- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Οι Άλλες: Μπάρμπαρα Φόλετ, το κορίτσι-θαύμα που εξαφανίστηκε
Το κορίτσι που έγραφε μυθιστορήματα στα 9 της χρόνια, βγήκε από το σπίτι στα 25 της — και εξαφανίστηκε για πάντα
Γυναίκες που πρωταγωνιστούν σε διαφορετικές ιστορίες, και άφησαν το σημάδι τους στον κόσμο
Μερικές ιστορίες είναι πολύ παράξενες, ή πολύ άβολες, για να μη χαθούν. Στην παρούσα στήλη, συγκεντρώνουμε μερικές από αυτές — μερικές από τις γυναίκες που η ιστορία δεν ήξερε πού να τις βάλει, οπότε δεν τις έβαλε πουθενά. Δεν είναι πάντα ηρωίδες. Δεν είναι πάντα αθώες. Αλλά είναι πάντα αληθινές.
Η Μπάρμπαρα Νιούχολ Φόλετ (Barbara Newhall Follett) γεννήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου του 1914, στο Χάνοβερ του Νιου Χάμσαϊρ. Ο πατέρας της, Γουίλσον Φόλετ, ήταν επιμελητής εκδόσεων —αρχικά στον εκδοτικό οίκο Doubleday και αργότερα στον Knopf—, άνθρωπος που ζούσε και ανέπνεε μέσα στα βιβλία και ήξερε πολύ καλά να διακρίνει ένα αληθινό ταλέντο. Η μητέρα της, Χέλεν Τόμας Φόλετ, ήταν δασκάλα και, από τη στιγμή που γεννήθηκε η Μπάρμπαρα, έγινε κάτι πολύ περισσότερο: το σύμπαν γύρω από την κόρη της. Ήταν μάλιστα εκείνη που αποφάσισε από πολύ νωρίς ότι η Μπάρμπαρα δεν θα πήγαινε στο σχολείο. Και όχι βέβαια γιατί η ίδια απέρριπτε το εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά γιατί ήταν σίγουρη ότι η τυπική εκπαίδευση θα αφαιρούσε πράγματα από την Μπάρμπαρα αντί να της προσφέρει. Θα την έκανε ίδια με τους άλλους.
Έτσι, η Μπάρμπαρα μεγάλωσε στο σπίτι, με τη μητέρα της σαν δασκάλα, τον πατέρα της σαν πρότυπο, και περιστοιχισμένη από βιβλία. Έμαθε να πληκτρολογεί στα τρία της χρόνια, με άνεση. Στα τέσσερα, άρχισε να γράφει ιστορίες — όχι τις αφελείς παιδικές ιστοριούλες που σκέφτονται κάποια παιδιά για να ευχαριστήσουν τους γονείς τους, αλλά ιστορίες με δομή, χαρακτήρες και ολόκληρους κόσμους. Στα πέντε της, είχε αρχίσει κιόλας να γράφει το πρώτο της μυθιστόρημα.
Το βιβλίο είχε τίτλο «The House Without Windows» («Το Σπίτι Χωρίς Παράθυρα»). Ήταν η ιστορία ενός κοριτσιού, της Ίπερσιπ (Eepersip), που εγκαταλείπει το σπίτι της για να ζήσει στη φύση — να τρέχει στα βουνά, να μιλάει με τα ζώα, να βρίσκεται σε μία κατάσταση απόλυτης ελευθερίας. Η Μπάρμπαρα το έγραφε απευθείας στη γραφομηχανή — αργά, μεθοδικά, σελίδα τη σελίδα, με πολλή σκέψη και πραγματικό συγγραφικό μόχθο. Δεν ήταν μια δουλειά που έγινε γρήγορα ή βιαστικά. Για την ακρίβεια, χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια για να το ολοκληρώσει.
Μόνο που η τύχη είχε άλλα σχέδια: στο σπίτι ξέσπασε μια φωτιά από ένα κερί, και το χειρόγραφο απανθρακώθηκε. Η Μπάρμπαρα έκλαψε, ένιωσε απελπισία, όμως μετά κάθισε ξανά στη γραφομηχανή της και άρχισε από την αρχή. Ξαναέγραψε ολόκληρο το βιβλίο από μνήμης, με αλλαγές και βελτιώσεις όπου έκρινε ότι χρειάζονταν. Της πήρε μερικούς μήνες για να το ολοκληρώσει και να το παρουσιάσει στον πατέρα της. Εκείνος το πήρε, το διάβασε… και κατάλαβε ότι αυτό δεν ήταν ένα απλό παιδικό παιχνίδι. Ήταν ένα κανονικό μυθιστόρημα.
