια. Οι παραδοξότητες των ΗΠΑ, οι τόσο σουρεαλιστικές για το ευρωπαϊκό θυμικό, ίσως να είναι και αυτές που καθιστούν την Αμερική τόσο παράδειγμα προς μίμηση, όσο και προς αποφυγή – αλλά πάντα, εδώ και 250 χρόνια, αναπόφευκτη, ως υπόσχεση πάνω απ’ όλα.