Κοσμος

Δέκα χρόνια Brexit: Αναζητώντας την Παγκόσμια Βρετανία

Πώς η μεγαλύτερη υπόσχεση της εξόδου από την ΕΕ είναι και εκείνη που διαψεύστηκε περισσότερο

Άγης Παπαγεωργίου
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Brexit: Μια δεκαετία μετά το δημοψήφισμα του 2016, το κόστος της εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει βαρύτερο από ποτέ

Στις 23 Ιουνίου συμπληρώνονται δέκα χρόνια από το δημοψήφισμα που έκρινε την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση – και, τελικά, την πορεία της χώρας εντός ενός διεθνούς συστήματος που μεταβλήθηκε απότομα, και περισσότερο απ’ όσο οποιοσδήποτε θα μπορούσε ποτέ κανείς να προβλέψει. Ο βαθμός στον οποίο το Brexit αποτέλεσε μια κολοσσιαία αποτυχία σε κάθε επίπεδο δεν αποτελεί καν αντικείμενο συζήτησης πλέον· ποτέ ξανά στη μεταψυχροπολεμική Ιστορία ένα κυρίαρχο κράτος δεν έκανε μια τόσο αυτοκτονική υπαρξιακή επιλογή, τόσο αυτοκτονικά συνειδητά.

Από την άλλη πάλι – και ρισκάροντας μια επικίνδυνη ακροβασία με τη νομοτέλεια της Ιστορίας, σε έναν πολιτικό χρόνο που ακόμα και το Τέλος της αμφισβητείται – το Brexit είναι ένα λογικό αποτέλεσμα της αυθεντικά αμφίσημης σχέσης που είχε ανέκαθεν το Λονδίνο με τις Βρυξέλλες· ποτέ καμία σχέση δεν ευδοκίμησε, απ’ τη στιγμή που η δυσπιστία μπήκε στον πυρήνα της. Στην πραγματικότητα, το συλλογικό υποσυνείδητο ενός κρίσιμου τμήματος του εκλογικού σώματος της χώρας φαίνεται πως δεν ξεπέρασε ποτέ τις αυτοκρατορικές αυταπάτες του ένδοξου βρετανικού παρελθόντος· το όραμα της σύγχρονης Παγκόσμιας Βρετανίας, ωστόσο, σήμερα μοιάζει πιο ξεφτισμένο από ποτέ.

Brexit: Δέκα – χαμένα – χρόνια αποτυχίας

Η σύγκρουση με την πραγματικότητα έχει την τάση να είναι εξαιρετικά βίαιη, συνθλίβοντας πρώτα απ’ όλα τα όποια ιδεολογήματα έδωσαν φόρα στην αψήφισή της εξαρχής. Πίσω στο 2016, τα τριάντα-τρία εκατομμύρια των ψηφοφόρων που προσήλθαν στις κάλπες – από τα συνολικά σαράντα-έξι – αποφάσισαν σε ποσοστό 51.89% έναντι 48.11% να σπρώξουν τη χώρα εκτός της ΕΕ, σε ένα μετέωρο βήμα το οποίο υποσχόταν ένα σαφώς ποιοτικότερο μέλλον από εκείνο που προμήνυε το τότε πολιτικό παρόν. Θα πρέπει φυσικά να εξάρει κανείς το γεγονός πως η – εντελώς οριακή – απόφαση του εκλογικού σώματος έγινε σεβαστή, και πως παρά τις μαζικές αντιδράσεις, η ακεραιότητα του αποτελέσματος, ακόμα και αν αυτή αποδείκνυε συνεχώς πόσο κοντά έφερνε την καταστροφή μιας άτακτης εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ· το Brexit δεν έγινε ποτέ τεχνηέντως Remain. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δέκα χρόνια αργότερα, η πλειοψηφία του βρετανικού εκλογικού σώματος – που έχει αλλάξει ποικιλοτρόπως συγκριτικά με το 2016 – φαίνεται πως έχει διαμορφώσει πλέον μια εντελώς διαφορετική άποψη. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τις αθροιστικές δημοσκοπήσεις της μετά-πανδημικής εποχής, το 52% των ψηφοφόρων πιστεύουν πως το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να επιστρέψει στην ΕΕ, με μόλις το 33% να θεωρεί πως η απόφαση του 2016 ήταν σωστή· ένα 9% δεν έχει σαφή άποψη, και μόλις 4% δε θα προσερχόταν καν στις κάλπες.