Έμαθε να πληκτρολογεί στα τρία της χρόνια, με άνεση. Στα τέσσερα, άρχισε να γράφει ιστορίες — όχι τις αφελείς παιδικές ιστοριούλες που σκέφτονται κάποια παιδιά για να ευχαριστήσουν τους γονείς τους, αλλά ιστορίες με δομή, χαρακτήρες και ολόκληρους κόσμους.
Τα επόμενα χρόνια η εξέλιξή της ήταν ραγδαία. Ήδη μέχρι τα δέκα της η Μπάρμπαρα μιλούσε γαλλικά και ισπανικά, ήξερε να πλοηγείται με τα αστέρια, να δένει ναυτικούς κόμπους, και να αναγνωρίζει όλα τα δέντρα και τα φυτά στο δάσος. Η εκπαίδευσή της είχε σχεδιαστεί για να διαμορφώσει έναν σπάνιο τύπου ανθρώπου που θα μπορούσε να λειτουργεί και να είναι αυτάρκης παντού: στον χώρο του βιβλίου, στην κοινωνία, στη φύση, ακόμη και στη θάλασσα, ή σε ένα εξωτικό νησί των Τροπικών.
Ταυτόχρονα, εξακολουθούσε να γράφει — το κεφάλι της ήταν γεμάτο ιστορίες. Στα έντεκα, είχε ήδη γράψει το δεύτερο βιβλίο της, «Το ταξίδι του Νόρμαν Ντ.» («The Voyage of the Norman D.»), που αυτή τη φορά μάλιστα δεν ήταν μυθοπλασία. Το βιβλίο ήταν βασισμένο σε ένα πραγματικό ταξίδι που είχε κάνει με τον πατέρα της στη Νέα Αγγλία. Ήταν απομνημονεύματα.
Ήδη μέχρι τα δέκα της η Μπάρμπαρα μιλούσε γαλλικά και ισπανικά, ήξερε να πλοηγείται με τα αστέρια, να δένει ναυτικούς κόμπους, και να αναγνωρίζει όλα τα δέντρα και τα φυτά στο δάσος
Ο πατέρας της πήρε τα δύο χειρόγραφα και τα πήγε στη δουλειά του. Το 1927 κυκλοφόρησε το «The House Without Windows», και την επόμενη χρονιά το «The Voyage of the Norman D.», όταν η Μπάρμπαρα ήταν δώδεκα και δεκατριών ετών αντίστοιχα. Οι κριτικές ήταν ενθουσιώδεις και οι εφημερίδες έγραφαν για το παιδί-θαύμα. Το όνομα της Μπάρμπαρα Φόλετ έγινε γνωστό παντού.
Αυτό που κανείς δεν υποψιαζόταν τότε την τροπή που θα έπαιρναν τα πράγματα.
Για την Μπάρμπαρα, ο πατέρας της ήταν το κέντρο ενός κόσμου χτισμένου γύρω του, πέρα ακόμα και από τα βιβλία και τα ταξίδια. Η φυγή του ισοδυναμούσε μέσα της με την κατάρρευση ενός ολόκληρου συστήματος αξιών
Το 1927, τη χρονιά που εκδόθηκε το πρώτο της βιβλίο, ο Γουίλσον Φόλετ εγκατέλειψε την οικογένεια. Έφυγε για μια άλλη γυναίκα και μιαν άλλη ζωή. Από τη μια στιγμή στην άλλη, η Χέλεν και η Μπάρμπαρα έμειναν μόνες. Για την Μπάρμπαρα, ο πατέρας της ήταν το κέντρο ενός κόσμου χτισμένου γύρω του, πέρα ακόμα και από τα βιβλία και τα ταξίδια. Η φυγή του ισοδυναμούσε μέσα της με την κατάρρευση ενός ολόκληρου συστήματος αξιών. Του έγραφε γράμματα για χρόνια· κάποια από αυτά σώζονται. Είναι γραμμένα με την ίδια ακρίβεια και γλαφυρότητα των βιβλίων της, αλλά κάτω από τις λέξεις διακρίνεται η απελπισία ενός παιδιού που αναζητά κάτι χαμένο για πάντα.
Η μητέρα της έκανε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για να μη λείψει τίποτε από την Μπάρμπαρα. Δούλεψε, πάλεψε, και αναζήτησε νέους εκδότες και νέες συμφωνίες για τα επόμενα έργα της κόρης της, προσπαθώντας να κρατήσει ζωντανή την καριέρα της. Όμως δεν ήταν εύκολο. Ο κόσμος είχε αλλάξει οριστικά και για τις δύο.
