- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
«Όσο χτυπάει η καρδιά, προχωράς»: Η ιστορία του Ουκρανού βετεράνου που έμαθε ξανά να περπατά στην Αθήνα
Ο Γιούρκο έχασε τα πόδια του στο Ντονμπάς και ξαναστάθηκε όρθιος στην Αθήνα
Ο Γιούρι Ολίνικ ακρωτηριάστηκε σε έκρηξη νάρκης στο Ντονμπάς και πέρασε επτά μήνες αποκατάστασης στην Αθήνα πριν επιστρέψει όρθιος στην Ουκρανία
Οι φίλοι τον φωνάζουν Γιούρκο. Είναι Ουκρανός, 55 ετών, με βλέμμα θαρραλέο και ένα χαμόγελο που αχνοφαίνεται σχεδόν μόνιμα στα χείλη του. Μετά από επτά μήνες στο Κέντρο Αποκατάστασης «Άγγελος Χρονόπουλος» στην Κατεχάκη, στέκεται στα πρόσθετα μέλη του και χαμογελάει.
Κι όταν τον βλέπεις να σηκώνεται, καταλαβαίνεις ότι η λέξη «αποκατάσταση» είναι μικρή για να περιγράψει αυτό που συνέβη.
Καθόμαστε απέναντι σε μία καφετέρια στα Εξάρχεια, εκείνος στο καροτσάκι του. Μου δείχνει από το κινητό του τηλέφωνο φωτογραφίες – στέκεται περήφανος πάνω στα πρόσθετα μέλη.
Ο Γιούρι Ολίνικ έχασε και τα δύο του πόδια το 2023, όταν το όχημα στο οποίο επέβαινε πάτησε αντιαρματική νάρκη στο Ντονμπάς.
Σχεδόν 2,5 χρόνια αργότερα, ετοιμάζεται να επιστρέψει στην Ουκρανία όρθιος στα πρόσθετα μέλη του.
Η νάρκη που τον άφησε μισό
Για να φτάσει εδώ, χρειάστηκε να περάσει από έναν δρόμο που ελάχιστοι μπορούν να φανταστούν. «Άρχισα να πολεμάω από τον δεύτερο μήνα της εισβολής, στις 21 Μαρτίου του 2022». Υπηρέτησε στην 92η Ταξιαρχία, πέρασε τη βασική στρατιωτική εκπαίδευση και τον Μάιο εστάλη στην πρώτη γραμμή. Έμειναν εκεί σχεδόν τρεις μήνες χωρίς εναλλαγή και μετά ήρθε η επίθεση στο Χάρκοβο. Κοντά στο Κουπιάνσκ οι δικοί τους πήραν λάφυρο ένα θωρακισμένο όχημα μεταφοράς προσωπικού (BTR) και το επισκεύασαν.
Επειδή ο Γιούρι είχε υπηρετήσει τη θητεία του επί ΕΣΣΔ στις δυνάμεις των συνόρων στο Καραμπάχ, ως σκοπευτής σε BTR, ήξερε να το οδηγεί. «Με έβαλαν οδηγό σε αυτό το BTR». Μετέφεραν και παραλάμβαναν στρατιώτες, δίνοντας υποστήριξη με πυρά όταν χρειαζόταν.
Στο τέλος του 2023 ήταν σε ένα άλλο όχημα μάχης. Οδηγός ήταν ο φίλος του, ο «Ziyati». Είχαν αφήσει τους συναδέλφους στις θέσεις τους κι έκαναν όπισθεν για να περιμένουν την αλλαγή της βάρδιας, όταν τους ανέφεραν από τον ασύρματο ότι ο εχθρός πλησιάζει.
«Ξεκινήσαμε άμεσα και τότε πέσαμε πάνω σε μια αντιαρματική νάρκη. Ο οδηγός σκοτώθηκε ακαριαία. Εμένα μου έκοψε τα πόδια... μάλλον, δεν τα έκοψε τελείως, αλλά τα τραυμάτισε πάρα πολύ σοβαρά». Ήταν έξω από το όχημα μέχρι τη μέση, τα πόδια του μέσα. Πάτησαν τη νάρκη ακριβώς από τη δική του πλευρά, άνοιξε μια τρύπα και όλο το ωστικό κύμα και τα θραύσματα πέρασαν μέσα από τα πόδια του. «Τα πόδια μου σφηνώθηκαν στα μέταλλα, δεν μπορούσα να βγω έξω».
