- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Νάιτζελ Φάρατζ, κανείς δεν γελάει πια
Πώς ο αρχιτέκτονας του Brexit ενδεχομένως να μετακομίσει στην Ντάουνινγκ Στριτ
Η κατάρρευση Συντηρητικών και Εργατικών, η παρατεταμένη σκιά του Brexit και η στρατηγική υπομονής που μετατρέπει τον Νάιτζελ Φάρατζ σε κεντρικό παίκτη της βρετανικής πολιτικής
Όποιος παρακολουθεί – έστω και από απόσταση – τη βρετανική πολιτική σκηνή, γνωρίζει πως ο σουρεαλισμός δεν έχει τέλος στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σε αυτό το πλαίσιο, τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών της προηγούμενης εβδομάδας αντί να προκαλούν έκπληξη, σοκ και δέος, λειτουργούν ως απλώς μια επιβεβαίωση του χάους στο οποίο στροβιλίζεται εδώ και μια δεκαετία το βρετανικό πολιτικό σύστημα. Στο κέντρο αυτού, βρίσκεται πλέον ακλόνητος ο Νάιτζελ Φάρατζ, ο οποίος δέκα χρόνια μετά και το δημοψήφισμα που οδήγησε τελικά στο Brexit, βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ στη βρετανική πρωθυπουργία.
Είτε τον συμπαθείς, είτε τον απεχθάνεσαι, δεν μπορείς να μην αποδεχθείς πως ο επικεφαλής του Reform UK αποτελεί ένα μοναδικό πολιτικό φαινόμενο, το οποίο πρώτοι οι Εργατικοί και οι Συντηρητικοί υποτίμησαν, παρότι φάνηκε από νωρίς μέχρι πού θα μπορούσε να (το) πάει το πράγμα. Σήμερα, με το Reform UK να εκλέγει περισσότερους από 1350 δημοτικούς συμβούλους – από μόλις δύο που κατείχε στον προηγούμενο θεσμικό κύκλο – αλλά και να ελέγχει, πλέον, δεκατέσσερα δημοτικά συμβούλια σε όλη τη χώρα, τη στιγμή που τα δύο παραδοσιακά κόμματα βρίσκονται σε μια παρατεταμένη φάση περιορισμού του εκλογικού ολέθρου τον οποίο βιώνουν, ο Νάιτζελ Φάρατζ αποτελεί μακράν τον ισχυρότερο πολιτικό παράγοντα στη χώρα· και όλο αυτό, έχοντας κερδίσει μόλις πέντε έδρες στις εθνικές εκλογές του 2024.
Από το περιθώριο στην εξουσία: η στρατηγική του Νάιτζελ Φάρατζ
Η παρατεταμένη κρίση του βρετανικού πολιτικού συστήματος
Εδώ και δέκα χρόνια, κάθε συζήτηση σχετικά με τις πολιτικές εξελίξεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, ασχέτως αντικειμένου, επικαιρότητας, αλλά και των διαφόρων κρίσεων που έχουν κληθεί να αντιμετωπίσουν τόσο οι Συντηρητικοί, όσο και οι Εργατικοί – από τον Covid και τον ρώσο-ουκρανικό πόλεμο, έως τη μεταναστευτική κρίση και την ανεργία των νέων – περιστρέφεται γύρω από το Brexit. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ εξακολουθεί να προκαλεί βίαια απόνερα, ενώ περιέπλεξε σημαντικά τη δυνατότητα του Λονδίνου να ανταποκριθεί σε μια σειρά προκλήσεων τις οποίες θα είχε αντιμετωπίσει καλύτερα – ή δε θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσει καν – αν δεν είχε προχωρήσει αυτοκτονικά στο Brexit. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η συγκεκριμένη θέση δεν εξηγεί από μόνη της ούτε την εκλογική επιτυχία του Reform UK στις τοπικές εκλογές – η οποία επιβεβαίωσε και τη δημοσκοπική πρωτιά που απολαμβάνει το ευρωσκεπτικιστικό κόμμα από τον περασμένο Απρίλιο – ούτε όμως και την προσωπική δημοφιλία του Φάρατζ. Εξάλλου, σύμφωνα με αλλεπάλληλες ποιοτικές έρευνες που έχουν δημοσιευτεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, η συντριπτική πλειοψηφία του βρετανικού εκλογικού σώματος θεωρεί πως η αποχώρηση της χώρας από την ΕΕ ήταν απολύτως εσφαλμένη, σε ένα ποσοστό το οποίο αγγίζει το 70%. Το ζήτημα είναι πολυπαραγοντικό, και στον πυρήνα του βρίσκεται η θολωμένη ταυτότητα τόσο των Εργατικών, όσο και των Συντηρητικών, καθώς και τα δύο πάλαι ποτέ κραταιά βρετανικά κόμματα βιώνουν έναν παρατεταμένο ιδεολογικό εμφύλιο, τον οποίο εξαγριώνουν περαιτέρω οι προσωπικές φιλοδοξίες προβεβλημένων και εξεχόντων στελεχών, αλλά και των εσωτερικών τους συμμάχων.