Στα δεκαεπτά της, η Μπάρμπαρα γράφτηκε στο Radcliffe College, το γυναικείο αντίστοιχο του Harvard. Αν και λαμπρή φοιτήτρια —στην πραγματικότητα, δεν μάθαινε τίποτε καινούργιο εκεί—, ένιωθε δυστυχισμένη. Το κολέγιο ήταν άλλωστε ακριβώς αυτό που η μητέρα της προσπαθούσε από πάντα να αποφύγει: ένας χώρος που απαιτούσε συμμόρφωση και μετέτρεπε το άτομο σε μια μέτρια εκδοχή του εαυτού του. Η Μπάρμπαρα εγκατέλειψε τις σπουδές της μετά από έξι όλους κι όλους μήνες. Απλώς δεν άντεχε εκεί.
Στα κατάλοιπά της δεν υπάρχουν μόνο κάποιες σημειώσεις και ένας σκελετός για το βιβλίο: υπάρχουν μερικές εκατοντάδες σελίδες γεμάτες πυκνές λεπτομέρειες για εκείνο τον πολύ προσωπικό και πολύ ιδιαίτερο κόσμο
Μετά από λίγο καιρό, βρήκε δουλειά σε ένα γραφείο, σαν γραμματέας. Αργότερα έκανε κι άλλες υπαλληλικές δουλειές. Καμιά από αυτές δεν της προκαλούσε το παραμικρό ενδιαφέρον. Συνέχιζε επίσης να γράφει. Έχουμε τις σημειώσεις, τα σχεδιαγράμματα και ολόκληρα αποσπάσματα από διάφορα νέα της βιβλία. Τίποτε όμως δεν ολοκληρώθηκε —αν και κάποιοι πιστεύουν πως υπήρχαν και τελειωμένα βιβλία που όμως καταστράφηκαν, ίσως από την ίδια—, και βέβαια τίποτε δεν εκδόθηκε.
Ένα από τα σχέδιά της αφορούσε τη Φαρκσόλια: ένα φανταστικό νησί με τη δική του γλώσσα και τα δικά του ήθη, που η Μπάρμπαρα είχε ήδη πλάσει στο μυαλό της όταν ήταν μόλις εφτά χρονών. Στα κατάλοιπά της δεν υπάρχουν μόνο κάποιες σημειώσεις και ένας σκελετός για το βιβλίο: υπάρχουν μερικές εκατοντάδες σελίδες γεμάτες πυκνές λεπτομέρειες για εκείνο τον πολύ προσωπικό και πολύ ιδιαίτερο κόσμο. Υπάρχει ακόμη και ένα γλωσσικό σύστημα που συνέθεσε από την αρχή, συνοδευόμενο από ένα πλούσιο λεξιλόγιο που έφτιαξε μόνη της. Ήταν η απελπισμένη προσπάθεια μιας νεαρής γυναίκας, όχι να βρει έναν κόσμο για να ανήκει, αλλά να τον φτιάξει η ίδια, από το μηδέν.
Πίσω στο 1933, η Μπάρμπαρα έκανε ένα άλλο μεγάλο λάθος: παντρεύτηκε έναν άντρα, κάποιον Νίκερσον Ρότζερς — μια πέρα για πέρα λάθος επιλογή, όπως μαρτυρούν τα γράμματά της. Δεν ήταν η ζωή που ονειρευόταν αυτή. Δεν ήταν καν μια κάποια ζωή. Έγραψε στη μητέρα της, ανάμεσα σε πολλά άλλα: «Αισθάνομαι ότι δεν ανήκω πουθενά».
Η Μπάρμπαρα δεν βρέθηκε. Μάλιστα, δεν βρέθηκε ποτέ το παραμικρό ίχνος της. Η αστυνομία δεν βρήκε επίσης κανένα στοιχείο που να πιστοποιούσε πως είχε συμβεί κάποιο έγκλημα. Η Μπάρμπαρα απλώς είχε χαθεί.
