Κοσμος

Η παράλυση του βρετανικού μηχανισμού στο Ακρωτήρι

Η αποστολή του HMS Dragon στην Κύπρο άργησε, καθώς η στρατηγική αξιοπιστία της βρετανικής κυβέρνησης φθίνει επικίνδυνα

Άγης Παπαγεωργίου
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η καθυστέρηση της αποστολής του αντιτορπιλικού HMS Dragon που εκθέτει τον Κιρ Στάρμερ

Το συμβάν Ακρωτήρι – τη μία από τις δύο στρατιωτικές βάσεις που διατηρεί το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο μετά και την ανεξαρτησία της νήσου από τη Βρετανική Αυτοκρατορία πίσω στο 1960, μαζί με εκείνη στα Δεκέλεια – αποτέλεσε την πρώτη επιθετική πρωτοβουλία εναντίον της βρετανικής επικυριαρχίας στη χώρα εδώ και δεκαετίες, σε μια εξαιρετικά άβολη χρονική συγκυρία για τη βρετανική κυβέρνηση. Συνοπτικά, ο Βρετανός Πρωθυπουργός, Κιρ Στάρμερ, εκλήθη να διαχειριστεί μια πρωτοφανή κρίση σε ένα από τα κρισιμότερα γεωπολιτικά σταυροδρόμια της Ανατολικής Μεσογείου, ελάχιστες ημέρες μετά την οριακή του πολιτική επιβίωση μετά και την εμπλοκή του πρώην Βρετανού Πρέσβη στην Ουάσιγκτον, Πίτερ Μάντελσον, στο σκάνδαλο Έπστιν· δυστυχώς, μέχρι στιγμής έχει αποτύχει παταγωδώς.

Σε επιχειρησιακό επίπεδο, το Λονδίνο απέτυχε σε τρεις διαστάσεις: στο να προστατέψει την επικυριαρχία της στη νήσο, να ενημερώσει σχετικά την κυπριακή κυβέρνηση, αλλά και να προχωρήσει σε μια ενίσχυση της παρουσίας της στην Κύπρο, σε μια κίνηση η οποία θα αποτελούσε σαφή δήλωση προθέσεων και ισχύος. Ωστόσο, το πραγματικό πλήγμα για τη βρετανική κυβέρνηση είναι πως η αποτυχία της να διαχειριστεί τη συγκεκριμένη κρίση υποβαθμίζει στη μεγάλη εικόνα τη στρατηγική αξιοπιστία της τόσο απέναντι στους ευρωπαίους εταίρους της, όσο και απέναντι στις ΗΠΑ, με το συμβάν στο Ακρωτήρι να πλήγει την ήδη ταλαιπωρημένη «ξεχωριστή σχέση» μεταξύ του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον, με την προσωπική αξιοπιστία – αλλά και το πολιτικό κεφάλαιο – του Στάρμερ να συρρικνώνεται ταχύτατα και βιάιως, αποτυγχάνοντας να ανταποκριθεί τόσο επιχειρησιακά, όσο και διπλωματικά, στην κρισιμότητα της στιγμής.