Αν δεχθούμε πως τα αθροιστικά ποιοτικά στοιχεία αντανακλούν την πραγματικότητα – γεγονός που αποδεικνύεται έτσι κι αλλιώς από την επιβεβαίωση του δημοσκοπικού προβαδίσματος που διατηρεί σε εθνικό επίπεδο ο αρχιτέκτονας του Brexit, Νάιτζελ Φάρατζ, στις πρόσφατες βρετανικές δημοτικές εκλογές – τότε μπορούμε να εξάγουμε τουλάχιστον τρία κρίσιμα συμπεράσματα. Πρώτον, η ισορροπία των δυνάμεων έχει ανατραπεί· όχι επειδή οι Remainers – ή, μάλλον, Brejoiners εκ του «BREJOIN» – πλειοψηφούν συντριπτικά, αλλά από το γεγονός πως οι υποστηρικτές και οι απολογητές του Brexit υστερούν πλέον σε ένα επίπεδο το οποίο σε καμία περίπτωση δε θα έδινε το ίδιο αποτέλεσμα σήμερα. Δεύτερον, η απουσία ενός ευρέος πλειοψηφικού ρεύματος υπέρ της επανένταξης στην ΕΕ υποδεικνύει πως ο σκεπτικισμός αναφορικά με τις παθογένειες των Βρυξελλών παραμένει διάχυτος στη βρετανική κοινωνία – η οποία έχει ιστορικά γαλουχηθεί σε αυτόν, σε μεγάλο βαθμό ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης – αλλά και πως, δέκα χρόνια μετά, ο ευρωσκεπτικισμός του 2016 έχει μεν ξεφτίσει, αλλά δεν έχει ξεθωριάσει πλήρως. Τρίτον, ο συνδυασμός των δύο παραπάνω καταλήγει σε ένα μοναδικό λογικό επακόλουθο: παρά τις όποιες – και αμέτρητες – παθογένειές της, και παρά τους συμβιβασμούς που προαπαιτεί, η παρουσία του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ παραμένει περισσότερο συμφέρουσα από κάθε άλλη επιλογή, πόσο μάλλον δε την ψευδαίσθηση μιας αυτόνομης πορείας σε έναν πολιτικό χρόνο όπου οι υπερδυνάμεις του διεθνούς συστήματος βρίσκονται σε τροχιά πολυεπίπεδου ανταγωνισμού και έμμεσης – προς ώρας – σύγκρουσης.

Ένα τέταρτο συμπέρασμα – αν και μοιάζει αυταπόδεικτο – είναι πως στα δέκα χρόνια που μεσολάβησαν από το δημοψήφισμα του 2016 μέχρι και σήμερα, όλες ανεξαιρέτως οι βρετανικές κυβερνήσεις που προσπάθησαν κάπως να περιορίσουν το χάος της εξόδου από την ΕΕ – όπως όμως και οι ίδιοι οι Βρετανοί πολίτες – δεν κατάφεραν να πιστέψουν όντως στο αφήγημα μιας νέας Παγκόσμιας Βρετανίας. Στη θεωρία, το Λονδίνο είχε όντως την ευκαιρία να κάνει έστω ορισμένα πρώτα βήματα ως μια ανεξάρτητη μεσαία δύναμη εντός του διεθνούς συστήματος, καθώς η αποχώρησή του από την ΕΕ όντως έδωσε στη Downing Street ορισμένες εξουσίες τις οποίες είχε οικειοθελώς παραδώσει στις Βρυξέλλες. Συγκεκριμένα, η ανάκτηση του πλήρους ελέγχου της μεταναστευτικής και της εμπορικής πολιτικής της χώρας οδήγησε σε μερικά αποτελέσματα – όπως τον περιορισμό της μετανάστευσης στη χώρα, αφότου προτίστως πίκαρε μεταπανδημικά, αλλά και τη σύναψη διμερών συμφωνιών με κράτη όπως την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία – ωστόσο αυτά σε καμία περίπτωση δε δείχνουν να δικαιολογούν την απώλεια του 6-8% του ΑΕΠ που έχει κοστίσει το Brexit. Με άλλα λόγια, η αποχώρηση από την ΕΕ μπορεί να επιτρέπει στην εκάστοτε βρετανική κυβέρνηση να κινηθεί αυτοβούλως σε μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων που κάθε κράτος θα ήθελε ιδανικά να μπορεί να χειρίζεται κυρίαρχα, ωστόσο το κόστος αυτής της ελευθερίας φαίνεται πλέον πως ήταν τόσο σημαντικό, ώστε να θολώσει ακόμα και τα αντικειμενικά επιτεύγματα τα οποία επέτρεψε το Brexit εξαρχής.

