Κοσμος

Στον ρυθμό της ισπανικής υποχώρησης

Από την Ισπανία μέχρι την Ελλάδα, η δημοκρατία ψάχνει απαντήσεις

Παντελής Καψής
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ισπανία, η αβεβαιότητα στην Ευρώπη και η ελληνική πολιτική τοξικότητα αποκαλύπτουν μια βαθύτερη κρίση αξιοπιστίας της φιλελεύθερης δημοκρατίας

Η είδηση πέρασε στα ψιλά γράμματα όσων λίγων μέσων ενημέρωσης ασχολήθηκαν μαζί της. Όχι άδικα ίσως. Γιατί να μας ενδιαφέρουν οι περιφερειακές εκλογές στην Ανδαλουσία της Ισπανίας; Εκεί το ακροδεξιό VOX αναδείχθηκε ρυθμιστής για την ανάδειξη της τοπικής κυβέρνησης. Το σοσιαλιστικό κόμμα πάλι του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ έφερε το χειρότερο αποτέλεσμα από το 1982 που διεξάγονται τοπικές εκλογές.

Προφανώς για να σχολιάσει κανείς ένα αποτέλεσμα πρέπει να πάρει υπόψη του τις ιδιαιτερότητες κάθε εκλογικής αναμέτρησης. Για παράδειγμα τις κατηγορίες για διαφθορά σε βάρος της κυβέρνησης. Από την άλλη πλευρά το «ισπανικό μοντέλο», της κυβέρνησης αριστερής συνεργασίας δηλαδή, παρουσιάζεται από πολλούς στη χώρα μας ως πανάκεια. Απαντά κατά την άποψη αυτή, στην άνοδο της δεξιάς στην Ευρώπη εφαρμόζοντας προοδευτικές πολιτικές. Προβάλλεται μάλιστα σε αντιδιαστολή με το «γερμανικό μοντέλο», της συνεργασίας δηλαδή της κεντροαριστεράς με την κεντροδεξιά η οποία δεν έχει σταματήσει την άνοδο του ακροδεξιού AfD.

Ας το πάρουμε απόφαση λοιπόν. Δεν υπάρχουν «μοντέλα» που λειτουργούν, δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις σε αυτή την πρωτοφανή κρίση αξιοπιστίας της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Όλοι τσαλαβουτούν όπως μπορούν αναζητώντας λύσεις στις παρενέργειες και την αβεβαιότητα που έχουν επιφέρει η παγκοσμιοποίηση, το μεταναστευτικό και οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις.

Κιρ Στάρμερ © NEIL HALL / EPA

Πού θα καταλήξουν όλα αυτά, κανείς δεν γνωρίζει. Σίγουρα επιβάλουν ταπεινότητα και μετριοπάθεια. Στην Ελλάδα όμως του αχαλίνωτου βερμπαλισμού ερωτευόμαστε τα λόγια μας. Νομίζουμε ότι οι μεγαλοστομίες, οι βαρύγδουπες εκφράσεις, η επίκληση «μοντέλων» ή «ρευμάτων», η καταδίκη του «νεοφιλελευθερισμού» και βεβαίως η τοξικότητα και η εχθροπάθεια αποτελούν πολιτική. Στο τελευταίο μοιάζουμε είναι αλήθεια με την Ισπανία. Όπως είπε ο Miguel Roca, ένας από τους πατέρες του ισπανικού συντάγματος, όταν έχεις απέναντί σου έναν εχθρό δεν έχεις ανάγκη από επιχειρήματα.

Μια άλλη είδηση από το εξωτερικό, η οποία θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει, πήρε ακόμα μικρότερη δημοσιότητα. Στην Αγγλία λοιπόν εκτινάχθηκαν τα επιτόκια δανεισμού όταν ο Δήμαρχος του Μάντσεστερ Andy Burnham, ο οποίος μπορεί να είναι ο διάδοχος του Κιρ Στάρμερ, δήλωσε ότι αν εκλεγεί επικεφαλής του Εργατικού Κόμματος θα δώσει τέλος στη λιτότητα. Μέσα σε λίγες ώρες αναγκάστηκε να κάνει διορθωτική δήλωση ότι θα σεβαστεί τους δημοσιονομικούς κανόνες! Για την Ελλάδα η Moody’s έχει ήδη επεξεργαστεί σενάρια για το τι θα μπορούσε να πάει στραβά αν υπάρξει δυσκολία σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις εκλογές. Η απόσταση ανάμεσα στον θρίαμβο και την καταστροφή παραμένει για τη χώρα μας εξαιρετικά μικρή.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες θα περίμενε κανείς ότι το ελάχιστο θα ήταν τα κόμματα να έχουν αποδεχθεί ένα πλαίσιο συναίνεσης και συνέχειας στην οικονομική πολιτική το οποίο θα διασφαλίζει ότι δεν θα οδηγηθούμε ξανά στα βράχια. Άλλωστε γνωρίζουν ότι τα προβλήματα τα οποία καίνε τους πολίτες, η ακρίβεια και τα χαμηλά εισοδήματα, δεν έχουν εύκολες λύσεις. Όποια κυβέρνηση και αν προκύψει λίγα πράγματα θα μπορεί να κάνει διαφορετικά. Αντ’ αυτού το μόνο το οποίο κάνουν είναι να υποδαυλίζουν τη δυσαρέσκεια και να καταστροφολογούν χωρίς να προτείνουν καμία ρεαλιστική λύση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν και η πρώτη ημέρα του συνεδρίου του «Κύκλου Ιδεών» του Βαγγέλη Βενιζέλου. Προβλήθηκε μια εικόνα παντελούς αναξιοπιστίας για την πολιτική και την οικονομία η οποία συνοδεύτηκε από γενικότητες για την ανάγκη ενός νέου πλαισίου «σχέσης (των πολιτών) με το κράτος, την οικονομία και τους θεσμούς». Κλεισμένοι στο καβούκι και τους ανταγωνισμούς μας ομφαλοσκοπούμε την ώρα που όλοι οι διεθνείς οργανισμοί μιλάνε με τα καλύτερα λόγια για όσα έχει επιτύχει η χώρα στην οικονομία. Κι αντί να προστατεύουμε σαν τα μάτια μας αυτό το κεκτημένο, αναρωτιόμαστε για το ποια (πρέπει να) είναι η νέα κανονικότητα! Οι υπαρκτές ανεπάρκειες της κυβέρνησης και τα βαρύτατα λάθη της γίνονται το πρόσχημα όχι για τη διαπίστωση της απουσίας «κυβερνησιμότητας» αλλά στην πραγματικότητα για την άρνησή της.