Στην περίπτωση των Εργατικών, αποδεικνύεται πλέον πως ο – σε μεγάλο βαθμό προσωπικός – εκλογικός θρίαμβος του Τόνι Μπλερ και της κεντρογενούς στροφής στην οποία προχώρησε με το αφήγημα των «Νέων Εργατικών» (New Labour) ήταν τελικά απερίγραπτα κοστοβόρος για το κόμμα του. Η πλήρης απαξίωση του Μπλερ μετά και τη συμβολή του Ηνωμένου Βασιλείου στον Πόλεμο του Ιράκ, και η εν κινήσει διαδοχή του από τον αριστερόστροφο Γκόρντον Μπράουν, ο οποίος όμως ηττήθηκε στις εκλογές του 2010 από τον soft κεντροδεξιό Ντέιβιντ Κάμερον, οδήγησε σε μια ατέρμονη εναλλαγή προσώπων στην ηγεσία του κόμματος, τα μέλη και οι βουλευτές του οποίου ακροβατούσαν ανάμεσα στον παρωχημένο και ήμι-παρανοϊκό σοσιαλισμό που εκπροσωπούσε ο – ανεκδιήγητος, ηγετικά – Τζέρεμι Κόρμπιν, και τον ανέμπνευστο και τόσο όσο πραγματισμό που εκπροσωπεί ο νυν επικεφαλής και Πρωθυπουργός, Κιρ Στάρμερ. Αρκεί κανείς να θυμηθεί πως, για να μπορέσει να κρατήσει το κόμμα του ενωμένο, και παρά τον εκλογικό θρίαμβο του 2024, ο Στάρμερ αναγκάστηκε να διορίσει ως αναπληρώτριά του την Άντζελα Ρέινερ, η οποία λειτουργούσε ως η σοσιαλιστική ψυχή της κυβέρνησης μέχρι την παραίτησή της λόγω ενός σκανδάλου αναφορικά με την απόκτηση ακίνητης περιουσίας εκ μέρους της – και η οποία σήμερα απαιτεί την παραίτηση του πρώην προϊσταμένου της, σαν να μη συνέβη τίποτα.
Από την άλλη, ο εμφύλιος στις τάξεις των Συντηρητικών είναι ακόμα πιο προφανής και αβυσσαλέος, σε βαθμό που πλέον απειλεί έως και την επιβίωση του κόμματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το σημείο τριβής ήταν σαφώς περισσότερο πρακτικό – αλλά εξίσου διχαστικό, ιδεολογικά μιλώντας – καθώς οι Συντηρητικοί δεν κατάφεραν ποτέ να υιοθετήσουν μια κοινή και συγκροτημένη στάση σε ό,τι αφορά τις σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρώπη, ούτε όταν συζητούνταν η ένταξή του στην ΕΟΚ, ούτε όσο ήταν μέλος της ΕΕ, ούτε όμως και μετά την αποχώρησή του από αυτή. Από τα 80s και τον πολιτικό χρόνο της παντοκρατορίας της μητέρας του ευρωσκεπτικισμού, Μάργκαρετ Θάτσερ, έως και τα ταραχώδη 2010s όπου ο ένας ηγέτης διαδεχόταν τον άλλο, και όλοι μαζί συγκρούονταν στο πλαίσιο της εφαρμογής του Brexit – στο οποίο κανείς δε μπορεί τελικά να πει με σιγουριά ποιος στ’ αλήθεια πίστευε και ποιος όχι – οι Συντηρητικοί προσπαθούσαν ταυτόχρονα να εκφράσουν τους μετριοπαθείς και φιλοευρωπαίους ψηφοφόρους τους οποίους τρόμαζε ανέκαθεν η αριστερή πτέρυγα των Εργατικών, όσο όμως και τους ευρωσκεπτικιστές της – αγγλικής, κυρίως – επαρχίας, οι οποίοι νοσταλγούσαν τις δοξασμένες ημέρες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, και αντιμετώπιζαν από την αρχή τις Βρυξέλλες ως μέσες-άκρες κατακτητή, αντί ως δικλείδα ασφαλείας και εγγύηση κοινής – έστω και αμιγώς οικονομικής – προόδου με τους ευρωπαϊκούς εταίρους του Ηνωμένου Βασιλείου· και τα δύο μαζί, δε γίνονται.
