- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Επίσκεψη στο Στόκτον-ον-Τιζ, στη Βόρεια Θάλασσα
Το «Κόκκινο Τείχος» της βορειοανατολικής Αγγλίας και μια εργατούπολη σε μετάβαση
Η μεταβιομηχανική Βρετανία μέσα από το Στόκτον-ον-Τιζ: αστική παρακμή, κοινωνικές προκλήσεις και προσπάθειες αναγέννησης.
Πήγα στο Στόκτον-ον-Τιζ στον αγγλικό Βορρά, όπως παλιότερα, σε μεγάλα οδικά ταξίδια, περνούσα από τις ρημαγμένες μεταβιομηχανικές πόλεις του αμερικανικού Βορρά: το Ντιτρόιτ, το Φλιντ του Μίσιγκαν, το Γκάρι της Ιντιάνα. Στη Βρετανία δεν χρησιμοποιούν τον όρο «Ζώνη της Σκουριάς»· ίσως γιατί τα Δυτικά Μίντλαντς και η επονομαζόμενη Μαύρη Χώρα, η Βορειοανατολική και η Βορειοδυτική Αγγλία, το Γιόρκσιρ, οι κοιλάδες της Νότιας Ουαλίας και ο διάδρομος μεταξύ Γλασκόβης και Εδιμβούργου είναι υπερβολικά εκτεταμένες περιοχές για να περιγραφούν ως «ζώνη». Συνήθως, ορίζονται ως «Κόκκινο Τείχος»: στη διάρκεια του 20ού αιώνα, στις περισσότερες απ’ αυτές τις εκλογικές περιφέρειες επικρατούσε το Εργατικό Κόμμα — όμως, από τότε όλα έχουν αλλάξει· σχεδόν όλα.
Πήγα στο Στόκτον-ον-Τιζ για τις ανάγκες ενός μυθιστορήματος, που ίσως θα μπορούσε να ολοκληρωθεί και χωρίς αυτό το ταξίδι. Στην πραγματικότητα, ήθελα να δω πώς ζουν σήμερα οι άνθρωποι στις αγγλικές εργατουπόλεις μεσαίου μεγέθους· πώς αντιμετώπισαν την αστική παρακμή που επέφερε η αποβιομηχάνιση. Η σημερινή εικόνα είναι αρκετά μελαγχολική — πολλά κλειστά καταστήματα, άδεια εμπορικά κέντρα, έρημες πλατείες σαν εκείνες του Ντε Κίρικο μείον το μυστήριο· αλλά ίσως η μελαγχολία να μην οφείλεται τόσο στις ζημιές της αποβιομηχάνισης όσο στη λανθασμένη πολιτική διαχείρισης του άστεως και στην ψηφιακή τεχνολογία. Τα υβριδικά πρότυπα εργασίας φαίνεται πως έχουν μειώσει την κυκλοφορία στο κέντρο· καθώς το λιανεμπόριο εκτυλίσσεται εν μέρει διαδικτυακά, πολλά εμπορικά ακίνητα εγκαταλείπονται ή μετατρέπονται σε κατοικίες· υπάρχει μεγάλος αριθμός αδρανών οικοπέδων. «Αλλά λιγότερα απ’ όσα έχει το Μίντλσμπρο, που μοιάζει με χωματερή!» μου λένε στην μπιραρία The Old Oak, προσθέτοντας ότι αξίζει να πάω στο Ντάραμ «αν και παραείναι κυριλέ», αλλά ότι πρέπει να αποφύγω οπωσδήποτε το Μίντλσμπρο, διότι, εκτός από χωματερή, είναι ο κατ’ εξοχήν τόπος του εγκλήματος. «Κυρίως, μην πας στο Nορθ Όρμσμπι. Ούτε στο Θόρντρι να πας. Τώρα που το σκέφτομαι, ούτε στο Μπραμπλς Φαρμ. Από το Γκρόουβ Χιλ δεν θα βγεις ζωντανή…» (Υπερβολές, σκέφτομαι κι αποφασίζω να πάω σε όλες αυτές τις γειτονιές. Δεν πιστεύω στις no-go areas.)
