Σε νέο πεδίο εμπορικής αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης εξελίσσεται το ζήτημα της χρήσης ονομασιών παραδοσιακών προϊόντων, με τη φέτα να βρίσκεται στο επίκεντρο.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, η αμερικανική πλευρά επιχειρεί, μέσω εμπορικών συμφωνιών, να επιβάλει τη θέση ότι ονομασίες όπως «feta», «parmesan» και «asiago» αποτελούν γενικούς όρους και όχι προϊόντα με προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη.
Η κυβέρνηση Τραμπ, στο πλαίσιο νέων εμπορικών συμφωνιών, πιέζει τρίτες χώρες —όπως η Ταϊβάν, η Μαλαισία και η Αργεντινή— να επιτρέψουν σε αμερικανικές εταιρείες να χρησιμοποιούν αυτές τις ονομασίες, παρά τις αντιρρήσεις της ΕΕ.
Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η θέση είναι σαφής: προϊόντα όπως η φέτα συνδέονται άρρηκτα με συγκεκριμένες περιοχές και παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής. Ειδικά για τη φέτα, η ΕΕ υποστηρίζει ότι πρόκειται για προϊόν που παράγεται αποκλειστικά στην Ελλάδα, με ιστορία χιλιάδων ετών.
Η αντιπαράθεση έχει ήδη πρακτικές συνέπειες. Σε πολλές αγορές εκτός Ευρώπης, αμερικανικές εταιρείες αναγκάζονται να περιορίσουν τις εξαγωγές τους ή να χρησιμοποιούν εναλλακτικές ονομασίες, προκειμένου να συμμορφωθούν με τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς.
Την ίδια ώρα, η αμερικανική γαλακτοβιομηχανία ενισχύει τη διεθνή της παρουσία, με τις εξαγωγές τυριού να αυξάνονται κατά 20% το τελευταίο έτος, φτάνοντας σε ιστορικό υψηλό τους 613.000 τόνους.
Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο σε τρίτες αγορές. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ινδονησίας, η οποία αρχικά συμφώνησε με την ΕΕ να αναγνωρίζει τη φέτα ως αποκλειστικά ελληνικό προϊόν, αλλά στη συνέχεια, σε συμφωνία με τις ΗΠΑ, δεσμεύτηκε να επιτρέψει τη χρήση της ονομασίας και από αμερικανικές εταιρείες.
Αντίστοιχα, σε συμφωνία της ΕΕ με την Αυστραλία, προβλέπεται σταδιακή κατάργηση της χρήσης ονομασιών όπως «fontina» από νέους παραγωγούς, ενώ τίθενται περιορισμοί και για τη φέτα.
Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται το ερώτημα αν οι ονομασίες αυτές αποτελούν γεωγραφικά προστατευόμενα προϊόντα ή έχουν εξελιχθεί σε γενικούς όρους. Για την Ευρώπη, η απάντηση είναι ζήτημα πολιτιστικής κληρονομιάς και αυθεντικότητας. Για τις ΗΠΑ, είναι θέμα ελεύθερου ανταγωνισμού και επιλογής του καταναλωτή.
Πηγή: Wall Street Journal