Η ψευδαίσθηση της ισχύος

Κάνοντας μια βουτιά στον ταραχώδη πολιτικό χρόνο του 2016, δεν είναι και τόσο δύσκολο να συνειδητοποιήσεις πώς ακριβώς το Brexit υπερίσχυσε τελικά στο δημοψήφισμα. Ήδη από το 2008 η ΕΕ – μέσω των αμέτρητων οργανισμών, των ξακουστών και μη θεσμών, και των υποεπιτροπάτων της – προσπαθούσε να ανταπεξέλθει απέναντι σε μια σειρά αλλεπάλληλων κρίσεων που ακόμα και αν τους κατανοούσε, η ίδια η αρχιτεκτονική της δεν της επέτρεπε να κινηθεί με βέλτιστο τρόπο· ήταν η εποχή του Grexit, του Italexit, του Frexit, και άλλων λοιπών κινημάτων που υπόσχονται μαζί με το Brexit ένα λαμπρό ανεξάρτητο μέλλον μακριά από τα δεσμά των Βρυξελλών. Σε αυτό το τρομακτικό πλαίσιο, και μέσω ενός συνδυασμού επιβαρυντικών παραγόντων όπως τη χαρισματικά σκοτεινή ηγεσία του Φάρατζ, τον εξωφρενικό πολιτικό οπορτουνισμό του τότε Συντηρητικού Πρωθυπουργού, Ντέιβιντ Κάμερον, και τον παρωχημένα εμμονικό σοσιαλιστή επικεφαλής των Εργατικών, Τζέρεμι Κόρμπιν – καθώς παράλληλα ο Ντόναλντ Τραμπ ετοιμαζόταν να κάνει το αδιανόητο επικρατώντας της Χίλαρι Κλίντον στις προεδρικές του 2016 – το κίνημα Brexit χρειάστηκε κάτι παραπάνω από ένα εκατομμύριο ψήφους ώστε να δώσει στον Βρετανικό αντισυστημισμό την πρώτη του ιστορική νίκη· δέκα χρόνια μετά, έχει πλέον αποδειχθεί πως αυτή ήταν και η τελευταία.

Από παλαιότερη διαδήλωση κατά του Brexit. «Τυρί, όχι Φάρατζ» λέει χαρακτηριστικά το πλακάτ © Matt Brown / Unsplash

Η διαφορά, ωστόσο, του Brexit, από τα υπόλοιπα ευρωσκεπτικιστικά και λαϊκίστικα κινήματα της εποχής ήταν πως, στον πυρήνα της, η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ υποσχόταν την επιστροφή σε ένα περήφανο παρελθόν, το οποίο κανένα από τα άλλα κράτη που φλέρταραν έστω και λίγο με το αυτοκτονικό διάβημα της εξόδου δεν είχαν. Βγάζει νόημα, εξάλλου· το Λονδίνο αποτελούσε το πολιτικό και ιδεολογικό κέντρο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας για αιώνες, και στη μετά-Brexit εποχή, η επιρροή του Ηνωμένου Βασιλείου επί του λεγόμενου «anglosphere» θα μπορούσε δυνητικά να αναζωπυρωθεί, καθώς κανένα άλλο κράτος-μέλος της ΕΕ δεν απολάμβανε ούτε στο ελάχιστο τον βρετανικό συνδυασμό της ήπιας πολιτικής, οικονομικής, στρατιωτικής, και ιδεολογικής ισχύος. Παράλληλα, κανένα άλλο κράτος-μέλος της ΕΕ – ίσως με εξαίρεση την μικρή Ιρλανδία – δεν είχε να καυχηθεί για την «ξεχωριστή σχέση» που καλλιεργούσε με τις ΗΠΑ, την – έως τότε, τουλάχιστον – προστάτιδα δύναμη της Δύσης. Στη θεωρία, η αποχώρηση από την ΕΕ έδινε στους Βρετανούς τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν τη μοναδικότητα της μακράς βρετανικής ιστορίας, σε έναν πολιτικό χρόνο όπου η ΕΕ έμοιαζε ανίκανη να αναλάβει την ευθύνη της βραχύβιας δικής της.