Μέχρι το 1970, το Στόκτον, με πληθυσμό περίπου 200.000 κατοίκους (αν υπολογίσουμε και τα περίχωρα), ήταν, μαζί με το Νιούκασλ και το Μίντλσμπρο, μέρος του μεγάλου βιομηχανικού κόμβου του Τίζσαϊντ· το 1932 από τη βιομηχανία χημικών ICI στο Μπίλιναμ (που ανήκε διοικητικά στο Στόκτον) ο Άλντους Χάξλεϊ εμπνεύστηκε τον «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο»: ο σίδηρος, ο χάλυβας, τα ναυπηγεία και τα χημικά είχαν δημιουργήσει την πιο συνεκτική εργατική τάξη στον κόσμο, ένα όραμα βιομηχανικής ουτοπίας κι ένα κόμμα που υποσχόταν σοσιαλισμό. Αυτός ο κόσμος του κάποτε μολυσμένου και βουερού ποταμού Τιζ, που χωρίζει το Στόκτον από το αγροτικό βόρειο Γιόρκσιρ, δεν υπάρχει πια· φεύγοντας πήρε μαζί του ένα συγκεκριμένο εργασιακό ήθος, μια ταξική ταυτότητα και το αίσθημα της υπερηφάνειας τού να βγάζεις το ψωμί σου με τα χέρια σου. Πήρε μαζί του την εργατούπολη, τον χώρο όπου «κατέβαινες» στο κέντρο για ψώνια και για τη σαββατιάτικη ψυχαγωγία. Μετά το πλήγμα της αποβιομηχάνισης, που σήμαινε ανεργία και μεγάλη απώλεια νεανικού πληθυσμού προς τον Νότο, η εργατούπολη δέχτηκε το πλήγμα της ψηφιακής οικονομίας και την πρόκληση της προσαρμογής στην τεχνολογική εποχή: το Λιντς, το Σέφιλντ, το Στόκτον έχασαν τον λόγο της ύπαρξής τους.
Οι πρωτοβουλίες αναγέννησης του κέντρου δεν έλειψαν. Το Θέατρο Globe, που, έπειτα από μακρά περίοδο δόξας (φιλοξένησε τους Beatles, τον Little Richard, τους Platters, τον Stevie Wonder, τον Buddy Holly, τους σχεδόν ντόπιους Animals, τη Cilla Black, τους Rolling Stones,τον Carl Perkins, τον Cliff Richard, τους Shadows και τον Chuck Berry) είχε εγκαταλειφθεί επί 25 χρόνια, ανακαινίστηκε με κόστος 28 εκατ. λίρες. Ακούστηκαν πολλές γκρίνιες για «έργα βιτρίνας». Αλλά ακόμα και τα έργα βιτρίνας δημιουργούν θέσεις εργασίας· εξάλλου, βελτιώνουν την ψυχική διάθεση. Επίσης, έγιναν φιλόδοξες αναπλάσεις: εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα ανακαίνισης παλιών βιομηχανικών εγκαταστάσεων («Pride in Place»), επέκτασης των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο κέντρο και αξιοποίησης των brownfied sites, όπως είναι το πρώην σιδηροδρομικό συγκρότημα Tees Marshalling Yards. Το ξενοδοχείο Swallow και το τεράστιο εμπορικό κέντρο Castlegate, μνημείο της λειτουργιστικής αισθητικής της δεκαετίας του 1970, κατεδαφίστηκαν και στη θέση τους δημιουργήθηκε ένα πάρκο τρεις φορές μεγαλύτερο από την πλατεία Τραφάλγκαρ, με δημοτική βιβλιοθήκη και δρόμο που το συνδέει απευθείας με το ποτάμι.
Οι Στοκτονέζοι υπερηφανεύονται για τον Τιζ, που κάποτε ήταν πηχτός και μαύρος, αλλά τώρα προσφέρεται για κωπηλασία και θαλάσσια σπορ. «Έχουν επιστρέψει οι σολομοί!» μου λένε στην παμπ Royal Oak, όπου πίνουμε μπίρα, τα «τρία αδέρφια», πράγμα που μου φαίνεται αστείο χωρίς να μπορώ να εξηγήσω γιατί. «Άλλες πόλεις έχουν μουσεία και θέατρα και μνημεία· εμείς έχουμε το ποτάμι με τη γέφυρα Infinity… Mεγαλειώδες έργο της μηχανικής· πρόσεξες ότι έχει το σχήμα του απείρου;» Επενδύοντας στο ποτάμι προσδοκούν ανάπτυξη του τουρισμού, και η παρουσία μου στο Royal Oak φαίνεται να επιβεβαιώνει, αν και παραπλανητικά, αυτή τη λαμπρή προοπτική. Πάντως, στο κέντρο της πόλης, κοντά στο Globe, χτίστηκε το πολυτελές ξενοδοχείο Hampton by Hilton, που ανήκει στο δημοτικό συμβούλιο και αναμενόταν να αποφέρει ετήσιο κέρδος 250.000 λιρών — μαθαίνω ότι ξεπέρασε τον στόχο του, αλλά, ταυτοχρόνως, τα μικρότερα ξενοδοχεία χρεοκόπησαν.
