- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ντόναλντ Τραμπ: Εξωτερική πολιτική σε κινούμενη άμμο
Η διπλωματία της παρεοκρατίας στη δεύτερη προεδρία του
Η πολιτική Τραμπ αποδυναμώνει τη διπλωματία των ΗΠΑ, ενισχύοντας την παγκόσμια αστάθεια και την αβεβαιότητα στις διεθνείς σχέσεις.
Η εξωτερική πολιτική μιας χώρας ασκείται κατά βάση με δύο τρόπους: με τη διπλωματία και με τον πόλεμο – και με μια ενδιάμεση «γκρίζα» ζώνη όταν οι απειλές για χρήση βίας σκιάζουν τις ειρηνικές σχέσεις των κρατών. Για δε τη διπλωματία, εδώ και αιώνες βασικοί φορείς της θεωρούνται τα υπουργεία Εξωτερικών και οι διαπιστευμένοι εκπρόσωποι κάθε χώρας στο εξωτερικό – εκπρόσωποι, οι οποίοι επίσης είθισται να προέρχονται από τις διπλωματικές υπηρεσίες. Μέσα στη γενικότερη αναδιατύπωση των όρων του παιχνιδιού (για να το πούμε κομψά) που επέφερε η β’ προεδρία του Tραμπ, δεν έμεινε αλώβητη η διεξαγωγή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και οι θεσμικοί της φορείς, ιδίως το State Department αλλά και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (Security Council).
Το ζήτημα έθιξε σε ερευνητικό, μακροσκελές άρθρο το πρακτορείο Reuters (με έδρα το Λονδίνο), με τίτλο «Inside the unraveling of U.S. diplomacy under Trump». Οι συντάκτες του κειμένου άντλησαν πληροφορίες από δεκάδες αξιωματούχους και ειδικούς, από τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες. Με εξαίρεση τους επίσημους εκπροσώπους του Λευκού Οίκου και του State Department (που μιλούν για μεγαλύτερη ευελιξία και αποτελεσματικότητα), οι υπόλοιποι πληροφορητές του Reuters συμφωνούν σε ένα πράγμα: Κατά την τρέχουσα προεδρία Tραμπ η εξωτερική πολιτική, εν γένει, και η άσκηση της διπλωματίας, ειδικότερα, έχουν ξανοιχτεί σε αχαρτογράφητα νερά – όχι μόνο ως προς την ουσία αλλά και ως προς τη διαδικασία. Θεωρώντας τους καθιερωμένους θεσμούς, όπως το State Department και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, μέρος του «συστήματος», που, υποτίθεται, αρνήθηκε να συνεργαστεί ή που τον υπονόμευσε κατά την α’ προεδρία του, o Tραμπ τους αποψίλωσε από προσωπικό και αποδυνάμωσε τον ρόλο τους. Στη θέση τους χρησιμοποιεί έναν κύκλο προσώπων από την «αγορά», το βασικό προσόν των οποίων είναι η αφοσίωση στο «μεγάλο αφεντικό».
Καθώς παροπλίζονται οι καθιερωμένοι φορείς άσκησης διπλωματίας, θολώνει επικίνδυνα η εικόνα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Ένα ζήτημα, και μάλιστα πολύ σοβαρό, είναι η επανειλημμένη, πλέον, επιλογή της προεδρίας Tραμπ να προσφεύγει σε στρατιωτικά μέσα προτού εξαντληθούν τα διπλωματικά. Αυτό συνέβη με το Ιράν τον περασμένο Ιούνιο και τον φετινό Φεβρουάριο: οι αμερικανικές δυνάμεις χτύπησαν ενόσω βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις. Το ίδιο ισχύει για την απαγωγή του Mαδούρο, ενώ πλέον απειλείται αντίστοιχη επιχείρηση στην Κούβα. Δεύτερος παράγοντας σύγχυσης είναι η πυκνή χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, και ιδιαίτερα του τραμπικού Truth Social, για τη μετάδοση συχνά αντιφατικών μηνυμάτων (και) στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Είναι χαρακτηριστικές οι αναρτήσεις της 7ης Απριλίου 2026: Το πρωί ο Tραμπ απείλησε τον «πολιτισμό» του Ιράν με ολοκληρωτικό αφανισμό, ωθώντας κυβερνήσεις άλλων χωρών να αναρωτηθούν αν είχε κατά νου να χρησιμοποιήσει το απόλυτο όπλο αφανισμού, τα πυρηνικά. Όπως αποκαλύπτει το Reuters, τους εν λόγω ξένους τούς έζωσαν τα φίδια, όταν, από τις επαφές τους με το State Department, αντιλήφθηκαν ότι μόνο ο Πρόεδρος γνωρίζει «πού το πάει» η αμερικανική εξωτερική πολιτική. Οπωσδήποτε αισθάνθηκαν ανακούφιση το βράδυ της ίδιας μέρας, όταν ο Tραμπ ανακοίνωσε εκεχειρία με το Ιράν. Το συμπέρασμα ήταν ότι τα παραδοσιακά διπλωματικά κανάλια– πρεσβείες, διπλωμάτες καριέρας και State Department– δεν είναι πλέον σε θέση να παράσχουν αξιόπιστες απαντήσεις, για τον απλούστατο λόγο ότι όχι μόνο δεν μετέχουν στη λήψη αποφάσεων αλλά και μένουν στο σκοτάδι σχετικά με τις προθέσεις του προέδρου. Το μόνο που απομένει, για Αμερικανούς και ξένους, είναι να παρακολουθούν τις αναρτήσεις στο Truth Social και να ελπίζουν για το καλύτερο.