Η καταστροφικά καθυστερημένη αντίδραση στο Ακρωτήρι

Το χάος που ακολούθησε τη διαχείριση της κρίσης στην Κύπρο ξεκίνησε από την καταστροφικά καθυστερημένη αντίδραση των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων – και των πολιτικών τους επικεφαλής – μετά και το πλήγμα που δέχθηκε η βάση στο Ακρωτήρι από το drone που φαίνεται πως εξαπέλυσε η Χεζμπολάχ εναντίον της. Σε πρώτη φάση, οι Βρετανοί αξιωματούχοι απέτυχαν να αναχαιτίσουν την ιρανική επίθεση – δι΄αντιπροσώπου – στην επικράτειά τους στην Κύπρο, σε μια συνθήκη η οποία αυτομάτως έθεσε τη βρετανική κυβέρνηση σε θέση άμυνας, εγείροντας ερωτήματα για την επιχειρησιακή ετοιμότητα των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων στη νήσο, και την ικανότητά τους να ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις του Ηνωμένου Βασιλείου ως μια εκ των τριών εγγυητριών δυνάμεων της. Σε δεύτερο χρόνο, οι Βρετανοί αξιωματούχοι φέρονται να καθυστέρησαν εγκληματικά να ενημερώσουν – ως οφείλουν θεσμικά – τη Λευκωσία αναφορικά με το πλήγμα στο Ακρωτήρι σε πραγματικό χρόνο, συμβάλλοντας εμμέσως σε μια πρωτοφανή και αυτονόητη κλιμάκωση της σύγχυσης στη νήσο, η οποία θα μπορούσε να αποδειχθεί πολιτικά αποσταθεροποιητική· χειρότερα, η απογοητευτική συνεννόηση μεταξύ των βρετανικών αρχών και της κυπριακής κυβέρνησης είναι ενδεικτική της οπτικής του Λονδίνου αναφορικά με τη χρησιμότητα των βάσεων της στην Κύπρο, υποδεικνύοντας πως η βρετανική κυβέρνηση δεν έχει φροντίσει να εξασφαλίσει ένα ικανοποιητικό επίπεδο συνεργασίας το οποίο θα εξασφαλίζει το θεωρητικό τους στόχο: να προστατεύουν το σύνολο της κυπριακής επικράτειας.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η καθυστέρηση της αποστολής του αντιτορπιλικού HMS Dragon στη νήσο εκθέτει περαιτέρω τη βρετανική κυβέρνηση. Συγκεκριμένα, το Λονδίνο ανακοίνωσε πως το HMS Dragon θα αποχωρήσει από τη βάση του στο Πόρτσμουθ στις 11 Μαρτίου, δέκα ολόκληρες ημέρες μετά το χτύπημα στο Ακρωτήρι, σε μια συνθήκη η οποία δεδομένα εγείρει ερωτήματα για την ικανότητα του Ηνωμένου Βασιλείου να προστατέψει τα εθνικά του συμφέροντα· σε ό,τι αφορά τις υποχρεώσεις του έναντι της Κύπρο, αλλά και την ικανότητά του να συμβάλλει στην προστασία – ή και στις στρατηγικές αμυντικές πρωτοβουλίες των εταίρων του ούτε λόγος. Παράλληλα, το γεγονός πως οι αξιωματούχοι της βάσης στο Πόρτσμουθ ανακοίνωσαν πως δε μπορούν να επισπεύσουν την αποστολή του αντιτορπιλικού καθώς ήταν αναγκασμένοι να λειτουργούν σε βάση οκταώρου λόγω των περικοπών στις οποίες έχει προχωρήσει η βρετανική κυβέρνηση το λες και τραγελαφικό, με δεδομένη την επιμονή του Στάρμερ πως το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις μεγάλες δυνάμεις του διεθνούς συστήματος, ανήκοντας πιθανώς σε μια κατηγορία ανάμεσα στις τρεις υπερδυνάμεις – ΗΠΑ, Κίνα, και Ρωσία – και μικρομεσαίες δυνάμεις της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Αυτονοήτως, η κινητοποίηση της γαλλικής κυβέρνησης, η οποία δεν έχει καμία συμβατική υποχρέωση έναντι της Κύπρου πέρα από εκείνες του άρθρου 42.7 της Ευρωπαϊκής Ένωσης – το οποίο η Λευκωσία έτσι και αλλιώς δεν ενεργοποίησε – πασπάλισε με μεσογειακό αλάτι τις ατελείωτες ανοιχτές πληγές που έχει μαζέψει κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ετών το Λονδίνο.