Όλες οι επενδύσεις στο Στόκτον-ον-Τιζ ποντάρουν στην τοπική ταυτότητα, στην αυθεντικότητα του Βορρά και ειδικότερα του Στόκτον το οποίο διεκδικεί την αυθεντικότητα της αυθεντικότητας: οι Στοκτονέζοι έχουν βαθύτερες κοινοτικές ρίζες από τους κατοίκους του Νιούκασλ, που πούλησαν την ψυχή τους στις υπηρεσίες («Έγιναν δημόσιοι υπάλληλοι») και στην τεχνολογία. «Εδώ», μου λένε, «υπάρχουν ακόμα μικρές επιχειρήσεις· να, σαν το βιβλιοπωλείο του Ρίτσαρντ Ντρέικ πιο κάτω» — όλα στο Στόκτον είναι «πιο κάτω»· μπορείς να το διασχίσεις με τα πόδια σε μισή ωρίτσα. «Αν και δεν είναι πια μικρή επιχείρηση· ο Ρίτσαρντ πήρε το διπλανό μαγαζί και το έκανε τμήμα παιδικού βιβλίου…»
Φαίνεται ότι, στη διάρκεια της πανδημίας, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής είχαν τον χρόνο να σκεφτούν. Από τότε γίνονται προσπάθειες να απομακρυνθούν οι Στοκτονέζοι από το Facebook και να ενταχθούν στην κοινότητα του πραγματικού κόσμου. Αλλά, ο πραγματικός κόσμος δεν είναι πια εκείνος του 1972, όταν είχε ανεγερθεί το εμπορικό κέντρο Castlegate με την πεποίθηση ότι το λιανικό εμπόριο θα δημιουργούσε ευημερία κι ότι θα κάλυπτε τα κενά που άφηνε η ραγδαία αποβιομηχάνιση. Οι ελπίδες διαψεύστηκαν και χρειάστηκαν κάμποσες δεκαετίες ώσπου να βρεθούν εναλλακτικές για την επιβίωση του Στόκτον. Σήμερα, οι κάτοικοι δεν κυκλοφορούν στην πόλη για shopping στο Μarks & Spencer, όπως συνέβαινε το 1970, αλλά για βόλτα στο πάρκο, για μια παράσταση στο Globe και, μέχρι πέρυσι, για μπίρες στην παμπ Hope and Union, ένα τοπόσημο του Στόκτον που δεν υπάρχει πια· τα τελευταία χρόνια πολλές παραδοσιακές μπιραρίες αντικαθίστανται από καφέ ευρωπαϊκού τύπου — μια εξέλιξη που οι πατριώτες του Reform UK βλέπουν σαν ανεπίτρεπτη απώλεια της αγγλικότητας.