Το καθαρό – κι όμως – καθαρό ιδεολογικό στίγμα του Φάρατζ
Απέναντι στο ιδεολογικό και πολιτικό χάος των δύο κραταιών κομμάτων, ο Φάρατζ έχει καταφέρει να εκπέμπει ένα μήνυμα ιδεολογικής καθαρότητας και πολιτικής και προσωπικής συνέπειας· μη γελάτε, έτσι είναι. Σήμερα, θα πρέπει να είναι κανείς απολύτως παραδομένος στον ευρωσκεπτικισμό και τη μισαλλοδοξία – αν δεν είναι λοβοτομημένος – ώστε να μην παραδέχεται πως ο αρχιτέκτονας του Brexit τάισε το βρετανικό εκλογικό σώμα με αδιανόητες ανακρίβειες και κατάφορα ψέματα ώστε να πετύχει τον σκοπό του. Ωστόσο, βλέποντάς το προσεκτικά, συνειδητοποιεί κανείς πως ο Φάρατζ φρόντισε από νωρίς να χτίσει την ιδανική άμυνα απέναντι στις αιτιάσεις που αντιμετώπιζε αναφορικά τόσο με τη δική του συμπεριφορά στον τότε προεκλογικό κύκλο, όσο όμως και σχετικά με την – αδιαμφησβήτητη, ακόμα και μεταξύ των υποστηρικτών της – αποτυχία της εξόδου της χώρας από την ΕΕ. Αντί να χαρακτηρίσει το Brexit ως επιτυχία, ο Φάρατζ συντάχθηκε με εκείνους που το έκριναν αποτυχημένο εξ αρχής, κατηγορώντας τους Συντηρητικούς πως απέτυχαν να εκπληρώσουν την προφητεία του ιδίου ως όφειλαν. Μέσω αυτής της γραμμής, στην οποία έχει εμείνει και σπινάρει εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια – από τη στιγμή δηλαδή που φάνηκε πόσο τεχνικά δύσκολη και οικονομικά επώδυνη θα ήταν τόσο η διαδικασία της αποχώρησης, όσο όμως και η μοναξιά του Ηνωμένου Βασιλείου στον μετά-Brexit πολιτικό χρόνο – ο Φάρατζ έχει πετύχει να αναχθεί στις συνειδήσεις των Βρετανών ευρωσκεπικιστών ως ο φύσει ηγέτης τους, και ο μόνος ο οποίος μπορεί όντως να φέρει εις πέρας τα καθήκοντα της πρωθυπουργίας στη μετά-Brexit εποχή.
Σε αυτή τη συνθήκη έχει συμβάλει ένα γνώρισμα της πολιτικής σκέψης του Φάρατζ, το οποίο σπάνια συναντά κανείς σε πολιτικό με φιλοδοξίες – και πόσο μάλλον δε στο βρετανικό πολιτικό σύστημα των ατελείωτων διαδόχων και εν δυνάμει πρωθυπουργών: ο αρχιτέκτονας του Brexit παίζει το καλύτερο long game στον κόσμο. Υιοθετώντας μια μακροπρόθεσμη στρατηγική – και αποδεχόμενος το ρίσκο αυτή να μην του βγει – ο Φάρατζ άφησε το χάος που ο ίδιος, σε μεγάλο βαθμό, προκάλεσε στο βρετανικό πολιτικό σύστημα να διαβρώσει τους Συντηρητικούς, αλλά και να εξουθενώσει τους Εργατικούς που παρέλαβαν μια χώρα υπό θεσμική κατάρρευση το 2024, ασκώντας κριτική επί των εκάστοτε ζητημάτων που δημιουργούν κυβερνητική φθορά, και επιμένοντας πως όλοι όσοι διαδέχθηκαν τον Ντέιβιντ Κάμερον έχουν αποτύχει να ανταποκριθούν στις προσδοκίες του Brexit. Με αυτόν τον τρόπο, έχει καταφέρει δύο πράγματα: α) να προσελκύσει τόσο τους δεξιότερους και περισσότερο ευρωσκεπτικιστές ψηφοφόρους των Συντηρητικών στις τάξεις του Reform UK, όπως όμως και ορισμένα από τα σημαντικότερα στελέχη του – όπως τον Ρόμπερτ Τζένρικ, μεταξύ πολλών άλλων – και β) να εκμεταλλευτεί την εσωτερική φθορά των Εργατικών, αλλά και την πίεση που τους ασκούν από τα αριστερά οι Πράσινοι. Σε αυτό το σχήμα, το Reform UK τροφοδοτείται άμεσα από την παρατεταμένη αποδρομή στην οποία βρίσκονται οι Συντηρητικοί, και εμμέσως από τη διαρκώς αυξανόμενη φθορά που υφίστανται οι Εργατικοί, χωρίς όμως να βιάζεται, ούτε να επιθυμεί να προκαλέσει τις εξελίξεις που θα μπορούσαν να τον φέρουν στην Ντάουνινγκ Στριτ νωρίτερα· αυτή η μακροπρόθεσμη προσέγγιση έκανε το Reform UK τη μεγαλύτερη πολιτική δύναμη στη χώρα σήμερα, και αυτή ακριβώς μπορεί να τον πάει ως το τέλος.