Στις 7 Δεκεμβρίου του 1939, έχοντας μόλις κλείσει τα 25 της χρόνια, η Μπάρμπαρα Φόλετ βγήκε από το διαμέρισμά της στο Μπρούκλαϊν της Μασαχουσέτης με μόλις τριάντα δολάρια στο πορτοφόλι της, και άλλο τίποτε: ούτε ρούχα, ούτε αποσκευές. Ο σύζυγός της δεν βιάστηκε να δηλώσει την εξαφάνιση στην αστυνομία, και μάλιστα χωρίς να εξηγήσει ποτέ το γιατί. Περίμενε να περάσει ένας ολόκληρος μήνας πριν πάει στο τμήμα. Η αστυνομία κινητοποιήθηκε, αλλά οι έρευνες δεν απέδωσαν καρπούς. Η Μπάρμπαρα δεν βρέθηκε. Μάλιστα, δεν βρέθηκε ποτέ το παραμικρό ίχνος της. Η αστυνομία δεν βρήκε επίσης κανένα στοιχείο που να πιστοποιούσε πως είχε συμβεί κάποιο έγκλημα. Η Μπάρμπαρα απλώς είχε χαθεί. Σαν να άνοιξε η γη και να την κατάπιε.
Η μητέρα της αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής της στην αναζήτησή της, στέλνοντας γράμματα σε νοσοκομεία, αστυνομικά τμήματα και εφημερίδες. Πέθανε σε μεγάλη ηλικία, το 1970, χωρίς να έχει μάθει την τύχη της κόρης της.
Τι συνέβη λοιπόν στην Μπάρμπαρα Φόλετ; Δεν ξέρουμε. Υπάρχουν παρ’ όλα αυτά διάφορες (αναπόδεικτες) θεωρίες. Κάποιοι είναι βέβαιοι πως έφυγε εφαρμόζοντας στην πράξη αυτά που έγραφε στα βιβλία της: τη φυγή στην ελευθερία της φύσης. Ίσως πήγε, ισχυρίζονται, κάπου μακριά· ίσως κάπου πολύ μακριά, και μόνη, όπου επιβίωσε χάρη στις δεξιότητες που διέθετε από μικρή. Κάποιοι εξακολουθούν να υποψιάζονται τον σύζυγό της, μιλώντας ευθέως για γυναικοκτονία. Ένας ερευνητής πιστεύει πως αυτοκτόνησε, και ότι το πτώμα της είτε έμεινε αταυτοποίητο είτε θεωρήθηκε πως ανήκει σε άλλη γυναίκα. Είναι δύσκολο πια να μαθευτεί η αλήθεια. Μέχρι και σήμερα, είναι νομικά «αγνοούμενη από την 7η Δεκεμβρίου 1939».
Το κοινό αναγνώρισε σε αυτά την ανάγκη για φυγή, και την αίσθηση ότι ο κόσμος που έχουμε δεν είναι πάντα αυτός που μας ταιριάζει.
Για δεκαετίες, τα έργα της Μπάρμπαρα ήταν εκτός κυκλοφορίας, και τα λίγα αντίτυπα που υπήρχαν πια πουλιόντουσαν σε υψηλό αντίτιμο σε συλλέκτες. Η κατάσταση άλλαξε στις αρχές του 21ου αιώνα, καθώς το διαδίκτυο επέτρεψε στους αναγνώστες να ανακαλύψουν ξανά το έργο της, μέσα από αποσπάσματα. Το 2015 τα βιβλία της ανατυπώθηκαν. Το κοινό αναγνώρισε σε αυτά την ανάγκη για φυγή, και την αίσθηση ότι ο κόσμος που έχουμε δεν είναι πάντα αυτός που μας ταιριάζει. Διάφορα σάιτ είναι αφιερωμένα στην ίδια και στο έργο της, και οι φαν της επικοινωνούν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας και λέξεις από τη φανταστική γλώσσα της Φαρκσόλια. Η Ίπερσιπ, η παλιά ηρωίδα της, τρέχει στα βουνά και δεν κοιτάζει ποτέ πίσω. Κι αν η ιστορία αυτή γράφτηκε από ένα μικρό κορίτσι, η ίδια εκείνη νεαρή γυναίκα έκανε κάτι αντίστοιχο όταν, με τριάντα δολάρια στην τσέπη, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της και εξαφανίστηκε.
Η Μπάρμπαρα Φόλετ είχε γράψει κάποτε: «Ο κόσμος παραείναι δαιδαλώδης και περίπλοκος για μένα. Θα ήθελα να βρω κάποιο νησί, ζεστό και απομακρυσμένο, όπου η ζωή θα είναι απλή και αληθινή». Δύο χρόνια μετά, χάθηκε. Ίσως βρήκε το νησί της, ίσως όχι.
* * *
Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού, ή μιας Άλλης Γυναίκας. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως κάθε Τρίτη πρωί έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.