Το άρθρο του Reuters δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία για την αποδυνάμωση, σχεδόν με το «καλημέρα» της περιόδου «Τραμπ 2.0», του διπλωματικού μηχανισμού που επί δεκαετίες υποστήριζε τον ηγετικό ρόλο των ΗΠΑ σε παγκόσμιο επίπεδο. Την επανεκλογή Tραμπ ακολούθησαν παραιτήσεις και απολύσεις χιλιάδων στελεχών, επιβολή ιδεολογικού ελέγχου και διάχυτη ανασφάλεια. Περισσότερες από τις μισές θέσεις πρεσβευτών των Ηνωμένων Πολιτειών παραμένουν κενές, ενώ περίπου το 90% των υπολοίπων έχουν στελεχωθεί με «ανθρώπους του Προέδρου», συχνά χωρίς διπλωματική εμπειρία. Αποτέλεσμα: αντί της διπλωματίας μέσω στελεχών καριέρας, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ ασκείται όλο και περισσότερο από ερασιτέχνες ή και άσχετους· συγγενείς του Tραμπ, προσωπικοί φίλοι, συνεταιράκια εμφανίζονται σε θέσεις πρεσβευτών και ειδικών απεσταλμένων που επικαλούνται άμεση πρόσβαση στον Πρόεδρο. Οι Kούσνερ, πατέρας και γιος, και ο Steve Witkoff αποτελούν μόνο τις πιο προβεβλημένες περιπτώσεις.
Η έρευνα του Reuters θίγει επίσης τον ρόλο των συντηρητικών δικτύων ακτιβιστών, που εμφανίζονται ως φορείς μιας παράλληλης, «προεδρικής» διπλωματικής υπηρεσίας. Ένα παράδειγμα είναι η Ben Franklin Fellowship, μια ομάδα που συνδέεται με συντηρητικούς πολιτικούς κύκλους και πρώην διπλωμάτες που ευθυγραμμίζονται με την κοσμοθεωρία του Tραμπ. Το Reuters αναφέρει ότι η οργάνωση στρατολογεί και προωθεί ιδεολογικά συμβατούς υποψηφίους, ενώ παράλληλα στοχοποιεί αξιωματούχους καριέρας που θεωρούνται πολιτικά αφερέγγυοι ή μέρος της λεγόμενης «αντίστασης». Η κατάσταση αυτή θυμίζει έντονα την πρακτική ολοκληρωτικών καθεστώτων του μεσοπολέμου που διατηρούσαν μεν τα θεσμικά όργανα του αστικού κράτους (π.χ. το υπουργείο Εξωτερικών ή τον στρατό), αλλά έστηναν και έναν παράλληλο μηχανισμό, πιστό στον Duce ή τον Führer.
Μπροστά στο νέο τοπίο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, οι ξένες κυβερνήσεις των ΗΠΑ οφείλουν να προσαρμοστούν. Μέχρι στιγμής, οι φίλοι επιλέγουν τον κατευνασμό και την κολακεία. Οι αντίπαλοι, ιδίως η Κίνα, βλέπουν μια μεγάλη ευκαιρία να υποκαταστήσουν τις ΗΠΑ ως αξιόπιστος παράγοντες ισορροπίας του διεθνούς συστήματος. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η Ρωσία, η ηγεσία της οποίας επιχειρεί να επωφεληθεί από την εκλεκτική συγγένειά της με τον ένοικο του Λευκού Οίκου για να βγει από το αδιέξοδο των επιλογών της. Το βέβαιο είναι ότι η αμερικανική πολιτική αποτελεί πλέον τον υπ’ αριθμόν ένα αστάθμητο παράγοντα στις διεθνείς σχέσεις. Οι κυβερνήσεις, ιδίως οι (μέχρι πρότινος;) συμμαχικές, πέρα από το να ελπίζουν το καλύτερο, καλό είναι να προετοιμάζονται για το χειρότερο, με ορίζοντα τους επόμενους 32 μήνες.