- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Aνθρωπολογικές αναλύσεις και αμφίδρομος ρατσισμός - Η περίπτωση του Σαιν-Ντενί
Το ουτοπιστικό εργαστήρι του προαστείου του Παρισιού
Aνθρωπολογικές αναλύσεις και αμφίδρομος ρατσισμός: Η εκλογή του Bally Bagayoko στο Σαιν-Ντενί αναζωπύρωσε τη συζήτηση για τη μετανάστευση, τον κοινοτισμό και τα όρια του αντιρατσισμού στη Γαλλία
H εκλογή του Bally Bagayoko, με καταγωγή από το Μάλι, στη δημαρχία του παρισινού προαστείου Σαιν-Ντενί (πληθυσμός 150.000, 39% των κατοίκων γεννημένοι στο εξωτερικό, 31% αλλοδαποί χωρίς γαλλική ιθαγένεια) προκάλεσε πικρή διαμάχη γύρω από τη μετανάστευση, τη φυλή («race» και «tribu») και την ένταξη των μεταναστών στη γαλλική κοινωνία. Όχι όμως επειδή ο Bagayoko είναι «μαύρος»: στη Γαλλία πάνω από το 10% των δημάρχων και πάνω από το 25% των δημοτικών συμβούλων προέρχονται από την εξω-ευρωπαϊκή μετανάστευση. Η διαμάχη ξέσπασε και συνεχίζεται εξαιτίας των θέσεων του Bagayoko, στελέχους της Ανυπότακτης Γαλλίας, τις οποίες σχολίασε αρχικά ο γνωστός και λαλίστατος φιλόσοφος Michel Onfray, παραβιάζοντας την άτυπη απαγόρευση της κριτικής σε εκλεγμένους από την Αφρική.
Tα τελευταία χρόνια o Onfray εμφανίζεται κάθε εβδομάδα στο κανάλι CNews το οποίο στηρίζει την Εθνική Συσπείρωση και γενικότερα την αντιμεταναστευτική δεξιά: ο φιλόσοφος έχει γίνει ένα είδος επίπλου της λαϊκής τηλεόρασης. Ο Onfray δεν αναφέρθηκε στην εθνοτική καταγωγή του Bagayoko, αλλά στην άτοπη αντι-αποικιακή και αντιρατσιστική ρητορική του —άτοπη επειδή η αποικιοκρατία έχει τελειώσει από το 1961 και το νομικό σύστημα στη Γαλλία εξασφαλίζει την ισότητα: ένδειξη η ίδια η εκλογή του Bagayoko στη δημαρχία— κάνοντας λόγο για «νοοτροπία αφρικανικής φυλής» (tribu). Αλλά, αν και αναμφισβήτητα, τα στελέχη της Ανυπότακτης Γαλλίας, ανεξαρτήτως χρώματος και καταγωγής, εφαρμόζουν κανόνες φυλής της σαβάννας και της ζούγκλας —«ή εμείς ή αυτοί», «οι δικοί μας και οι άλλοι»— επιδεικνύνοντας πολεμοχαρές πνεύμα, και εκθειάζοντας την ιδεολογική συγγένεια ως συγγένεια αίματος— οι ανθρωπολογικές αναλύσεις του Onfray δεν απέχουν πολύ από τον «επιστημονικό» ρατσισμό. Πράγματι, ο Οnfray, συνεπικουρούμενος από τον ψυχολόγο Jean Doridot, τον οποίον δεν είχα ξανακούσει, ανέλυσαν το πολεμικό πνεύμα, τη μαχητική και διχαστική γλώσσα του Bagayoko, που χαρακτηρίζει ολόκληρη την Ανυπότακτη Γαλλία, με όρους που αναζωπύρωσαν τα πάθη γύρω από τον υποτιθέμενο ρατσισμό της γαλλικής κοινωνίας και ενεργοποιώντας τον μηχανισμό της «λαϊκής αγανάκτησης». Ο Onfray και ο Doridot φέρθηκαν «σαν» ρατσιστές· όμως, ούτε είναι ρατσιστές, ούτε εκπροσωπούν τους Γάλλους: οι αναφορές και το ύφος τους εκπροσωπούν τους αγανακτισμένους και τους πατριώτες.
Αν αφαιρέσουμε τις ατυχείς αναφορές και το περισπούδαστο ύφος, ο Onfray και ο Doridot έχουν δίκιο: ο Bagayoko, όπως συμβαίνει συνήθως στον χώρο των Ανυπότακτων, δεν συμπεριφέρεται ως εκλεγμένος ολόκληρης της κοινότητας· τον ενδιαφέρουν μόνο οι δικοί του ψηφοφόροι· περιφρονεί τους υπολοίπους τους οποίους κατηγορεί για ρατσισμό και ισλαμοφοβία. Τέτοιες στενόκαρδες και εκδικητικές μορφές διοίκησης παρατηρούνται όταν οι εκλεγμένοι προέρχονται από τη μετανάστευση και θεωρούν καθήκον τους να προωθούν τις αρχές και τις αξίες της μεταναστευτική «κοινότητας», ευνοώντας τον κοινοτισμό και την κοινωνική διάλυση. Μπροστά σ’ αυτό το φαινόμενο, ο Onfray παρέπεμψε στη συμπεριφορική βιολογία, σαν να υπαινισσόταν ότι άνθρωποι από το Μάλι, το Κονγκό ή την Αλγερία έχουν στο DNA τους την ιεραρχία και την ηθική των φυλών· προσλήψεις της πραγματικότητας που δεν ταιριάζουν στην ευρωπαϊκή δημοκρατία. Και παρά την αναμφίβολη αμετροπέπειά του, η κατακραυγή που ακολούθησε οφείλεται, εν μέρει τουλάχιστον, και στο γεγονός ότι προέρχεται από την αντικαπιταλιστική αριστερά και συνεχίζει να διατυπώνει αριστερολαϊκιστές θέσεις. Εύκολα χαρακτηρίζεσαι φασίστας στη Γαλλία.