Έτσι κι αλλιώς, το όραμα για το κέντρο της πόλης του Στόκτον δεν είναι πια η κατανάλωση: γνωστές αλυσίδες καταστημάτων λιανικής έχουν εξαφανιστεί από τους κεντρικούς πεζοδρόμους, κι όταν τα μαγαζιά είναι κλειστά, αργά τη νύχτα ή τις Κυριακές, η ατμόσφαιρα είναι καταθλιπτική. Αν και οι πεζόδρομοι στο Στόκτον δεν θα μπορούσαν να μοιάζουν με τις τουριστικές παγίδες της Βαρκελώνης ή της Ρώμης, η λογική είναι ίδια — κι όταν πληθαίνουν τα κλειστά καταστήματα (είτε λόγω αργίας, είτε επειδή έχουν κατεβάσει ρολά) ή όταν πέφτει η ποιότητα των ανοιχτών, η εικόνα του μαρασμού εντείνεται. Απάντηση σ’ αυτή την τάση της αστικής αποσύνθεσης είναι η παραδοσιακή υπαίθρια αγορά που γίνεται από το 1310 κάθε Τετάρτη και Σάββατο στη High Street, την πιο φαρδιά κεντρική οδό στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Tο Στόκτον ήταν πάντοτε πόλη φτωχών ανθρώπων. Αλλά είχε πολλές πρωτιές: ο σιδηρόδρομος Στόκτον και Ντάρλινγκτον, που εξυπηρετούσε το λιμάνι στην αρχή της Βιομηχανικής Επανάστασης, ήταν ο πρώτος ατμοκίνητος επιβατικός σιδηρόδρομος στον κόσμο· η ναυπηγική βιομηχανία, που είχε ξεκινήσει στον 15ο αιώνα, έφτασε στην ακμή της στον 17ο και 18ο όταν αναπτύχθηκαν οι βιομηχανίες τούβλων, πανιών και σχοινιών· κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το Στόκτον έγινε το σημαντικότερο λιμάνι της κομητείας Ντάραμ, του Βόρειου Γιόρκσιρ και της ενδοχώρας μέχρι το Γουέστμορλαντ, εξάγοντας σχοινιά, γεωργικά προϊόντα και μόλυβδο από τις κοιλάδες του Γιόρκσιρ. Η σιδηρουργία και η μηχανική ενσωματώθηκαν στην τοπική οικονομία στον 18ο αιώνα: μετά την ανακάλυψη του σιδηρομεταλλεύματος στους λόφους Έστον και την εφεύρεση των σπίρτων (από τον φαρμακοποιό Τζον Γουόκερ, που αμέλησε να διεκδικήσει νομικό έγγραφο ευρεσιτεχνίας) μπήκε στον χάρτη των πιο δυναμικών βιομηχανικών κέντρων της βρετανικής αυτοκρατορίας.
Όταν γύρισα στην Αθήνα, όλοι μου οι φίλοι έκαναν τη γνωστή ερώτηση: «Τι καιρό είχε; Έβρεχε;» Δεν έβρεχε· η βορειοανατολική ακτή δεν είναι όσο βροχερή είναι η βορειοδυτική. Εξάλλου, καθώς οι Άγγλοι του Βορρά ξέρουν ότι οι Νότιοι είναι μετεωροευαίσθητοι, ότι γίνονται δυστυχισμένοι με το κρύο και τη συννεφιά, με διαβεβαίωσαν ότι oι χειμώνες στο Στόκτον-ον-Τιζ είναι συχνά λιγότερο ψυχροί από εκείνους σε χαμηλότερα γεωγραφικά πλάτη στην ηπειρωτική Ευρώπη. «Οπότε, να μας ξανάρθετε…» Πράγματι, στο Στόκτον, στις πόλεις του Βλοσυρού Βορρά, η κακοκαιρία αναδεικνύει την ασχήμια της μαζικής αρχιτεκτονικής· τις σύντομες χειμωνιάτικες μέρες τα αστικά τοπία φαίνονται ζοφερά· ακόμα πιο ζοφερή είναι η υποβάθμιση της εργατικής τάξης σε λούμπεν προλεταριάτο: η διαγενεακή φτώχεια (το 25% των ατόμων ηλικίας 16-64 ετών είναι οικονομικά ανενεργοί: δεν εργάζονται και δεν αναζητούν εργασία),η πολύ έντονη σχολική διαρροή (το 50% των μαθητών καταγράφονται ως χρονίως απόντες), η εξάρτηση από τα επιδόματα (δεν πρόκειται για μύθο: πάνω από 12% των νοικοκυριών εισπράττουν κρατικά επιδόματα σε μακροχρόνια βάση), η στέγαση σε φθαρμένες κοινωνικές κατοικίες της δεκαετίας του 1950, τα υψηλά ποσοστά τοξικομανίας και ψυχικών ασθενειών.
Όλα τούτα τα συναντά κανείς στις αμερικανικές πόλεις ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 1960 — και παρ’ όλα αυτά, η αστική φτώχεια στη Βρετανία διαφέρει από αυτήν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις ΗΠΑ, όπου δεν υπάρχει «αντικειμενική» ανεργία, ένα μικρό ποσοστό, ίσως λιγότερο από το 10%, βγαίνει στο κοινωνικό περιθώριο, εξαθλιώνεται «σε βάθος»· στη Βρετανία, ένα αρκετά μεγαλύτερο ποσοστό, γύρω στο 20-25%, ακροβατεί στο όριο της εξαθλίωσης: το κοινωνικό κράτος πιάνει τους ανθρώπους στον αέρα καθώς πέφτουν· η εξαθλίωση είναι ρηχή, αλλά, πολύ, πάρα πολύ, εκτεταμένη.