Όμως, σε κανένα σημείο αυτό το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα δε μετουσιώθηκε σε πρακτικό αποτέλεσμα. Οι ψευδαισθήσεις του σύγχρονου βρετανικού εξαιρετισμού διαψεύστηκαν η μια μετά την άλλη, όσο μια νέα σειρά από αλλεπάλληλες κρίσεις – από την πανδημία και τον ρώσο-ουκρανικό πόλεμο, έως την εσωτερική ρήξη του ΝΑΤΟ και την ευρεία ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή μετά το 2023 – απέδειξαν βιαίως τόσο στο Λονδίνο, όσο και στις Βρυξέλλες – αλλά και στην Οτάβα, την Καμπέρα, το Τόκιο, τη Σεούλ, το Γουέλιγκτον, και ούτω καθεξής – πως οι μικρές και οι μεσαίες δυνάμεις δεν έχουν καμία εναλλακτική ως προς την υπεράσπιση πιθανότητα των κοινών τους συμφερόντων, από το να συσφίξουν τις μεταξύ τους εμπορικές, στρατιωτικές, και εν τέλει στρατηγικές σχέσεις. Στο επίκεντρό της, αυτή η συνθήκη δε συνθλίβει κανενός άλλου το φαντασιωσικό μεγαλείο, παρά εκείνων των Βρετανών που πίστεψαν πως η μικρή, πλέον, Βρετανία, θα μπορούσε όντως να ελιχθεί σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο, με έναν σαφώς αποδοτικότερο τρόπο από εκείνον που θα είχε ως κράτος-μέλος της ΕΕ. Το γεγονός και μόνο πως η βρετανική κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Συμμαχίας των Προθύμων, μήπως και οι μικρές και μεσαίες δυνάμεις της Δύσης καταφέρουν να βγάλουν άκρη στην εποχή της υπαρξιακής μεταβολής της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής είναι θαυμαστό – αλλά και παράλληλα ενδεικτικό της συνειδητοποίησης της λάθος εκτίμησης του Brexit: το Λονδίνο απλά δεν το συμφέρει η αποχώρηση από την ΕΕ, όχι τόσο όσο το εξυπηρετούσε η παραμονή του σε αυτή.

Το ολέθριο λάθος του ρεβανσισμού

Φυσικά, όσοι τάχθηκαν ενεργά υπέρ της παραμονής του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ, και έζησαν από κοντά το εξαιρετικά άβολο και άχαρο της αποχώρησής του, νιώθουν σε μεγάλο βαθμό δικαιωμένοι. Η πραγματικότητα – και η πορεία της Ιστορίας – επιβεβαίωσε όλους σχεδόν τους φόβους τους, και δε δικαίωσε σχεδόν καμία από τις διθυραμβικές προσδοκίες των Brexiteers με τους οποίους συγκρούστηκαν, σε κάθε επίπεδο. Όμως, η υιοθέτηση μιας ρεβανσιστικής προσέγγισης τόσο εντός του Ηνωμένου Βασιλείου, όσο όμως και εκ μέρους των Βρυξελλών απέναντι στο Λονδίνο θα είναι ολέθρια· τόσο επειδή, στον πυρήνα του, ο μετριοπαθής ευρωσκεπτικισμός εξακολουθεί να έχει αρκετά επιχειρήματα στα οποία οι Βρυξέλλες δυστυχώς δεν έχουν απάντηση, όσο όμως κυρίως επειδή δεν είναι αυτό το ζήτημα. Δέκα χρόνια αργότερα, το Brexit παραμένει ένα πανάκριβο μάθημα της καταστροφικής ισχύος μιας δομικής αρχής που αγνοεί ο μέσος πολίτης: τα κράτη έχουν συνέχεια, και δεν περιορίζονται από τον βιολογικό χρόνο της ανθρώπινης κατάστασης. Όπως διαμορφώνεται η διεθνής ισορροπία των δυνάμεων, οι μικρομεσαίες δυνάμεις φαίνεται πως δεν έχουν άλλη μακροπρόθεσμη προοπτική ισχύος από τη σύμπλευση, ακόμα και αν αυτή απαιτεί συμβιβασμούς που, στη στιγμή που λαμβάνονται, είναι ζόρικοι· αν όχι κάτι περισσότερο. Οι Βρετανοί, σήμερα, δείχνουν πως πλέον το αντιλαμβάνονται – και αν η επιστροφή στην ΕΕ είναι αδύνατη, τότε η σύγκλιση με αυτή είναι επιβεβλημένη.