Εξάλλου, ο Φάρατζ ευνοείται και από δύο επιπλέον χαρακτηριστικά, το ένα εκ των οποίων το χρειάζεται κάθε επίδοξος Πρωθυπουργός σε οποιαδήποτε χώρα, τη στιγμή που το δεύτερο όμως το έχουν ελάχιστοι. Πρώτον, ο επικεφαλής του Reform UK έχει τη δυνατότητα να επανεφευρίσκει τον εαυτό του, τόσο ώστε να αντιμετωπίζει επαρκώς την κριτική που του ασκείται για κάποιο ζήτημα που θα μπορούσε να τον πλήξει, χωρίς ωστόσο να αλλάζει δραματικά το ιδεολογικό του αφήγημα· η απόσταση που έχει πάρει από τον Ντόναλντ Τραμπ – τη σχέση του με τον οποίο είχε εκμεταλλευτεί σε απόλυτο βαθμό στο παρελθόν – αφότου η δημοφιλία του Αμερικανού Προέδρου συρρικνώθηκε τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο, όσο και στην Ευρώπη, αποτελεί το πλέον ενδεικτικό παράδειγμα. Δεύτερον – και σημαντικότερο, ειδικά απέναντι στον Στάρμερ – ο τύπος εκπέμπει μια αίσθηση αυθεντικότητας, η οποία δεν είναι εσφαλμένη· ο Φάρατζ μιλάει σαν τον αρχετυπικό Βρετανό της γενιάς του που θα συναντήσεις στην τοπική σου παμπ στο Burnley ή στο Southampton, και έχει μια αδιανόητη δυνατότητα να συνδεθεί με τον εκάστοτε συνομιλητή του. Μπορεί οι λόγοι του στο Κοινοβούλιο – όπως και παλιότερα στο Ευρωκοινοβούλιο – να παραπέμπουν σε σόου, ωστόσο αν δει κανείς έστω λίγα από τα αμέτρητα βίντεο που κυκλοφορούν online όπου συζητάει τόσο με δημοσιογράφους face to face, όσο όμως κυρίως με πολίτες – ακόμα και με διαφωνούντες προς σ’ αυτόν ιδεολογικά – συνειδητοποιεί πως ο Φάρατζ είναι ένας τύπος με τον οποίο άνετα θα έπινες δύο-τρεις μπίρες, για τη φάση, ακόμα και αν ορισμένες θέσεις του σου φαίνονται αποκρουστικές· τον Στάρμερ οι περισσότεροι θα έκαναν πως δεν τον είδαν.
Τα ύστερα του βρετανικού μικροκόσμου
Η φράση «The Right Honourable Prime Minister, Nigel Farage» κάποτε θα ακουγόταν ως ανέκδοτο, μετά ως κακόγουστο αστείο, αλλά σήμερα συγκεντρώνει σημαντικές πιθανότητες ώστε να αποτελέσει πραγματικότητα. Σύμφωνα με τα σχετικά μοντέλα, αν σήμερα διεξάγονταν εκλογές στη χώρα, το Reform UK θα ήταν πρώτη δύναμη, και πιθανότατα θα συγκυβερνούσε με τους ασθμαίνοντες Συντηρητικούς· το πώς θα πήγαινε – ή πώς θα πάει – αυτό είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Στην παρούσα φάση, το ουσιώδες είναι πως, σε ένα πρώην κράτος-μέλους της ΕΕ του οποίου οι πολίτες μετανιώνουν για την αποχώρησή τους από αυτή, ο αρχιτέκτονάς της έχει πλέον πραγματικές και αυξημένες πιθανότητες να αποτελέσει τον επόμενο – η μεθεπόμενο, αναλόγως αν θα επιβιώσει ο Στάρμερ τον απόηχο του θριάμβου του Reform UK στις τοπικές – Πρωθυπουργό, σε μια χρονική συγκυρία όπου η Γαλλία ίσως να έχει εκλέξει τον πρώτο της ακροδεξιό Πρόεδρο στις εκλογές του 2027, ενώ το AfD στη Γερμανία ήδη προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Ο ίδιος έχει ήδη αποδείξει πως έχει την υπομονή να περιμένει καθώς, όπως είχε υπενθυμίσει στο Ευρωκοινοβούλιο μια μέρα μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του 2016, όταν είχε πρωτοπεί στα 90s πως θα πετύχει την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, όλοι γελούσαν· δυστυχώς, κανείς δε γελάει πια με τον Νάιτζελ Φάρατζ.