Φαίνεται ότι είμαστε παγιδευμένοι για μια ακόμα φορά σε μια συζήτηση που έχει ξεπεραστεί ή που δεν είχε ποτέ νόημα. Το θέμα δεν είναι το χρώμα του δέρματος των πολιτικών —άλλωστε, κανείς στη Γαλλία δεν ασχολείται με χρώματα· ασχολείται με πολιτικές θέσεις, με πολιτικό λεξιλόγιο. Ο καθένας έχει δικαίωμα να χαρακτηρίσει μια πολιτική μεροληψίας ή κοινωνικού μίσους «tribal»: για παράδειγμα, η ελληνική πελατοκρατία είναι σαφώς tribal χωρίς να υπεισέρχονται παράγοντες χρώματος και φυλετικής καταγωγής —υπεισέρχεται ωστόσο παράγοντας τοπικής «φυλής» (χωριό, νομός). Αν λοιπόν υπάρχει «σκάνδαλο» στα λεγόμενα του Onfray και του Doridot είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται την τρομερή εκμετάλλευση των λόγων τους «εκτός συμφραζομένων» —μια διαδικασία που ακολουθεί πάντοτε τις τοποθετήσεις ανθρώπων οι οποίοι βρίσκονται ήδη στο στόχαστρο της αριστεράς. Κυρίως, η φασαρία που έγινε για τις δήθεν επιστημονικές δηλώσεις των προαναφερθέντων (με αναφορές στον Δαρβίνο!) σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται πλέον η ανθρωπολογική ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς: κατά καιρούς έχουν προκληθεί έντονες διαμαρτυρίες για ανθρωπολογικές ερμηνείες της αρσενικής βίας, της κρεοφαγίας και άλλων πρωτόγονων συνηθειών. Οπότε κι αυτό φαίνεται προγραμμένο.
Ωστόσο, δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν, την τροχιά που έχουμε διαγράψει μέσα στον κόσμο. Το να εμηνεύουμε τα πάντα μέσα από το πρίσμα του ρατσισμού και της ανισότητας είναι ισχνή μέθοδος ανάλυσης που οδηγεί σε στάσεις σαν εκείνες του Bally Bagayoko, ο οποίος καταγγέλλει την «ολοένα και πιο ρατσιστική γαλλική κοινωνία», δεσμεύεται να χρησιμοποιήσει τη θέση του για να δώσει φωνή σε όσους υφίστανται «διακρίσεις» και παραμένουν σιωπηλοί (κανείς δεν υφίσταται διακρίσεις στη Γαλλία), ζητεί την κατάργηση των καναλιών όπως το CNews, υποστηρίζοντας ότι «τέτοια μέσα δεν έχουν θέση στο γαλλικό ραδιοτηλεοπτικό τοπίο», χαρακτηρίζει το Σαιν-Ντενί την «πρωτεύουσα της ανυπακοής» και υπόσχεται προστασία των λαϊκών στρωμάτων από τον πολεοδομικό εξευγενισμό, τον περιβόητο gentrification που δήθεν καταστρέφει τις κοινότητες.
Ο «ρατσισμός» —με ή χωρίς εισαγωγικά— είναι αμφίδρομος. Συχνά, πολύ συχνά, η πλευρά του Bagayoko εκφράζει καχυποψία και μίσος προς τους επονομαζόμενους λευκούς, τους πολιτιστικά ιουδαιοχριστιανούς, τους υποτιθέμενους θύτες της ανθρώπινης ιστορίας. Έτσι, αν και η εχθροπάθεια της Ανυπότακτης Γαλλίας είναι νομιμοποιημένη, το ομολογουμένως φτηνό φιλοσοφείν του Onfray ποινικοποιείται. Ταυτοχρόνως, εγκωμιάζεται μια ουτοπία «νέας Γαλλίας», πολυπολιτισμικής, woke, «ελεύθερης» (ελεύθερης από τι και για ποιο πράγμα;) που έχει σβήσει την ανάμνηση της «παλιάς» με τους βασιλιάδες, τις επαναστάσεις, την αποκιοκρατία, τις οικογενειακές αξίες και τις ελίτ των διανοουμένων. Το Σαιν-Ντενί παρουσιάζεται σαν ένα εργαστήριο εναλλακτικής Γαλλίας, με συλλογική στάση ράπερ, με μουσική υπόκρουση Tiakola, Freeze Corleone, Maes και Aya Nakamura, όπου ενθαρρύνονται οι καταλήψεις κτιρίων και τα μπάρμπεκιου στον δρόμο, κι όπου η αστυνομία είναι ανεπιθύμητη ακόμα κι αν κρατάει νεροπίστολο.