Φυσικά, η αποστολή του HMS Dragon στην Κύπρο – ακόμα και αν καθυστέρησε σε εξωφρενικό επίπεδο – αποτελεί μια θετική εξέλιξη τόσο για τη νήσο, όσο και για την Ευρώπη, καθώς σε συνδυασμό με την πρωτοβουλία των μεσογειακών κυβερνήσεων – Γαλλία, Ελλάδα, Ισπανία, και Ιταλία – ενισχύει την πεποίθηση πως όντως τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν τη δυνατότητα να προασπίσουν το κοινό τους συμφέρον. Όμως, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως η γενικευμένη αργοπορία με την οποία λειτούργησε η βρετανική κυβέρνηση δημιούργησε μια αίσθηση πως το Λονδίνο τρέχει να προλάβει τις εξελίξεις τις οποίες συνδιαμορφώνουν η Λευκωσία σε συνεργασία με την Αθήνα, το Παρίσι, τη Μαδρίτη, και τη Ρώμη – η οποία σε συνδυασμό με την αδυναμία της βρετανικής κυβέρνησης να συνεννοηθεί άμεσα με την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας – πλήττει την αξιοπιστία του Ηνωμένου Βασιλείου ως στρατηγικό εταίρο, ιδιαίτερα σε μια κρίσιμη συγκυρία όπου τόσο το δικό του έδαφος, όσο και το ευρύτερο ευρωπαϊκό έχει ήδη πληγεί και θεωρητικά βρίσκεται υπό απειλή· σήμερα, είναι μάλλον αδύνατο κανείς να υποστηρίξει πως το Ηνωμένο Βασίλειο απολαμβάνει όντως δυσθεώρητα επίπεδα σκληρής ισχύος έναντι των ευρωπαϊκών του εταίρων, σε μια συνθήκη η οποία πλήττει πρωτίστως τη βρετανική κυβέρνηση, αλλά κυρίως την πρακτική εφαρμογή του οράματος της ευρωπαϊκής στρατηγικής και αμυντικής αυτονομίας.

Κιρ Στάρμερ © Andy Rain / EPA

Η εγκληματικά αφηρημένη διπλωματική στρατηγική του Λονδίνου

Στην πραγματικότητα, από τη στιγμή που το ιρανικό drone έπληξε το Ακρωτήρι, η βρετανική κυβέρνηση βρέθηκε μπροστά σε δύο επιλογές: εκείνη της επίδειξης ισχύος αξιοποιώντας την κρίση ως βατήρα λήψης μιας σειράς στρατηγικών πρωτοβουλιών, ή εκείνη του κατευνασμού της, υιοθετώντας μια μετριοπαθέστερη προσέγγιση η οποία θα ευνοούσε την αποκλιμάκωση του κινδύνου εναντίον τόσο των δύο βρετανικών βάσεων, όσο και εναντίον του συνόλου της Κύπρου. Ο Στάρμερ προσπάθησε να ελιχθεί ανάμεσα στις δύο εναλλακτικές, αποτυγχάνοντας εν τέλει να δεσμευτεί σε οποιαδήποτε από τις δύο, με αποτέλεσμα να μην λαμβάνει κανείς στα σοβαρά το Λονδίνο σε μια κρίση στην οποία τα άμεσα εθνικά του συμφέρονται πλήττονται αυτομάτως. Από τη μία, η αποτυχία του Λονδίνου να ενημερώσει και να συνεργαστεί άμεσα με την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε συνδυασμό με την αργοπορία της αποστολής του HMS Dragon ουσιαστικά ξεχαρβαλώνει κάθε υπόνοια ουσιαστικής βρετανικής ισχύος, βάζοντας τη βρετανική κυβέρνηση στην εξαιρετικά άβολη θέση να προσπαθεί να εξηγήσει προς κάθε εμπλεκόμενη πλευρά τι ακριβώς συμβαίνει και πως ακριβώς σκοπεύει να ανταποκριθεί στην απειλή. Από την άλλη, η παλινδρόμηση του Στάρμερ από τη δέσμευση του πως οι βρετανικές βάσεις βρίσκονται στη διάθεση των ΗΠΑ, στη διευκρίνηση πως αυτή μπορεί να εξυπηρετήσει μόνο ειρηνικούς και ανθρωπιστικούς σκοπούς – εν καιρώ ενός πρωτοφανούς περιφερειακού πολέμου και μετά από το ιρανικό πλήγμα στο Ακρωτήρι – οδήγησε στον πλήρη εκτροχιασμό της βρετανικής στρατηγικής, την περαιτέρω υποβάθμιση της «ξεχωριστής σχέσης» και μια σειρά περιπαικτικών σχολίων του Ντόναλντ Τραμπ εναντίον του Βρετανού Πρωθυπουργού.

