Η Γαλλοπαλαιστίνια ευρωβουλευτής της ομάδας της Αριστεράς και της Ανυπότακτης Γαλλίας του Ζαν-Λικ Μελανσόν, Ρίμα Χασάν, τέθηκε υπό κράτηση την Πέμπτη και ανακρίνεται από τις γαλλικές αρχές, κατηγορούμενη για «απολογία τρομοκρατίας», με αφορμή παλαιότερη ανάρτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κατά τη διάρκεια της προανάκρισης, στην τσάντα της βρέθηκε μικρή ποσότητα κάνναβης με αποτέλεσμα να προστεθεί η κατηγορία της χρήσης απαγορευμένων ουσιών.
Η Χασάν, παλαιστινιακής και κουρδικής καταγωγής και γεννημένη σε καταυλισμό προσφύγων κοντά στο Χαλέπι της Συρίας, κρατείται στις εγκαταστάσεις της δικαστικής αστυνομίας. Η υπόθεση διερευνάται από την Εθνική Μονάδα Καταπολέμησης του Μίσους στο Διαδίκτυο (PNLH).
Η ανάρτηση της Χασάν που προκάλεσε την έρευνα - Αναφορά σε επίθεση του 1972
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται ανάρτηση που φέρεται να δημοσίευσε στις 26 Μαρτίου, στην οποία αναφερόταν θετικά στον Κόζο Οκαμότο, πρώην μέλος του Ιαπωνικού Ερυθρού Στρατού.
Ο Οκαμότο είχε καταδικαστεί για την αιματηρή επίθεση στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν στο Ισραήλ το 1972, κατά την οποία σκοτώθηκαν 26 άνθρωποι, όταν άνοιξε πυρ εναντίον επιβατών με αυτόματα όπλα.
Η ευρωβουλευτής φέρεται να διέγραψε την ανάρτηση μετά την κλήση της από τις αρχές.
Προηγούμενες καταγγελίες με αναφορές στην παλαιστινιακή ένοπλη αντίσταση
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ρίμα Χασάν βρίσκεται στο στόχαστρο για παρόμοιες κατηγορίες. Τον Δεκέμβριο του 2024, το Εβραϊκό Παρατηρητήριο της Γαλλίας είχε καταθέσει καταγγελία εις βάρος της, συνοδευόμενη από σειρά αναρτήσεών της στην πλατφόρμα X σχετικά με τη Χαμάς και τη «γενοκτονία» εκ μέρους των Ισραηλινών.
Σε μία από αυτές, η ευρωβουλευτής αναφερόταν στην «ένοπλη παλαιστινιακή αντίσταση», υποστηρίζοντας ότι, εφόσον Γαλλοϊσραηλινοί πολίτες μπορούν να υπηρετούν στον ισραηλινό στρατό διατηρώντας τα προνόμια της διπλής υπηκοότητας, τότε θα πρέπει να αναγνωρίζεται αντίστοιχο δικαίωμα συμμετοχής στην παλαιστινιακή ένοπλη αντίσταση, την οποία χαρακτήριζε ως νομιμοποιημένη από ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών περί αυτοδιάθεσης των λαών.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις στη Γαλλία, εν μέσω αυξημένης ευαισθησίας για ζητήματα τρομοκρατίας και ελευθερίας του δημόσιου λόγου.