- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Όταν η έξοδος είναι πιο δύσκολη από τον πόλεμο
Η συνέχιση των επιχειρήσεων και η λογική της παράτασης
Η σύγκρουση με το Ιράν ως επανάληψη της λογικής Νίξον στο Βιετνάμ: παράταση του πολέμου για να αποφευχθεί η εικόνα της ήττας
Η πιο δύσκολη απόφαση σε έναν πόλεμο δεν είναι η έναρξή του, αλλά ο τερματισμός του. Ιδίως όταν έχει ήδη καταστεί σαφές ότι δεν υπάρχει καθαρή νίκη. Τότε, η σύγκρουση παύει να υπηρετεί έναν στρατηγικό στόχο και μετατρέπεται σε πολιτικό μηχανισμό διαχείρισης της ήττας. Κάπου σε αυτό το σημείο φαίνεται να βρίσκεται σήμερα η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν — σε ένα μεταίχμιο όπου η συνέχιση του πολέμου εξηγείται λιγότερο από τη λογική της ισχύος και περισσότερο από τη λογική της εικόνας. Και ακριβώς αυτή η μετάβαση είναι που φέρνει αναπόφευκτα στη μνήμη την πολιτική του Ρίτσαρντ Νίξον στο Βιετνάμ.
Όπως επισημαίνεται και στο πρόσφατο άρθρο του The Guardian, η επιμονή της Ουάσιγκτον δεν εξηγείται πλέον από σαφείς στρατιωτικούς στόχους, αλλά από την ανάγκη αποφυγής μιας πολιτικής ήττας. Η σύγκριση με τον Νίξον δεν αφορά μόνο την ιστορική αναλογία, αλλά μια κοινή πολιτική λογική: την παράταση μιας σύγκρουσης προκειμένου να ελεγχθεί ο τρόπος με τον οποίο θα κλείσει.
Ο Νίξον, μιλώντας για «έντιμη ειρήνη», δεν αναζητούσε πραγματικά μια λύση που θα άλλαζε την έκβαση του πολέμου. Αναζητούσε χρόνο. Το περίφημο «decent interval» δεν ήταν παρά μια προσπάθεια να αποσυνδεθεί χρονικά η αμερικανική αποχώρηση από την αναμενόμενη κατάρρευση της Σαϊγκόν. Με άλλα λόγια, να μην καταγραφεί η ήττα ως άμεση συνέπεια της πολιτικής του.
Σήμερα, η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο Ιράν φαίνεται να αναπαράγει την ίδια λογική. Οι αρχικοί στόχοι έχουν ουσιαστικά εξαντληθεί. Η αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν προβάλλεται ήδη ως επιτευχθείσα, ενώ το πυρηνικό ζήτημα εμφανίζεται περιορισμένο. Η αλλαγή καθεστώτος δεν αποτελεί ρεαλιστική επιλογή χωρίς μαζική στρατιωτική εμπλοκή, την οποία το ίδιο το πολιτικό ακροατήριο του Τραμπ απορρίπτει.
Κι όμως, η σύγκρουση συνεχίζεται.
Η αιτία βρίσκεται στην πολιτική διάσταση της ισχύος. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η εικόνα της αποφασιστικότητας είναι κρίσιμη, η αποχώρηση χωρίς σαφή επιτυχία θεωρείται αδυναμία. Η Ουάσιγκτον δεν διαχειρίζεται μόνο έναν πόλεμο, αλλά και το πώς αυτός θα αποτυπωθεί πολιτικά — όσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές σύστημα.
Η αναφορά στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ προσφέρει ένα επιχείρημα συνέχισης της εμπλοκής. Πρόκειται πράγματι για έναν κρίσιμο ενεργειακό κόμβο, όμως η στρατιωτική κλιμάκωση γύρω από αυτόν αντανακλά περισσότερο τη δυσκολία εξόδου από τη σύγκρουση παρά μια σαφή στρατηγική στόχευση.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, το Ιράν λειτουργεί με όρους ασύμμετρης ισχύος. Δεν επιχειρεί να αντιπαρατεθεί ευθέως, αλλά να αυξήσει το κόστος για την άλλη πλευρά: μέσω της ενεργειακής πίεσης, της περιφερειακής αποσταθεροποίησης και της έμμεσης απειλής προς συμμάχους των ΗΠΑ. Έτσι, μετατρέπει την αδυναμία του σε εργαλείο διαπραγμάτευσης.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι, παρά τις σημαντικές απώλειες που έχει υποστεί, το Ιράν ενδέχεται να βρίσκεται σήμερα σε πιο ανθεκτική θέση. Έχει ήδη προσαρμοστεί στη σύγκρουση και εμφανίζεται λιγότερο πρόθυμο να υποχωρήσει. Αντίθετα, η Ουάσιγκτον εγκλωβίζεται στο γνώριμο δίλημμα: πώς τερματίζεις έναν πόλεμο χωρίς να φαίνεται ότι τον χάνεις;
Η εμπειρία του Βιετνάμ είναι αποκαλυπτική. Η παράταση μιας σύγκρουσης για λόγους πολιτικής αξιοπιστίας δεν αλλάζει το αποτέλεσμα - απλώς αυξάνει το κόστος. Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, και σήμερα επανεμφανίζεται με διαφορετικούς όρους στη Μέση Ανατολή.
Η μόνη ρεαλιστική διέξοδος φαίνεται να είναι μια ελεγχόμενη αποκλιμάκωση. Μια άτυπη κατάπαυση του πυρός, χωρίς μεγάλες διακηρύξεις, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως βαλβίδα αποσυμπίεσης, να περιορίσει τις συνέπειες της σύγκρουσης. Όμως κάτι τέτοιο προϋποθέτει την εγκατάλειψη της ανάγκης για μια «καθαρή» νίκη - μιας ανάγκης που είναι περισσότερο πολιτική παρά στρατηγική.
Ο Τραμπ μιλά για «άνευ όρων παράδοση» και για «νίκη». Όμως, όπως εύστοχα υπογραμμίζει το άρθρο του Guardian, πρόκειται για πολιτικούς στόχους και όχι για στρατηγικές αναγκαιότητες. Είναι η προσπάθεια του Τραμπ να διαχειριστεί την προσωπική του εικόνα μέσα σε έναν πόλεμο που έχει ήδη χάσει- η δεν είχε ποτέ- σαφή του στόχευση.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Όταν ο πόλεμος γίνεται εργαλείο πολιτικής αυτοπροστασίας, παύει να καθοδηγείται από τη στρατηγική λογική. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσο θα διαρκέσει η σύγκρουση, αλλά πόσο θα κοστίσει -σε ανθρώπινες ζωές, σε οικονομική σταθερότητα, σε διεθνή ισορροπία- και αν τελικά η ανάγκη αποφυγής της ήττας οδηγήσει σε μια πολύ μεγαλύτερη αποτυχία.
Σε αυτή τη συνθήκη, η αποκλιμάκωση δεν είναι ένδειξη αδυναμίας. Είναι η μόνη πράξη στρατηγικού ρεαλισμού.
Αλλά για να συμβεί, απαιτείται κάτι που υπερβαίνει τη στρατηγική: η αποδοχή ότι η ισχύς δεν ταυτίζεται με την αδυναμία υποχώρησης.
Και αυτή είναι, ιστορικά, η πιο δύσκολη παραδοχή για κάθε μορφή εξουσίας που έχει μάθει να ταυτίζει την επιβίωσή της με την εικόνα της αήττητης δύναμης.