Στον πυρήνα της προβληματικής διαχείρισης της κρίσης στην Κύπρο εκ μέρους της βρετανικής κυβέρνησης βρίσκεται φυσικά η αδυναμία του Στάρμερ, των αρμόδιων υπουργών του, και των ανώτερων συμβούλων τους, να αποσαφηνίσουν τι ακριβώς επιδιώκει το Λονδίνο εντός του διεθνούς συστήματος. Αν η βρετανική κυβέρνηση επιθυμεί όντως να αναδείξει τη σκληρή – αλλά και την ήπια, σε ένα βαθμό – ισχύ της εντός του διεθνούς συστήματος, η διαχείριση της κρίσης στην Κύπρο αποτέλεσε την ιδανική αφορμή ώστε να το πράξει. Σε αυτό το πλαίσιο, για παράδειγμα, και λαμβάνοντας υπόψιν τις – απαράδεκτες, για μια τέτοιου μεγέθους δύναμη – επιχειρησιακές αγκυλώσεις της αποστολής του HMS Dragon, o Βρετανός Πρωθυπουργός θα μπορούσε να είχε μεταβεί προσωπικά στην Κύπρο εν μέσω της κρίσης, εκπέμποντας ένα σαφές μήνυμα ισχύος και συνέπειας στις βρετανικές δεσμεύσεις απέναντι τόσο των ευρωπαϊκών του εταίρων, όσο και της αμερικανικής κυβέρνησης· με αυτόν τον τρόπο, θα είχε προλάβει και την παρουσία του Εμμανουέλ Μαρκόν στη Λευκωσία η οποία δεδομένα δίνει μια αίσθηση υπεροχής των γαλλικών διπλωματικών και επιχειρησιακών αντανακλαστικών και δυνατοτήτων ή – ακόμα καλύτερα – θα μπορούσε να είχε συντονιστεί με τον Γάλλο Πρόεδρο. Αντ’ αυτού, αντί να προχωρήσει σε μια επίσημη επίσκεψη τόσο στη Λευκωσία ώστε να συναντηθεί κατ’ ιδίαν με τον Νίκο Χριστοδουλίδη, αλλά και να μεταβεί στο Ακρωτήρι και τα Δεκέλεια – τα οποία αποτελούν τμήματα της βρετανικής εξωχώριας επικράτειας – ο Βρετανός Πρωθυπουργός αρκέστηκε στην ημί-διαχείριση των εξελίξεων από τη Downing Street και τις αλλεπάλληλες συσκέψεις συντονισμού κρίσεων COBRA – Cabinet Office Briefing Rooms – τη μυθολογία των οποίων φρόντισε να ξεφτίσει ο ίδιος ακόμα περισσότερο.

Δεδομένα, το ιστορικό λάθος του Τόνι Μπλερ να συνταχθεί πλήρως με την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ πίσω στο 2003 – το οποίο κόλλησε εφ’ όρου ζωής τον χαρακτηρισμό του «εγκληματία πολέμου» στον πλέον χαρισματικό Βρετανό και Εργατικό Πρωθυπουργό – εξακολουθεί να μπλέκεται με τη λονδρέζικη ομίχλη, επηρεάζοντας εμμέσως τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της βρετανικής κυβέρνησης σε μια κρίση που αφορά το ενδεχόμενο μιας βρετανικής παρέμβασης στη Μέση Ανατολή. Όμως, το πλέον απογοητευτικό ποιοτικό στοιχείο είναι πως ο Στάρμερ δεν επέλεξε καν την εναλλακτική οδό του κατευνασμού, αποκλείοντας έστω οποιαδήποτε συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στη σύγκρουση με οποιονδήποτε τρόπο, ενδεχομένως και καταδικάζοντας την πρωτοβουλία της αμερικανικής και της ισραηλινής κυβέρνησης να προχωρήσουν σε προληπτικούς βομβαρδισμούς εναντίον του Ιράν· μια τέτοιου είδους προσέγγιση θα παρέμενε προβληματική αναφορικά με τις δεσμεύσεις της βρετανικής κυβέρνησης απέναντι στην Κύπρο, ωστόσο τουλάχιστον θα ήταν πολιτικά και διπλωματικά συγκεκριμένη, άρα και υπερασπίσιμη. Αντιθέτως, προσπαθώντας να επιλέξει τη μέση λύση μέσα στο κλιμακούμενο χάος του τρέχοντος γεωπολιτικού χρόνου, ο Στάρμερ εν τέλει έχασε τη μπάλα, υποβαθμίζοντας εν τέλει τόσο τη δική του αξιοπιστία, όσο και εκείνη της κυβέρνησής του.