Είχαν εκτιναχθεί τριάντα με σαράντα μέτρα μακριά από τον δρόμο. Ήταν πέντε το πρωί, σκοτάδι ακόμα, και ο ασύρματος είχε διαλυθεί από την έκρηξη. Είχε όμως έναν φακό και άρχισε να τον κουνάει, να δίνει σήμα. Πέρασαν δύο αυτοκίνητα και δεν σταμάτησαν. Το τρίτο σταμάτησε. Ένας νεαρός τον πλησίασε και ο Γιούρι του είπε ό,τι μπορούσε να πει στη γλώσσα του πολέμου: ότι είναι «300» (τραυματίας), ότι ο οδηγός είναι «μάλλον 200» (νεκρός), ότι ο ίδιος «δεν μπορεί να βγει».
Του ζήτησε να του κόψει τα πόδια για να ελευθερωθεί. «Δεν μπορώ», απάντησε ο νεαρός. Είχαν διαλυθεί τελείως.
Ο Γιούρι του έδωσε ένα ψαλίδι που είχε μαζί του: «Πάρε και κόψε». Ο νεαρός κάλεσε από τον ασύρματο τους υπόλοιπους, έτρεξαν, έκοψαν το ένα πόδι, του έβαλαν τουρνικέ, τον φόρτωσαν σε ένα όχημα και τον πήγαν στον σταθμό σταθεροποίησης, στην Κονσταντινόφκα, κοντά στο Μπαχμούτ.
Εκεί θυμάται μια νοσοκόμα να του φωνάζει «αναπνοή, αναπνοή!». Μετά, τίποτα. Συνήλθε όταν τον είχαν πια μεταφέρει στο νοσοκομείο «Μέτσνικοφ» στο Ντνίπρο, με μια εθελόντρια να φωνάζει στους διαδρόμους «Πού είναι ο Ρικοσέτ; Ρικοσέτ, Ρικοσέτ!» (το ψευδώνυμό του στη μάχη). Του είχαν φέρει ένα δέμα, ένα τηλέφωνο και μια κούπα. Η μητέρα ενός συμπολεμιστή του τον είχε βρει, είχε μάθει πού ήταν και τι του είχε συμβεί, και τον έψαχνε από νοσοκομείο σε νοσοκομείο.
Θέλω να καταλάβω πώς βίωσε αυτή την ριζική αλλαγή στη ζωή του – είχε μείνει κατά κυριολεξία μισός. Παραμένει ψύχραιμος, χωρίς να δραματοποιεί. «Τίποτα, το ήξερα ήδη ότι δεν είχα πόδια. Απλά κοίταξα πόσο μεγάλο μέρος έλειπε και αυτό ήταν όλο». Δεν σκεφτόταν το μέλλον. «Σκέφτεσαι πώς να γίνεις γρήγορα καλά. Εκείνη τη στιγμή δεν σκέφτεσαι τίποτα άλλο».
Τον πιέζω, λέω ότι για εμάς εδώ είναι δύσκολο να χωρέσει στο μυαλό μας πώς κάποιος που έχασε το μισό του σώμα κοιτάζει μπροστά, μου απαντάει με την πιο απλή εικόνα: «Κοίτα, πρέπει να πας από το σημείο Α στο σημείο Β. Σηκώθηκες και πήγες, έτσι; Ε, έτσι κι εγώ πρέπει να φτάσω σε αυτό το σημείο». Επειδή δεν μπορεί να περπατήσει, αρχίζει να σκέφτεται με ποιον τρόπο θα τα καταφέρει: «Να πάρω ταξί, να πάω με αμάξι, να ζητήσω από έναν φίλο. Ο στόχος μένει ο ίδιος. Απλώς θα φτάσω εκεί με κάποιον άλλον τρόπο».
Μία νέα ευκαιρία στην Αθήνα
Από πού αντλεί αυτή τη δύναμη, δεν μπορεί ο ίδιος να το εξηγήσει με ακρίβεια. Μιλάει για το «ψήσιμο» στο Καραμπάχ, για την εκπαίδευση, και μετά λέει κάτι που τα συμπυκνώνει όλα: «Όταν πας στον πόλεμο, ξέρεις πού πας. Συνειδητοποιείς ότι μπορεί να μην γυρίσεις». Δεν λιποψύχησε, δεν έχασε την πίστη του. Αποδέχτηκε τον εαυτό του όπως είναι κι αυτό ήταν.
