Ακριβότερα εισιτήρια, λιγότερα δρομολόγια και αυξημένη αβεβαιότητα φέρνει για τους ταξιδιώτες η κρίση στα καύσιμα αεροσκαφών, η οποία συνδέεται με τον πόλεμο στο Ιράν και τις αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Οι αεροπορικές εταιρείες σε Ευρώπη, Ασία και ΗΠΑ βρίσκονται αντιμέτωπες με σημαντική αύξηση του κόστους, καθώς οι τιμές των καυσίμων jet έχουν αυξηθεί πάνω από 70% από την έναρξη του πολέμου. Το κόστος αυτό μετακυλίεται ήδη στους επιβάτες, είτε μέσω ακριβότερων εισιτήριων είτε μέσω πρόσθετων χρεώσεων για αποσκευές και καύσιμα.
Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη στην Ευρώπη, όπου αναλυτές προειδοποιούν ότι τα διαθέσιμα αποθέματα καυσίμων μπορεί να επαρκούν μόνο έως τα μέσα ή τα τέλη Μαΐου. Σε αυτό το περιβάλλον, εταιρείες όπως η Lufthansa και η KLM έχουν ήδη ανακοινώσει περικοπές δρομολογίων.
Η Lufthansa σχεδιάζει να αφαιρέσει περίπου 20.000 πτήσεις μέσα στους επόμενους 6 μήνες, ενώ η KLM θα κόψει 160 πτήσεις από προορισμούς με πολλαπλά καθημερινά δρομολόγια. Αντίστοιχα, η Cathay Pacific μειώνει κατά 2% τις πτήσεις της από τις αρχές Μαΐου έως τα τέλη Ιουνίου.
Στις ΗΠΑ, οι τιμές έχουν επίσης αυξηθεί αισθητά. Σύμφωνα με στοιχεία της Kayak, ένα μέσο διεθνές ταξίδι μετ’ επιστροφής κόστιζε 1.064 δολάρια στις 13 Απριλίου, από 776 δολάρια στις 23 Φεβρουαρίου. Στα εσωτερικά δρομολόγια, η μέση τιμή αυξήθηκε από 335 σε 358 δολάρια.
Η United Airlines έχει ήδη αυξήσει τις τιμές «σε όλο το δίκτυο» πέντε φορές από την έναρξη του πολέμου, ενώ σχεδιάζει να μειώσει τη χωρητικότητα κατά περίπου 5% έως το τέλος του έτους, κόβοντας κυρίως πτήσεις χαμηλής ζήτησης.
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι ακόμη κι αν η κρίση αποκλιμακωθεί, οι τιμές δεν θα επιστρέψουν άμεσα στα προηγούμενα επίπεδα, καθώς οι αεροπορικές χρειάζονται χρόνο για να εξισορροπήσουν κόστος, καύσιμα και προγραμματισμό δρομολογίων.
Για τους ταξιδιώτες, αυτό σημαίνει ότι οι καλοκαιρινές διακοπές, ειδικά προς ευρωπαϊκούς προορισμούς, γίνονται ολοένα και πιο ακριβές και λιγότερο προβλέψιμες. Οι αναλυτές συνιστούν έγκαιρη κράτηση, καθώς κανείς δεν γνωρίζει πόσο θα διαρκέσει η πίεση στην αγορά καυσίμων.
Πηγή: New York Times / Business Standard