Politics is an emotional business

Στο τέλος της ημέρας, μέσω της απογοητευτικής διαχείρισης της κρίσης στην Κύπρο, ο Βρετανός Πρωθυπουργούς επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό του ανέμπνευστου τεχνοκράτη, ο οποίος φαίνεται πως δεν είναι ακόμα ικανός να αντιληφθεί ίσως το κρισιμότερο αξίωμα της διακυβέρνησης, ήτοι πως η πολιτική αποτελεί πάνω απ’ όλα μια τέχνη διαχείρισης του θυμικού· politics is an emotional business. Ακόμα και αν ο Στάρμερ επέλεγε την επιλογή του κατευνασμού, τουλάχιστον θα είχε δείξει συνεπής απέναντι σε μια σειρά φιλειρηνικών αξιών τις οποίες η κυβέρνησή του – και το κόμμα του – πρεσβεύουν επί της αρχής, στο πλαίσιο των οποίων το σκληρό γεωπολιτικό αποτύπωμα του Ηνωμένου Βασιλείου υπηρετεί το ρεαλιστικό αξίωμα της προστασίας των βρετανικών εθνικών συμφερόντων από πάσα απειλή. Από την άλλη, αν ο Στάρμερ είχε επιλέξει τη – στρατηγικά ορθότερη και αξιακά συνεπέστερη με τις δικές του τοποθετήσεις αναφορικά με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει πλέον η ευρωπαϊκή ασφάλεια, μετά και την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία προ τεσσάρων ετών – επιλογή της επίδειξης βρετανικής ισχύος, θα είχε προκαλέσει αυτομάτως το φαινόμενο της συσπείρωσης γύρω από τη σημαία (rally around the flag effect), σε μια κρίση η οποία πλήττει τόσο τα άμεσα, όσο και τα έμμεσα βρετανικά εθνικά συμφέροντα. Αυτή η επιλογή θα συσπείρωνε – έστω και πρόσκαιρα – τη βρετανική κοινή γνώμη προς το πρόσωπό του, όπως και θα ενίσχυε την πεποίθηση μεταξύ των εταίρων του πως μπορούν να βασιστούν στο Ηνωμένο Βασίλειο της μετά-Brexit εποχής. Όντως, ο Στάρμερ δεν είναι Γουίνστον Τσώρτσιλ – όπως κανείς δε θα μπορέσει, και δε χρειάζεται ποτέ να γίνει – αλλά δε χρειάζεται να φοβάται μήπως γίνει Τόνι Μπλερ. Η προστασία των βρετανικών και, κυρίως, των ευρωπαϊκών συμφερόντων δε μπορεί εκ προοιμίου να είναι εσφαλμένη επιλογή για κανέναν Βρετανό Πρωθυπουργό στον τρέχοντα πολιτικό χρόνο, από την Κύπρο ως τις Αζόρες, και από τη Γαλλική Πολυνησία στο Σεντ Κιτς και το Νέβις· η Ευρώπη είναι πλέον μόνη της, και έχει απόλυτη ανάγκη το Ηνωμένο Βασίλειο – και αντιστρόφως.