Στην Αθήνα ήρθε στις 6 Νοεμβρίου του 2025, για να μπει σ' αυτόν τον δεύτερο, μακρύ δρόμο: την αποκατάσταση και τα πρόσθετα μέλη. Είχε ξανάρθει νωρίτερα, σε μία εκδρομή με βετεράνους, το Titans under Sails, αλλά τότε γύρισε πίσω, έχοντας όμως γνωρίσει έναν Έλληνα που ανέλαβε όλα τα έξοδα της θεραπείας και της διαμονής του στην Αθήνα (ζήτησε να διατηρηθεί η ανωνυμία του).
Επί επτά μήνες έκανε προπόνηση, εκτός Σαββάτου και Κυριακής. «Προσπάθησα πολύ για να μην απογοητεύσω τους ανθρώπους που το έκαναν αυτό, ώστε να μην πάει χαμένη η δουλειά τους».
Δίπλα του, αυτούς τους μήνες, στάθηκαν άνθρωποι από την εθελοντική ομάδα Volya, Ουκρανοί και Έλληνες που βρέθηκαν καθημερινά στο πλευρό του. Βοήθησαν στη συνεννόηση με γιατρούς και φυσικοθεραπευτές, στις μεταφράσεις, στις πρακτικές ανάγκες της καθημερινότητας και σε όλα εκείνα τα μικρά πράγματα που δεν καταγράφονται ποτέ στους ιατρικούς φακέλους αλλά συχνά καθορίζουν την επιτυχία μιας αποκατάστασης.
Για επτά μήνες αποτέλεσαν τη γέφυρα ανάμεσα στον Ουκρανό βετεράνο και το ελληνικό περιβάλλον που τον υποδέχθηκε.
Η Βικτώρια Κόσελ, που μεταφράζει και τώρα τα λόγια του από τα ουκρανικά, είναι μία απ' αυτούς.
Ο Γιούρι μιλάει θερμά για το προσωπικό του κέντρου, για τους γιατρούς και για την ουκρανική διασπορά στην Αθήνα – την αγάπη που έλαβε.
Όταν ρωτάω πώς νιώθει τώρα που στάθηκε ξανά όρθιος, γελάει και μου δείχνει φωτογραφίες. «Η αίσθηση είναι σαν μαθητής που περνάει στην επόμενη τάξη. Σαν γλυπτό!» Τον βλέπω στη φωτογραφία να περπατάει στον διάδρομο. «Ορίστε, πηγαίνει και το κεφάλι μου!», λέει δείχνοντας πώς κρατάει την ισορροπία του.
Όταν πρωτοήρθε στο κέντρο κάθονταν εκεί πολλοί Έλληνες χωρίς πόδια. Άλλοι από ζάχαρο, άλλοι από καρκίνο, άλλοι από ατυχήματα με μηχανάκια - κι αυτοί, βλέποντάς τον να διασχίζει τον διάδρομο, έπαιρναν το έναυσμα να σηκωθούν. «Απλά κάθονταν. Μετά, όταν είδαν πώς άρχισα εγώ να προπονούμαι, σηκώθηκαν όλοι και άρχισαν να περπατάνε».
Κάποια στιγμή ρώτησε τον Άγγελο Χρονόπουλο αν πιστεύει ότι βοήθησε κι ο ίδιος, με κάποιον τρόπο, αυτούς τους ανθρώπους. Του απάντησε με σιγουριά: «Βεβαίως».
«Εγώ έδωσα την υγεία μου στην Ουκρανία - και έδωσα στην Ελλάδα την ελπίδα ότι και τέτοιου είδους ακρωτηριασμοί μπορούν να αντιμετωπιστούν... δηλαδή ότι μπορείς να σταθείς στα πόδια σου».
Αυτό εύχεται σε όλους: «Να μην κάθονται. Πρέπει να προχωράς, όσο υπάρχει ζωή και η καρδιά σου χτυπάει, συνεχίζεις και προχωράς».
Τώρα γυρίζει σπίτι, στην Ουκρανία. Τρεις μέρες ξεκούραση και μετά πάλι προπόνηση, γιατί χρειάζεται πολλή εξάσκηση για να πατάει στο έδαφος.
Και τι θα κάνει μετά; «Ω, σχέδια υπάρχουν πολλά! Δουλειά στα ηλεκτρονικά, θα κάνω συγκολλήσεις». Και προσθέτει, γελώντας: «Δουλειά, προπονήσεις και... καθόλου προσωπική ζωή!»